Τα παρόντα, γράφονται ως τεκμήρια για την αξιοπιστία των επιστολών του αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου. Οι αιρετικοί Προτεστάντες, επειδή στριμώχνονται άσχημα από τις επτά γνήσιες επιστολές του αγίου Ιγνατίου, καταφεύγουν σε αστήρικτες δηλώσεις, ότι δήθεν οι επιστολές είναι νοθευμένες και ότι δεν μπορούμε να στηριχθούμε στην μαρτυρία που μας δίνουν. Λένε την μισή αλήθεια, αγνοώντας την επιστημονική βιβλιογραφία, που φυσικά, είναι εναντίον των ισχυρισμών τους. Οι επιστολές αυτές, γραμμένες από άμεσο διάδοχο των αγίων Αποστόλων και επομένως πολύ πρώιμα, μας δείχνουν πολλά πράγματα για την Εκκλησία κατά την επόμενη γενεά μετά τους Αποστόλους. Αν και γραμμένες περιστασιακά κατά τις αρχές του 2ου αιώνος, κατά την πορεία προς το μαρτύριο του αγίου, είναι ικανές να φωτίσουν σε αρκετά θέματα της πίστεως, φανερώνοντας τον Ορθόδοξο τρόπο λατρείας και πρακτικής.

Για παράδειγμα, μέσα από τις επιστολές του, φαίνεται ο Ορθόδοξος Επισκοπικός θεσμός, συνδέεται ο Επίσκοπος με την Θεία Ευχαριστία η οποία ως αναίμακτη θυσία τελείται στο Θυσιαστήριο, φανερώνεται η ειδική ιεροσύνη, τονίζεται η πνευματική εξουσία του κανονικού Επισκόπου χωρίς την γνώμη του οποίου τίποτα δεν είναι δυνατόν να γίνει, δηλώνεται καθαρά ότι ο Επίσκοπος είναι το κέντρο της ενότητας της Εκκλησίας, και αναφέρονται οι τρεις βαθμοί της ειδικής ιεροσύνης, η οποία ιεροσύνη συνδέεται άμεσα με την τέλεση των ιερών Μυστηρίων. Κατόπιν των παραπάνω, γίνεται εμφανέστατος ο λόγος για τον οποίο οι Προτεστάντες προσπαθούν να μειώσουν την αξιοπιστία των επιστολών.
Στην εισαγωγή του βιβλίου «Αποστολικοί Πατέρες» του διδάκτορα Θεολογίας Ν. Νικολαϊδη, με υπότιτλο «Γραμματολογική και Θεολογική Προσέγγιση» στη σελίδα 15, υποσημείωση 9 γράφει:
«Είναι γνωστός ο πόλεμος, ιδιαίτερα αρκετών Προτεσταντών, κατά των Επιστολών του Ιγνατίου. Και τούτο, γιατί αυτές διασώζουν και κατοχυρώνουν την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας, όσο αφορά στο μυστήριο της Ιεροσύνης και μάλιστα στο θεσμό του επισκόπου».
Σήμερα είναι αποδεκτό ότι υπάρχουν τρεις συλλογές με έργα του αγίου Ιγνατίου. Στην πρώτη συλλογή βρίσκονται οι επιστολές που θεωρούνται από όλους τους επιστήμονες ως γνήσιες. Είναι επτά επιστολές, οι οποίες πέρασαν με επιτυχία τις διεξοδικές έρευνες των ειδικών, που έγιναν σε βάθος χρόνου, όπως απαιτεί η επιστημονική έρευνα. Στην δεύτερη συλλογή, είναι οι ίδιες επιστολές με τις νόθες προσθήκες. Κατά τους ειδικούς, κατά τον τέταρτο αιώνα, κάποιος Αρειανόφρονας, νόθευσε τις γνήσιες επιστολές. Η συγκριτική επιστήμη απέδειξε τις νοθείες με βάση τα χειρόγραφα. Στην τρίτη συλλογή, βρίσκονται επιστολές που φέρονται να είναι επιστολές του αγίου, αν και δεν υπάρχει ομογνωμία μεταξύ των ειδικών επιστημόνων.
Φυσικά, τα στοιχεία που αναιρούν Προτεσταντικές θέσεις, είναι παρμένα από την συλλογή των γνήσιων επιστολών!
Ο καθηγητής Πατρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Στυλιανός Παπαδόπουλος, αναφέρει: 
«επί δύο αιώνες συζητήθηκε η γνησιότης των επιστολών με αποτέλεσμα να γίνεται σήμερα από όλους δεκτή η προέλευσή τους από τον Ιγνάτιο». (Πατρολογία Στ. Παπαδόπουλου, Α’ τόμος, σελ. 179).

Ο διδάκτορας θεολογίας, Π . Παπαευαγγέλου, αναφέρει · 

«Οι επιστολές που συνολικά έστειλε ο Ιγνάτιος από την Σμύρνη και την Τροία είναι επτά. Προς Εφεσίους, προς Μαγνησείς, προς Τραλλιανούς, προς Ρωμαίους, προς Φιλαδελφείς, προς Σμυρναίους και προς Πολύκαρπον. Οι επιστολές του αυτές διασώθηκαν μέχρι σήμερα στα ελληνικά σε δύο εκδόσεις, μία σύντομη και μια εκτενέστερη. Η γνώμη που επικρατεί σήμερα μεταξύ των ειδικών είναι ότι από τις δύο μορφές των επτά επιστολών του Ιγνατίου, γνήσιες είναι οι επιστολές της σύντομης μορφής, ενώ οι άλλες της εκτενέστερης μορφής είναι νόθες».
(Εισαγωγή στις επιστολές του Ιγνατίου, ”Αποστολικοί Πατέρες, Άπαντα τα έργα”, σελ. 10).

Ο πατρολόγος Π. Χρήστου, αναφέρει· 

«Η εκτύπωσις των εις τας συλλογάς ταύτας περιεχομένων επιστολών, αρξαμένη δια της εκτενούς παραλλαγής, λατινιστί το 1489 και ελληνιστί το 1555, προεκάλεσε διχασμό των κριτικών, οφειλόμενον αρχικώς και εις τας αντιθέσεις μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών ως προς την αρχαιότητα του θεσμού του επισκόπου. Δια των εργασιών των ZahnFunkLightfool, και Harnack κατά τα τέλη του παρελθόντος αιώνος, ακολουθησάντων την γραμμήν την οποίαν είχε δείξει δύο αιώνας ενωρίτερον ο Pearson, κατωχυρώθη η γνησιότης των επτά σύντομων επιστολών» (Πατρολογία Χρήστου, Β’ τόμος, σελ. 415).