Ο πατήρ Σεραφείμ δεν ήταν θυμώδης, κάτι πού συχνά χαρακτηρίζει τούς ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Επίσης δεν του περνούσε από το μυαλό ότι μπορεί να υψώσει τη φωνή του ή να κάνει παρατηρήσεις με ύφος προϊσταμένου. Ούτε τόση δα επιθυμία υπήρχε να σου δώσει να καταλάβεις με ποιόν μιλάς. Την ίδια στιγμή δεν υπήρχε καμιά κολακεία, καμιά δουλοπρέπεια μπροστά σε οποιοδήποτε πρόσωπο πού κατείχε κάποια εξουσία. Αυτά όλα είναι σαν πινελιές στην εικόνα του πατρός Σεραφείμ.

Πιο καθαρά και ζωντανά παρουσιάζουν τα ιδιώματα του χαρακτήρα του και την πνευματική του κατάσταση τά απομνημονεύματα της Γκαλίνα Πίλνεβα, ή οποία βρισκόταν στο μοναστηριακό συγκρότημα του Γκλίνσκ τη δεκαετία του ’50 και γνώριζε καλά τον Γέροντα Σεραφείμ. Αυτή έγραψε:
«Εάν οι άγιοι Πατέρες λένε ότι “υπάρχουν πολλοί μεγάλοι και ένδοξοι, άλλα τά μυστήρια αποκαλύπτονται στους ταπεινόφρονες”, τότε στη δεδομένη περίπτωση η συνάντηση με τον πατέρα Σεραφείμ αποκάλυψε το μυστήριο της δυνατότητος στη γη μας να λάμπει ένα φως όχι αυτού του κόσμου και, μαζί, η ομορφιά της ταπεινώσεως.Πρόκειται γι’ αυτό το φως, για το όποιο ομιλεί ο άγιος Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο πρώτο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. Σε ποιο μέτρο ήταν το φως αυτό εδώ δεν επιχειρώ να το κρίνω, αλλά υπήρχε αυτό το φως. Από την άλλη, το σκοτάδι της δικής μας ζωής, της δικής μας κενότητας, της μικρότητάς μας, του διασκορπισμού μας, των παθών μας και της αδυναμίας μας, αυτό ποτέ δεν το δέχθηκε. Νομίζω ότι αυτό πολλοί το αισθάνονταν.
  Αργότερα, όταν είχαν κλείσει και πάλι το μοναστήρι, διηγούνταν αυτά πού ανέφερε κάποιος πολιτοφύλακας, ο όποιος έφθασε στο μοναστήρι με κάποιες “άνωθεν” εντολές για τούς μοναχούς. “Τί είδους γέρος κι αυτός!”, έλεγε με θαυμασμό για τον ηγούμενο. Ταξιδεύω για το μοναστήρι με πολύ κακή διάθεση και καθ’ οδόν σκέπτομαι: Τώρα εκεί θα τούς διαλύσω όλους.
  Όμως… μπαίνω εκεί πού είναι αυτός. Δεν μου λέει τίποτα ιδιαίτερο. Όλα είναι απλά, σε όλους είναι γνωστή ή παρουσία μου κι εγώ δεν μπορώ ούτε καν να βάλω τις φωνές. Λες κι έγινα άλλος άνθρωπος. Συμφωνώ ταπεινά μαζί του, αλλά… θα ήθελα να τά κάνω όλα άνω-κάτω για να φοβηθούν και για πολύ καιρό να με θυμούνται”.
   Συνήθως, όταν το επέτρεπαν οι δυνάμεις του, ο πατήρ Σεραφείμ ερχόταν στο μέρος πού έμενα -ασχολούμουν με την αναστήλωση- για να με επισκεφτεί χωρίς να υπάρχει κάποια ανάγκη. Ερχόταν πάντοτε με το δώρο του. Μια φορά μού προσέφερε μερικά ραπανάκια. “Αυτά”, μού είπε, “σου τά στέλνει με πολλή Αγάπη ο κηπουρός μας”. Κηπουρός της μονής ήταν ο αγαθός πατήρ Ιάκωβος, αλλά είναι αμφίβολο αν γνώριζε καν την ύπαρξή μου. Όμως το δώρο, το οποιοδήποτε, ακόμη κι αν ήταν ένα ξύλο από τη χτιστή σόμπα του, μού έδινε χαρά. Ήταν μια υλική έκφραση της φροντίδας και της αγαθής του διαθέσεως. Αυτή η φροντίδα δεν ήταν σαν αυτή πού μεγαλώνει την έπαρση, αλλά εκείνη πού εμψυχώνει και δυναμώνει τον άνθρωπο.
  Όταν ο πατήρ Σεραφείμ μπορούσε να σταθεί στα πόδια του, μερικοί με έστελναν σ’ αυτόν με κάποιο ερώτημα ή κάποια παραγγελία. Τότε εκείνος, δίνοντας λύση σε ότι ήταν αναγκαίο, με ευλογούσε και αναζητούσε με τά μάτια του κάτι να βρει στο τραπεζάκι του για να μού δώσει. Κάποτε τού έφεραν φρούτα. Μού τά προσέφερε, άλλα εγώ του είπα τι σ’ αυτόν χρειάζονται πιο πολύ, ενώ εγώ μπορώ να φάω ότι ετοιμάζουν στην κουζίνα χωρίς καμιά βλάβη για την υγεία μου. Συμφώνησε λέγοντας το συνηθισμένο: “Εντάξει!”. Μετά μου είπαν ότι δεν έπρεπε να αρνηθώ, ότι έπρεπε “για ευλογία” να τά πάρω όλα…».
   Τώρα, είναι δύσκολο να φαντασθεί και να πιστέψει κανείς ότι τά πνευματικά κέντρα, όπως ήταν η Μονή του Γκλίνσκ, μπόρεσαν να παιδαγωγήσουν πνευματικά υποτακτικούς, πού είχαν καθένας τους διαφορετικό χαρακτήρα -τη στιγμή πού έκλεισαν το μοναστήρι το 1922 όλοι οι μελλοντικοί στάρετς ήσαν ακόμη νέοι- και μάλιστα τόσο βαθιά και στέρεα, ώστε αυτοί να μεταφέρουν, μέσα από όλες τις δοκιμασίες, την πίστη στον Θεό και την καλή συμπεριφορά στους ανθρώπους. Όσον αφορά στον πατέρα Σεραφείμ στη δεκαετία του 1950, είχε δημιουργήσει γύρω του μια ατμόσφαιρα ειλικρίνειας, σεβασμού τού ενός προς τον άλλο, περιλαμβάνοντας σ’ αυτήν και τούς νεώτερους, πού πρόσφατα είχαν ενσωματωθεί στην μοναχική αδελφότητα. Ψέματα δεν μπορούσε ποτέ να πει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Κανείς δεν άκουσε απ’ το στόμα του παράπονο για τις τοπικές αρχές, οι όποιες έδιναν συχνά παράλογες διαταγές. Κοντά στον πατέρα Σεραφείμ δεν αισθανόσουν να υπάρχει ούτε υποψία προσποιήσεως, ούτε κάποια ένταση ή ιδιοτροπία.
Ο πατήρ Σεραφείμ είχε αποκτήσει το προορατικό χάρισμα. Τον τελευταίο χρόνο αποχαιρετώντας κάποιους από τούς κοντινούς του, ήδη τούς προέλεγε ότι χωρίζονται για πάντα. Αισθανόμενος ότι πλησιάζει το τέλος του, στενοχωριόταν πολύ για την αδελφότητα της Μονής, αναζητούσε αντικαταστάτη του και καλούσε να καταλάβει τη θέση του ο αρχιμανδρίτης Ζηνόβιος, ό μετέπειτα μητροπολίτης Τέτρι-Τσκάρο.
Κατά την ημέρα της εορτής των μεγάλων ιεραρχών της Μόσχας, στις 18 Οκτωβρίου 1958, ό πατήρ Σεραφείμ συγκάλεσε την αδελφότητα, έδωσε τις νουθεσίες του, τούς ευλόγησε όλους και αναχώρησε εν ειρήνη προς τον Κύριο κρατώντας στα χέρια του τον Τίμιο Σταυρό.
Ετάφη δίπλα στο Άγιο Βήμα του μοναστηριακού ναού . Μετά το κλείσιμο του μοναστηριού το 1961 τα Λείψανα του όσιου Γέροντος διεκομίσθησαν στο κοινό ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ της αδελφότητος.
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑ. ΤΩΝ ΣΤΑΡΕΤΣ ΤΟΥ ΓΚΛΙΝΣΚ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ.

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2016/01/1874-1958.html