Η Μαρία Ντουντάρεβα, σύζυγος κάποιου μεσίτη, ήθελε από πολύ καιρό να πάη στό Κίεβο. Εξ αιτίας όμως της επιδημίας της χολέρας του 1853, ανέβαλε το ταξίδι της. Είχε μιά σχολαστική φροντίδα γιά την υγεία της. Τελικά όμως τό ριψοκινδύνευσε καί ξεκίνησε. Καθώς πλησίαζε στό ερημητήριο Κιταγιέφσκαγια, αποφάσισε νά δη καί τον Στάρετς Θεόφιλο. Φτάνοντας στην πόρτα του, ο Θεόφιλος βγήκε να την συναντήση κουβαλώντας κι ένα μικρό κουτί μ’ ένα καπάκι.

«Γειά σου, γειά σου γυναίκα του μεσίτη! Έλα, έχω ετοιμάσει ένα μικρό κουτάκι γιά σένα, σ’ αρέσει;».

«Ναι, Μπάτουσκα πάρα πολύ».

«Καί αν κλείσουμε το καπάκι έτσι, θάναι καλά τότε;».

«Ναί, ναί, Μπάτουσκα φυσικά».

«Πολύ καλά τότε, πάρτο. Αλλά πρόσεξε. Πήγαινε στό σπίτι σου γρήγορα. Μ’ ακούς; Μη σταματήσης πουθενά στήν πόλη, γιατί τότε θάναι μεγάλο τό κακό».

«Μά ήρθα προσκύνημα στό Κίεβο, Μπάτουσκα. Θάθελα νά μείνω μιά-δυό μέρες».

Η Μαρία έφυγε γρήγορα γιά τό σπίτι της κι έφτασε εκεί τρομαγμένη. Αλλά μόλις πού πρόλαβε νά χαιρετήσει την οικογένειά της. Την έπιασε κωλικός και ναυτία κι έπρεπε νά ξαπλώση στό κρεβάτι. Τό πρόσωπό της μελάνιασε καί υπέφερε από την χολέρα μόνο γιά τρεις ώρες· παρέδωσε μετά την ψυχή της στόν Θεό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. (1788-1853Μ.Χ)ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ.

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2017/02/blog-post_64.html