ΟΜΙΛΙΑ 1η

π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου

“Λόγοι Ἀφυπνίσεως”

 Κατά τή θεία Λατρεία στέκονται πέτρινοι!

«Ἐν προσευχῇ παριστάμενοι, λιθώδεις ὅλοι καί σκληροί καί σκοτεινοί τυγχάνουσι.»1, ἐνῶ παρίστανται στήν προσευχή, εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου πετρώδεις καί σκληροί καί σκοτεινοί.

Τούς βλέπετε νά πᾶνε στήν ἐκκλησία ἤ νά στέκονται σέ μία ὁμήγυρι προσευχομένων ἀνθρώπων. Πῶς ὅμως μένουν; Λιθώδεις, πέτρινοι· οὐδεμία συγκίνηση, οὐδεμία κατάνυξη τῆς καρδιᾶς, τίποτα. Καμία αἴσθηση· τίποτε! Σκληροί, σκοτεινοί! Σκληρό μάτι! Σέ βλέπουν μέ ἕνα μάτι σκληρό, πού πολλές φορές γυαλίζει· ἕνα μάτι σκοτεινό, ἀβυσσῶδες, πού ἄν μποροῦσες νά σκύψεις στό χεῖλος αὐτῆς τῆς ἀβύσσου, θά τρόμαζες μέ τό τί ὑπάρχει στόν ἀπύθμενο πυθμένα αὐτῆς τῆς κολάσεως τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου τοῦ σκοτεινοῦ!

Ἀλλά ἄς ἔλθω καί στά ἠπιώτερα. Βλέπετε πῶς μπαίνουν στήν ἐκκλησία Χριστιανοί, ἄνθρωποι βαπτισμένοι. Δέν λέω γιά τούς τουρίστες, τούς ξένους, πού κι αὐτοί ὑποτίθεται ὅτι εἶναι Χριστιανοί, εἴτε Προτεστάντες εἶναι εἴτε ὅ,τι ἄλλο θέλετε, αἱρετικοί φυσικά. Δέν λέω γι᾿ αὐτούς· λέω γιά τούς Ἕλληνές μας, τούς Χριστιανούς μας, τούς Ὀρθοδόξους, τούς βαπτισμένους, πού ἀκοῦνε τήν καμπάνα καί πηγαίνουν στήν ἐκκλησία τῆς ἐνορίας τους ἤ τοῦ χωριοῦ τους. Τώρα πλέον μεγάλωσαν… πῆγαν στό Πανεπιστήμιο, διδάχθηκαν τήν ἀθεΐα. Ὄχι πώς τό Πανεπιστήμιο αὐτό καθ᾿ ἑαυτό διδάσκει ἀθεΐα· ἡ γνώση δέν ὁδηγεῖ στήν ἀθεΐα· ἡ ἀθεΐα εἶναι ἀρρώστια τῆς γνώσεως. Πῶς μπαίνουν στήν ἐκκλησία μέσα; Μέ τά χέρια στίς τσέπες… σάν νά πηγαίνουν στό καφενεῖο! Ἴσως κάποτε νά μποῦν μέσα στόν χῶρο τόν ἱερό καί μέ τσιγάρο! Προκειμένου νά φωτογραφίσουν τοιχογραφίες, γιατί μόνο γιά τήν τέχνη ἐνδιαφέρονται καί ἀσχολοῦνται, κι ὄχι γιά τόν εἰκονιζόμενο Ἅγιο –αὐτά πού λέω εἶναι πραγματικά- δέν διστάζουν νά πατήσουν ἐπάνω καί σ᾿ αὐτή τήν Ἁγία Τράπεζα! Ὁπουδήποτε εἶναι ἱκανοί νά πατήσουν, προκειμένου νά φθάσουν μία τοιχογραφία μέ τόν φακό τῆς μηχανῆς τους καί νά φωτογραφίσουν τήν εἰκόνα! Εἶναι πραγματικά αὐτά πού σᾶς λέω· δέν εἶναι φανταστικά. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δέν ἔχουν συναίσθηση ποῦ βρισκονται;…

Ἀναισθητοῦν μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα!

   Ἀλλά γιατί νά τά λέω ἐγώ; τά λέει ὁ ἱερός Πατήρ στή συνέχεια. «τήν ἱεράν τράπεζαν βλέποντες, ἀναισθητοῦσι»· βλέπουν τήν ἁγία Τράπεζα, καί μένουν ἀναίσθητοι.

Ἀκοῦστε. Ὅταν μεταφερόταν ἡ Κιβωτός τοῦ Θεοῦ ἀπό τή Βηθλεέμ στήν Ἱερουσαλήμ καί ἡ ἅμαξα πού τήν μετέφερε ἔγειρε σέ μιά λακκούβα καί κινδύνεψε ἡ κιβωτός νά ἀνατραπεῖ, ὁ Ὀζά, ἀπό εὐλάβεια, ἔσπευσε νά τήν κρατήσει γιά νά μήν πέσει· καί πέθανε ἀμέσως! Τιμωρήθηκε διότι δέν ἦταν Λευΐτης, καί δέν ἐπιτρεπόταν σέ μή Λευΐτη νά ἐγγίσει τήν Κιβωτό τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὁποία -τί ἦταν;– ἦταν ἀπό ξύλο ἀκακίας, ἐπενδεδυμένη ἀπό μέσα κι ἀπ᾿ ἔξω μέ φύλλο χρυσοῦ, καί εἶχε μέσα τίς λίθινες πλάκες, πάνω στίς ὁποῖες πλάκες ἦταν γραμμένος ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ2. Συγκρίνεται ὅμως ἡ Κιβωτός τῆς Διαθήκης μέ τήν ἁγία Τράπεζα, ὅπως λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος;…3 Ἐκείνη ἡ Κιβωτός τί εἶχε; Πέτρινες πλάκες. Ἐδῶ τί ἔχει, παρακαλῶ, ἡ Τράπεζα ἡ Ἁγία τῆς Ἐκκλησίας; Ἔχει αὐτόν τόν ζῶντα Λόγον, τόν ἐνανθρωπήσαντα, ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, πού βρίσκονται πάνω της! Κι ἐσύ ἐγγίζεις καί πατᾶς καί βλέπει ἀναιδῶς, καί δέν κατανύγεσαι καί δέν αἰσθάνεσαι ντροπή, ὅταν τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ, πού κυκλώνουν τήν Ἁγία Τράπεζα κατά τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, κρύπτουν ἀπό συστολή τά πόδια τους μέ τίς δύο φτεροῦγες, καί τά πρόσωπά τους μέ τίς ἄλλες δύο φτεροῦγες, γιατί δέν μποροῦν νά βλέπουν τή Θεία δόξα;! Σύ μένεις ἀναίσθητος;!…

Ἀναισθητοοῦν μπροστά καί στά Τίμια Δῶρα!

 αγία τραπεζα

    Ἀλλά μόνον αὐτό; «τοῦ Δώρου μεταλαμβάνοντες, συνεχίζει ὁ ἅγιος Πατήρ, ὡς ἐπί γεύσι ψιλοῦ ἄρτου διάκεινται». Πραγματικά λιθώδεις ἄνθρωποι! πραγματικά πέτρινοι ἄνθρωποι! Πηγαίνουν καί κοινωνοῦν – γιατί;– γιατί ἔρχονται Χριστοῦγεννα… καί γιατί πρέπει νά κοινωνήσουν, ἐπειδή εἶναι Χριστούγεννα… Καί κλωτσῶντες καί κλωτσώμενοι, διαπληκτιζόμενοι, θυμώνοτες, ὑβρίζοντες ἐνίοτε καί σπρωχνώμενοι, ἔρχονται νά κοινωνήσουν!4 Τί κοινώνησαν; Κρασί καί ψωμί! Ἔτσι πιστεύουν· ψιλόν ἄρτο καί ψιλόν οἶνο –τό ψι μέ γιῶτα– δηλαδή σκέτο κρασί καί σκέτο ψωμί. Ἔτσι τό αἰσθάνονται. Τί πήρανε; Τίποτα· οὐδεμία αἴσθηση. Θά ᾿πρεπε ὅμως νά νοιώθουν ὅπως τότε οἱ Μαθητές, πού ἔβλεπαν τόν Κύριο καί ποῦ μποροῦσαν νά ἐγγίζουν καί νά ἅπτωνται τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ! «καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, θά πεῖ ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν ἐπιστολή του, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς»5. Τότε οἱ Μαθητές δέν ψηλάφησαν τόν Ἰησοῦ· ψηλάφησαν τόν Θεῖο Λόγο!

Κι ἐσύ, ὅταν γεύεσαι αὐτό πού ἀντιλαμβάνονται οἱ αἰσθήσεις σου, τά μάτια σου κι ἡ γεύση σου καί τά λοιπά, δέν εἶναι κρασί καί ψωμί, ἀλλά εἶναι αὐτός ὁ Θεῖος Λόγος, αὐτός ὁ Θεῖος Λόγος ὁ ἐνανθρωπήσας! Κι ἐσύ τό θεωρεῖς ὅτι εἶναι τίποτα;! Τότε γιατί πᾶς καί κοινωνεῖς; Φῦγε μακρυά· τουλάχιστον δήλωσέ του ὅτι δέν εἶσαι Χριστιανός, ὅτι δέν θέλεις νά εἶσαι Χριστιανός. Δέν μπορεῖ νά ἐμφανίζεται κανείς, ἀγαπητοί μου, ὡς λιθώδης ἄνθρωπος, ἀναίσθητος, μπροστά στό ἁγιώτατο καί ἱερότερο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πού ἀποτελεῖ τήν καρδιά, τόν νοῦ, τό ἄλφα καί τό ὠμέγα τῆς χριστιανικῆς μας Πίστεως, πού εἶναι αὐτός ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός Λόγος.

Συνεχίζεται….

  Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι

κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

 

    Ἐκδόσεις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Ἱ. Μ. Κομνηνείου «Κοιμήσεως Θεοτόκου» καί «Ἁγίου Δημητρίου»

400.07 Στόμιον Λαρίσης.

Τηλ. & Fax.: 24950.91220.

1Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, Κλῖμαξ, Λόγος ΙΖ΄, παρ. Ε΄, Ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς, 1978, σ. 225.

2Βλ. Β΄ Βασσ. Στ ΄ : 3-7.

3Βλ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Πρός Θεόδωρον ἐκπεσόντα καί περί μετανοίας λόγος α΄, 1, 21: «Αὕτη γάρ… πολλῷ τιμιωτέρα ἐκείνων σύμβολα εἰς τήν σήν ἐναπέκειτο ψυχήν· οὗτος ἁγιώτερος ἐκείνου ὁ ναός· οὐδέ γάρ χρυσῷ καί ἀργύρῳ, ἀλλά τῇ τοῦ Πνεύματος ἀπέστιλβε χάριτι· καί ἀντί τῶν Χερουβίμ καί τῆς κιβωτοῦ, τόν Χριστόν καί τόν τούτου Πατέρα καί τόν Παράκλητον εἶχεν ἱδρυμένον ἐν ἑαυτῷ. Εἰς τόν Ματθαῖον, Ὁμιλία ΛΒ΄, MPG 57, 384, 54-55: «Καί γάρ ἡ τράπεζα αὕτη πολλῷ τιμιωτέρα καί ἡδίων, καί ἡ λυχνία τῆς λυχνίας.».

4Πρβλ. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Εἰς τήν γενέθλιον ἡμέραν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, MPG 49, 360- 361: «Μέλλοντες προσιέναι τῇ φρικτῇ καί θείᾳ ταύτῃ τραπέζῃ καί ἱερᾷ μυσταγωγίᾳ, μετά φόβου καί τρόμου τοῦτο ποιεῖτε, μετά καθαροῦ συνειδότος, μετά νηστείας καί προσευχής, μή θορυβοῦντες, μηδέ λακτίζοντες, μηδέ ὠθοῦντες τούς πλησίον· ἐσχάτης γάρ τοῦτο παρανοίας, καί καταφρονήσεως οὐ τῆς τυχούσης. Διό καί πολλήν ἐπάγει τοῖς ταῦτα ποιοῦσι τήν κόλασιν καί τήν τιμωρίαν.». Εἰς τό ἅγιον καί σωτήριον βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ, MPG 49, 369: «Οἶδα ὅτι πολλοί παρ᾿ ἡμῖν διά τήν τῆς ἑορτῆς συνήθειαν τῇ ἱερᾷ ταύτη προσδραμοῦνται τραπέζῃ. Ἔδει μέν οὖν μή ἑορτάς παρατηρεῖν, ἡνίκα ἄν δέοι κοινωνεῖν, ἀλλά τό συνειδός καθαίρειν, καί τότε τῆς ἱερᾶς ἅπτεσθαι θυσίας.».

5Α΄ Ἰωάν. Α΄ : 1.