Μία γυναίκα από τη Σίψα διηγήθηκε.
 
Ο πατέρας μου, μετά την επιστροφή του στόν Θεό , ήταν πολύ αυστηρός. Έκανε όλα του τα καθήκοντα καί πρό παντός τήν προσευχή του δεν την άφηνε και αυτό ζητούσε και από εμάς. Όταν γυρνούσε αργά το βράδυ από το χωράφι, όλο μας ρωτούσε άν κάναμε προσευχή.
«Όποιος δεν έκανε, αμέσως στο εικονοστάσι και την προσευχή του», φώναζε. Όταν με ρωτούσε και μένα άν έκανα προσευχή, έλεγα ναι, όμως δεν ήταν αυτή η αλήθεια.

Όταν αρρώστησα, με έστειλε η μητέρα μου στον νονό μου (Όσιο Γεώργιο), να με διαβάσει μία ευχή. Με διάβασε μπροστά στην Ώραία Πύλη μία ευχή και μετά από το σταμνάκι, που είχε νερό από τον Ιορδάνη ποταμό, μέ έριξε λίγο στήν πλάτη μου. Τότε βλέποντάς με κατάματα, μέ είπε: Εσύ τό βράδυ προσευχή δέν κάνεις Γιατί; Παιδί μου, η προσευχή είναι όπλο κατά του διαβόλου, μή την αφήσεις ποτέ.
 
Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης
 
 
https://proskynitis.blogspot.com/2022/08/blog-post_4.html