Λέγεται ότι κάποιος νέος θέλησε να μονάσει κοντά στο κελλί ενός γέροντα και του υποτακτικού του. Οι ευρισκόμενοι γύρω μοναχοί προθυμοποιήθηκαν να τον φροντίσουν στις ανάγκες του με τρόφιμα κτλ.*
“`Ο γέροντας, όταν είδε την περιποίηση, ζήλεψε“` αγανακτώντας ότι σε αυτόν ουδέποτε έδειξε κανείς τέτοιο ενδιαφέρον, και έστειλε τον υποτακτικό του να του πει να εγκαταλείψει το κελλί διότι του χρειαζόταν (ήταν ιδιοκτησία του γέροντα).
“`Ο υποτακτικός του λυπήθηκε να πει σε αυτόν τέτοιο σκληρό λόγο,“` και δικαιολόγησε την εκεί παρουσία του ότι ο γέροντάς του τον έστειλε να μάθει για την υγεία του (διότι τον καιρό εκείνο ήταν άρρωστος).
Όταν επέστρεψε αυτός, σε ερώτηση του γέροντά του, απάντησε ότι διαβίβασε την παραγγελία του.
Ο γέροντας, όταν σε λίγες μέρας πληροφορήθηκε ότι ο νέος εκείνος ήταν ακόμη εκεί, έστειλε και πάλι τον υποτακτικό του με την εντολή, με αυστηρότερο ύφος να του υπενθυμίσει ότι έπρεπε ήδη να είχε εγκαταλείψει το κελλί.
Και πάλι ο υποτακτικός δεν θέλησε να τον λυπήσει, και αντί για σκληρότητα έδειξε σε αυτόν ενδιαφέρον και αγάπη, ρωτώντας εκ μέρους του γέροντά του για την υγεία του. Εκείνος απάντησε ότι δι’ ευχών του πάει σε ανάρρωση.
Όταν και πάλι ο γέροντας στη λειτουργία της Κυριακής πληροφορήθηκε ότι αυτός είναι ακόμη εκεί, αυτή τη φορά θέλησε να πάει ο ίδιος προς αυτόν ώστε ευθύς να τον εξαναγκάσει να εγκαταλείψει τον τόπο εκείνο.

Ο υποτακτικός του γέροντα πληροφορήθηκε την απόφασή του και έτρεξε πρώτος και φθάνοντας εκεί λέει στον νέο: “`«Ο γέροντάς μου δεν σε είδε σήμερα στην ακολουθία και ανησύχησε και έρχεται ο ίδιος να πληροφορηθεί για την υγεία σου».“`
Αυτός τότε συγκινημένος σηκώθηκε από το κρεβάτι του για να προϋπαντήσει τον αγαθό γέροντα, και πέφτοντας στα πόδια του είπε: “`«Είμαι ανάξιος, γέροντα, να έλθεις προς εμένα, εγώ έπρεπε να έλθω σε σένα, για να σε ευχαριστήσω για όσα καλά μου έκανες»“`.
Ο γέροντας απόρησε για τη συμπεριφορά του, και αφού τον καθησύχασε, επέστρεψε στο κελλί του.
Εκεί κάλεσε τον υποτακτικό του και τον ρώτησε απορώντας, πώς σε τόσο λίγο χρόνο έφθασε αυτός σε τόση τελειότητα• και θέλοντας να βεβαιωθεί, τον ρώτησε αν είχε μεταβιβάσει επακριβώς ό,τι αυτός του είπε.
Αυτός με φόβο και με τον πρέποντα σεβασμό του εξομολογήθηκε την αλήθεια.
Δάκρυσε τότε ο γέροντας και του είπε: “`«Παιδί μου, από αυτή τη στιγμή εσύ είσαι ο γέροντάς μου και εγώ ο υποτακτικός σου».“`
*Δημήτριος Παναγόπουλος*