του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Μάρκου του Ασκητού
51. Όταν κανένας δεν σε αδική, τουλάχιστον να υπομένης ευχαρίστως τους διάφορους πειρασμούς. Και επειδή θα δώσης λόγον εις τον Θεόν, φρόντιζε να διανείμης τα περισσεύματά σου, διά να μή σου λογισθούν ως πλεονεξία.
52. Εάν αμαρτήσης κρυφά, μήν αποπειραθής να κρύψης το αμάρτημά σου από τον Θεόν. Διότι δι΄ημάς εγράφη ο λόγος: “Πάντα γάρ γυμνά καί τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς Κυρίου” (Ἑβρ. δ΄, 13).
53. Φρόντιζε να έχης καθαρόν νούν από λογισμούς, τους οποίους να φανερώνης εις τον Δεσπότην – Χριστόν. Διότι είς τον νούν βλέπει ο Θεός κατά την Γραφήν “Άνθρωπος γάρ εις πρόσωπον, Θεός δέ είς καρδίαν” (βλέπει) (Α΄ Βασιλ. ις΄7).
54. Μή σκέπτεσαι ή μήν κάμνης τίποτε, χωρίς να υπολογίσης αν αυτό το θέλη ο Θεός. Διότι εκείνος πού οδοιπορεί χωρίς προσανατολισμόν, θα κοπιάση ματαίως.
55. Εκείνος που αμαρτάνει χωρίς ανάγκην, χωρίς δηλαδή την βίαν της φύσεως ή των περιστάσεων, δυσκόλως επανέρχεται, διότι βλέπει ο Θεός, ότι πίπτει ο άνθρωπος άνευ και της παραμικράς αντιστάσεως καί, κατά λόγον δικαιοσύνης, δεν τον βοηθεί.
56. Ο οδυνηρός πειρασμός φέρει εις τον συνετόν την μνήμην του Θεού. Και ο πειρασμός θλίβει τον άνθρωπον κατά το μέτρον που ελησμόνησε τον Θεόν.
57. Κάθε πόνος ακούσιος ας σου γίνη διδάσκαλος, πού θα σου υπενθυμίζη τον Θεόν και δεν θα σου λείψη ποτέ αφορμή προς μετάνοιαν.
58. Η λήθη του Θεού, είναι πάθος, το οποίον καθ΄εαυτό δεν έχει καμμίαν δύναμιν, αλλά ενδυναμούται κατά αναλογίαν από τας ιδικάς μας αμελείας, όπως ενθυμούμεθα τον Θεόν.
59. Μή δικαιολογείσαι, λέγων, τί να κάνω, αφού χωρίς να θέλω λησμονώ τον Θεόν, διότι όταν τον ενθυμήσαι δεν κάμνεις ό,τι οφείλεις.
60. Εκείνο το αγαθόν που ενθυμείσαι, κάμε το. Και εκείνο που λησμονείς θα σου αποκαλυφθή. Εν συνεχεία δέ να διατηρήσης την αγαθήν μνήμην από τον κίνδυνον της λήθης.