ΠΕΡΙ ΥΠΑΚΟΗΣ ΣΕ ΚΑΙΡΟ ΑΠΟΣΤΑΣΙΑΣ Β΄
Γιατὶ οἱ σημερινοὶ ποιμένες φτάνουν στὴν κατάστασι νὰ ἀπαιτοῦν ὑπακοή ἐνῷ δὲν ἔχουν βιωματικὴ σχέσι καὶ ἐμπειρία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ παράλληλα γιατὶ τὸ πλήρωμα τοὺς ἀκολουθεῖ ἀπροϋπόθετα.
Ἡ ἐν ἐκκλησίᾳ ὑπακοὴ εἶναι ἡ ὑπακοὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ, τοῦ Εὐαγγελίου. Δὲν εἶναι ὑπακοὴ σὲ ἀποφάσεις καὶ ἐντολὲς ἀνθρώπων. Αὐτὸ αφορᾶ ὅλους τοὺς χριστιανούς. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξύ ποιμένων καὶ ποιμενομένων. Ὅλοι ὀφείλουν τὸ ἴδιο νὰ ὑπακούουν στὶς ἐντολές γιατὶ ὅλοι εἶναι κεκλημένοι νὰ ἀγαπήσουν τὸν Χριστὸ. «Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολάς μου τηρήσει». Δὲν ὑπάρχει περίπτωσι κάποιος νὰ ἀγαπᾶ ἀληθινὰ τὸν Χριστὸ χωρὶς νὰ τηρῇ τὶς ἐντολές του.
Ἄν οἱ ποιμένες ἔχουν ἀναλάβει τὴ διακονία διαποιμάνσεως τοῦ λαοῦ ἀπὸ ἀγάπη στὸ Χριστὸ -σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ «Πέτρο φιλεῖς με ποίμενε τὰ πρόβατά μου»- τότε ὁπωσδήποτε τὸ πρῶτο μέλημά τους, -λόγῳ αὐτοῦ τοῦ φιλεῖς με, μὲ ἀγαπᾶς- θὰ εἶναι νὰ ὑπακούσουν στὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὶς τηρήσουν. Ὅμως μόνο μὲ τὰ ἔργα , ἐμπράκτως, διὰ τῶν πραγμάτων, ἀποδεικνύεται ἡ ὑπακοή.
Ἓν ζητῶ παρ᾿ ὑμῶν μόνον, τὴν διὰ τῶν ἔργων ἐπίδειξιν, τὴν διὰ τῶν πραγμάτων ὑπακοήν· ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG60, 548
Ὅποιος μένει στὰ λόγια μόνο καὶ νομίζει ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Χριστὸ καὶ ὑπακούει σ’ αὐτὸν ἀπλῶς εἶναι μωρός, βλάκας:
Πᾶς γὰρ, φησὶν, ὁ ἀκούων μου τοὺς λόγους τούτους καὶ ποιῶν αὐτοὺς, ὁμοιωθήσεται ἀνδρὶ φρονίμῳ. Ὅρα πῶς οὐ μόνον ἀκούειν ἡμᾶς βούλεται, ἀλλὰ καὶ ποιεῖν, καὶ διὰ τῶν ἔργων ἐπιδείκνυσθαι τὴν ὑπακοὴν, καὶ τοῦτον μὲν φρόνιμον ἐκάλεσε, τὸν τὰ ἔργα τοῖς λόγοις ἀκόλουθα ἐπιδεικνύμενον, τὸν δὲ μέχρι τῶν λόγων ἱστάμενον, μωρὸν ὠνόμασεν· εἰκότως. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ PG53, 31
Ἐνῷ αὐτὸ εἶναι πασίδηλο καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς πατέρες κατὰ κόρον διατυπωμένο, ἀπὸ παληὰ ἐπιχειρήθηκε -καὶ στὶς μέρες μας ἐπεκράτησε ἀπολύτως- νὰ θεωροῦνται ἀρκετὰ τὸ λόγια περὶ θεοῦ καὶ οἱ ἀντίστοιχες «σπουδές», οἱ θεολογικὲς λεγόμενες σπουδές χωρίς νὰ συνοδεύονται ἀπὸ ἔμπρακτη ἐφαρμογή τῶν ἐντολῶν. Ὁ ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ αὐτὴ τὴν κατάστασι μωρίας-βλακείας τὴν ἐπισημαίνει ὡς πνευματική πλάνη:

Στὶς θεολογικὲς σχολὲς ἡ θεολογικὴ ἐπιστήμη δὲν προσφέρει τὴ γνώσι τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀληθινὴ ἐν Θεῷ ζωή. Στὴν περίπτωσι αὐτὴ, ἡ θεολογία γίνεται κατὰ κάποιον τρόπο μιὰ διανοητικὴ δεξιότητα, προσιτὴ σὲ ὅλον τὸν κόσμο. … Ἔτσι , μπορεῖ νὰ συμβῇ νὰ γίνουμε θύματα μιᾶς πνευματικῆς πλάνης ποὺ συνίσταται στὸ νὰ δίνουμε σημασία περισσότερο σὲ αὐτὸ ποὺ προσφέρει ἡ ἐπιστήμη τῶν θεολογικῶν σχολῶν παρὰ στὴν ἁγιότητα τοῦ βίου. Ἀρχιμ. (Ἁγίου) Σωφρονίου ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Ἐκδ. Ι.Μ. ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΕΣΣΕΞ. Α΄ἐκδ. 2013 τομΒ. Σελ.141
Ὅταν ἡ πλάνη «γίνεται προσὸν» γιὰ νὰ εἰσέλθῃ κανεὶς στὴν ἱερατικὴ διακονία καὶ προϋπόθεσι γιὰ νὰ ἀνέλθῃ κανεὶς στὴν ἐκκλησιαστική ἱεραρχία τότε κριτήριο γίνονται τὰ «χαρτιὰ» καὶ τὰ διπλώματα:
Ὁ κόσμος κρίνει σύμφωνα μὲ τὰ «χαρτιά», τὰ διπλώματα ποὺ ἀποκτῶνται στὰ σχολεία. Δυστυχῶς τὸ βλέπουμε αὐτὸ ἀκόμη καὶ μέσα στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν βρίσκει κανεὶς συχνὰ πραγματικοὺς θεολόγους ἀνάμεσα στοὺς ἱεράρχες. Ἐννοοῦν τὸν ρόλο τους στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶλλον ὡς ἕναν ρόλο ἐξωτερικῆς διοικήσεως. Κατ᾿ ἀρχὴν οἱ ἐπίσκοποι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὅπως οἱ ἀετοὶ ποὺ πετοῦν πάνω ἀπὸ τὴν πόλι. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Σιλουανὸς γιὰ τοὺς ἐπισκόπους κατὰ κανόνα δὲν ἐφαρμόζεται στὴν πράξι μέσα στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι τὸ ἰδεῶδες. ὅ.π. ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ τομ.Β.σελ.144
Καὶ ἔτσι ζοῦμε, ένίοτε, τὴν τραγικότητα ἄνθρωποι πνευματικὰ ἀναλφάβητοι, ποὺ ζοῦν ἐνάντια στὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, νὰ εἶναι ἐπικεφαλῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν:
Βλέπουμε ὅτι, μερικὲς φορὲς, ἄνθρωποι ποὺ εἶναι πνευματικὰ ἀμαθεῖς, ποὺ ζοῦν ἐνάντια στὸ πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος σταυρώθηκε ἀπὸ ἀγάπη, βρίσκονται ἐπικεφαλῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν. Σὲ αὐτὸ ἔγκειται ἡ τραγικότητα τῆς ἱστορίας. (ὅ.π. ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ τομ.Β.σελ.312)
Ἔτσι, ἄνθρωποι ἄγευστοι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, πνευματικῶς ἀμαθεῖς, χωρὶς ἔμπρακτη ὑπακοὴ στὸν Χριστὸ καὶ ἁγιότητα βίου ἀλλὰ κατέχοντες τὰ ἰνία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας θέλουν νὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἄποψί τους σ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησία καὶ ἀπορρίπτουν ὁτιδήποτε ἄλλο:
Ποιό πράγμα εἶναι δύσκολο στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας; Συχνὰ οἱ ἄνθρωποι ποὺ κατέχουν ὑπεύθυνες θέσεις ἐπιμένουν στὴν δική τους μερικὴ ἀντίληψι σὰν κάτι τὸ ἀποκλειστικὰ τέλειο καὶ ἀπορρίπτουν ὅλα τὰ ἄλλα. (ὅ.π. ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ τομ.Β σελ.365-6)
Αὐτοὶ ὅμως οἱ ἄνθρωποι ἐξ ὁρισμοῦ ὑπάρχουν γιὰ νὰ διδάξουν τὴν χριστιανικὴ ζωή. Γίνεται; Εἶναι δυνατόν αὐτό; Ὄχι:
Μπορεῖ νὰ διδάξῃ αὐθεντικὰ τὴν χριστιανικὴ ζωὴ μόνον ἐκεῖνος ποὺ ἀξιώθηκε τῆς ὁράσεως τοῦ φωτὸς τῆς Θεότητος. Στὸ νοερὸ φῶς τῆς θεοπτίας γίνονται ὁρατοὶ οἱ πνευματικοὶ δρόμοι, οἱ ὁποῖοι παραμένουν ἀόρατοι στὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας. Ἄν βέβαια ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὸ φῶς αὐτὸ, τότε καμμιὰ «ἀνθρώπινη γνώσι» δὲν σώζει. Οἱ κάτοχοι τῶν εὐρύτερων θεολογικῶν γνώσεων εἶναι σχεδὸν ἐξίσου τυφλοὶ ὁδηγοί, ὅσο καὶ ἐκείνοι ποὺ δὲν ἔχουν τὶς γνώσεις αὐτές. Κάποτε μάλιστα εἶναι καὶ χειρότεροι, δηλαδὴ πιὸ ἐπιζήμιοι, διότι, ἔχοντας κάποια ἐξωτερικὴ ὑπεροχὴ ἀπέναντι στοὺς ἀδελφοὺς ἐξαιτίας τῶν γνώσεων αὐτῶν , γίνονται ψευδοπροφῆτες ποὺ παρασύρουν μαζί τους στὸ σκοτάδι ὅσους τοὺς ἀκολουθοῦν. Ἀρχιμ. Σωφρονίου: Τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. ἐκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ. 2011. σελ29
Ἔτσι φτάνουμε στὴ σημερινή κατάστασι: Ποιμένες, ἱερεῖς καὶ ἐπίσκοποι, μὲ τὶς παραπάνω ἐλείψεις ἀπαιτοῦν ὑπακοή σὲ ὅτι ἀντιλαμβάνονται αὐτοὶ καὶ οὐσιαστικὰ παρασύρουν μαζί τους στὸ σκοτάδι ὅσους τοὺς ἀκολουθοῦν.( Αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ μὲ μιὰ ματιὰ στὴν τραγελαφικὴ κατάστασι τῶν πιστῶν ποὺ τρέχουν στὶς λειτουργίες καὶ τὶς παρακλήσεις λέγοντας Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς καὶ Τὴν πάσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φορῶντας τὰ φίμωτρα ποὺ ἔχουν ἐπιβληθεῖ ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία μήπως καὶ κολλήσουν ἰοὺς καὶ ἀμέσως μετὰ βγαίνουν ἔξω καὶ συναγελάζονται ἄνευ ἡμικαλύπτρας προσώπου!!!) «Ἡ στάσι (τους-τῶν ἐπισκόπων δηλαδή) εἶναι «νὰ γίνῃ ὅπως θέλω ἐγώ», ὅπως ὑπαγορεύει τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας μου ἤ τῆς φιλαρχίας ἤ τῆς τάσεώς μου πρὸς κυριαρχία·» (ὅ.π. ΟΙΚΟΔΟΜΩΝΤΑΣ τομ.Β.σελ.365-6) καὶ ὄχι ὅπως ἐπιβάλλουν οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τὸν ποιμένα αὐτὸν λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος:
Ἄν ἐπιζητεῖ τὴν ὑπακοὴ τῶν ἄλλων γιὰ τὶς δικές του ἀνάγκες (φιλοδοξία-φιλαρχία-τάσις πρὸς κυριαρχία) νὰ ξέρει ὅτι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου τὸν διδάσκει (τὸν ποιμένα) νὰ ὑπηρετεῖ τὸν κάθε ἕνα ἀπὸ τοὺς ἄλλους.
Εἰ μὲν γὰρ πρὸς τὴν ἑαυτοῦ χρείαν τὴν ὑπακοὴν ἐπιζητεῖ, γινωσκέτω, ὅτι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου αὐτὸν ἕκαστον τοῖς ἄλλοις ὑπηρετεῖν διδάσκει· ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ PG31, 1101D
Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος καθοδηγεῖται μεθοδικῶς νὰ ξεχνᾶ αὐτὴ τὴν βασικὴ προϋπόθεσι. Καὶ ὁ ποιμένας καὶ οἱ ποιμενόμενοι δὲν φαίνεται πλέον νὰ ἀντιλαμβάνονται αὐτό τὸ γεγονός. Ὁ ποιμένας ξεχνᾶ ὅτι εἶναι διάκονος καὶ ὑπηρέτης τῶν ἄλλων. Πάσχει ἀπὸ τὴν ἴδια νόσο μὲ τοὺς πολιτικούς. Ἐνῷ ἀναλαμβάνουν τὴν ἐξουσία γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὸν λαὸ, νὰ ἐργαστοῦν, νὰ παρουσιάσουν ἔργο (ὑπ-ουργοὶ, πρωθυπ-ουργός) καταλήγουν νὰ τυραννοῦν τὸν λαό (οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν) καὶ νὰ τὸν κατατρώγουν σὰν τὸ ψωμὶ (οἱ ἐσθίοντες τὸν λαόν μου ἐν βρώσει ἄρτου). Ὄχι ἀπλὰ ἀπαιτοῦν ὅ,τι τοὺς ὡθεὶ ἡ πλεονεξία τους ὅ,τι σκέφτονται καὶ ὅ,τι λέγουν νὰ γίνεται ἀποδεκτό, ἀλλὰ τὸ ἐπιβάλλουν διὰ τῆς βίας τῆς ἐξουσίας μὲ τὴν βοήθεια τοῦ νόμου.
Τὸ τῆς φύσεως εὐγενὲς πλεονεξία κατέτεμε, προσλαβοῦσα καὶ νόμον, τῆς δυναστείας ἐπίκουρον. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ 35, 892
Ἔτσι κάθε μέρα περιμένουμε καινούργιες ἀποφάσεις ἀπὸ Χαρδαλιάδες καὶ Τσιόρδες καὶ καινούργια ΚΥΑ, καινούργιο νόμο, ποὺ θὰ βοηθήσῃ τὴν ἐξουσία νὰ ἐπιβάλλῃ τὶς ἀποφάσεις της.
Ἕτσι ὅμως ἀντιλαμβάνεται τὸν ἑαυτό του καὶ ὁ ποιμένας ἀφοὺ ξέχασε ὅτι εἶπε ὁ Κύριος «οὐχ οὔτως ἔσται ἐν ὑμῖν».
Οἱ ἄνθρωποι, ὅπως συνήθισαν ὡς πολίτες νὰ εἶναι ὑποτεταγμένοι στοὺς ἄρχοντες καὶ νὰ ξεχνοῦν ὅτι ἀποτελοῦν τὸν κυρίαρχο λαό, τὸ ἴδιο κάνουν καὶ ἔναντι τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων. Σέβονται καὶ ὑπακούουν στὴν θέσι, στὸν θεσμό. Δὲν βλέπουν πιὰ τὰ πρόσωπα καὶ τὸν βίο τους. Δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα καὶ ὅτι ὅλοι εἴμαστε συνυπεύθυνοι γιὰ ὅλα ἀναλόγως βεβαίως τῆς θέσεως καὶ τῆς εὐθύνης ἑκάστου. Δὲν προσέχουν στὸ τί λέγεται, τί ἐπιβάλλεται. Ἀπλῶς ὑπακούουν σὰν μουσουλμάνοι. Καὶ ἔτσι παρουσιάζεται ἕνας μαζοποιημένος χριστιανισμός , μιὰ σύγχρονη φεουδαρχία, αὐτὸ ποὺ ζοῦμε σήμερα.
Τί μποροῦν καὶ τὶ πρέπει νὰ κάνουν ὅσοι ὑποψιάζονται αὐτά;
Κατ᾿ ἀρχὴν δὲν πρέπει νὰ προσφεύγουν στὸ συνηθισμένο : «ἐγὼ κάνω ὑπακοή». Μπορεῖ αὐτὸ νὰ καλλιεργεῖται στὸ ἔπακρον, ἀλλὰ ἀφ᾿ ἑνὸς εἶναι ἡ μέθοδος τῶν παραπάνω περιγραφέντων ποιμένων γιὰ νὰ ἐπιβληθοῦν στὴν ἐκκλησία μὲ τὸ ἐπαναλαμβανόμενο «ἡ ὑπακοὴ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα τῶν ἀρετῶν» (τὸ ὁποῖο εἶναι μὲν ἀληθὲς, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ αὐτοὶ ἐννοοῦν καὶ ἀπαιτοῦν) καὶ ἀφ΄ ἐτέρου ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀποστολικοὺς χρόνους εἶχε ἐπισημανθεῖ αὐτὴ ἡ τάσι ὁρισμένων χριστιανῶν λόγῳ ραθυμίας καὶ βολέματος νὰ ἐπαναπαύονται σ᾿ αὐτὴ τὴν νοοτροπία: «Ἐγὼ εἶμαι πρόβατο. Ἐγὼ κάνω ὑπακοή. Ὅτι πεῖ ἡ ἐκκλησία δηλαδὴ ὁ παπᾶς ἤ ὁ δεσπότης. Δὲ θὰ δώσω λόγο ἐγὼ, ὁ ποιμένας θὰ δώσει λόγο» Ὅμως εἶναι λογικὰ τὰ πρόβατα αὐτὰ καὶ ὄχι ἄλογα, σὰν τὰ τετράποδα, ὁπότε ὅπως τὸ πρόβατο ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ τὸν καλὸ ποιμένα θὰ τὸ φάει ὁ λύκος ἔτσι καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν κακό ποιμένα εἶναι προφανὲς ὅτι θὰ τὸ καταβροχθήσει ὁ θάνατος. Γι᾿ αὐτὸ νὰ ἀποφεύγετε τοὺς φθοροποιοὺς ποιμένες».
Λογικὰ γὰρ τὰ πρόβατα καὶ οἱ κριοί οὗτοι, ἀλλ᾿οὐκ ἄλογα· ἵνα μή ποτε εἴπῃ ὁ Λαϊκός «Ὅτι ἐγὼ πρόβατόν εἰμι, καὶ οὐ ποιμὴν, καὶ οὐδένα λόγον ἐμαυτοῦ ποιήσομαι, ἀλλ᾿ ὁ ποιμὴν ὅψεται, καὶ αὐτὸς μόνος εἰσπραχθήσεται τὴν ὑπὲρ ἐμοῦ δίκην». Ὤσπερ γὰρ τῷ καλῷ ποιμένι τὸ μὴ ἀκολουθοῦν πρόβατον, λύκοις ἔκκειται εἰς διαφθορὰν, οὕτω τῷ πονηρῷ ποιμένι τὸ ἀκολουθοῦν, πρόδηλον ἔχει τὸν θάνατον ὅτι κατατρώξεται αὐτό. Διὸ φευκτέον ἀπὸ τῶν φθορέων ποιμένων.PG 1 σ.633 Α B ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Βλέπετε αὐτὰ δὲν τὰ λένε οἱ φανατικοὶ τῆς σήμερον, ὅπως παραπλανοῦν τοὺς πιστοὺς οἱ ἐπιβήτορες τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, καὶ οἱ ἄσχετοι ἤ εὐπειθεὶς ἤ πονηροὶ ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦν, ἀλλὰ οἱ ἅγιοί μας ἀπὸ τὰ ἀποστολικὰ χρόνια μέχρι τώρα.
Βέβαια ἀναρωτιέται ὁ σημερινὸς ζαλισμένος ἄνθρωπος, ἰδιαιτέρως ὅταν δὲν εὐμοίρησε νὰ συναντήσῃ γνησίους ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου: Τί νὰ κάμω; Ἀκούω τὸν πνευματικὸ καὶ ὅτι λέει τό δέχομαι.
Ὁ ἄπειρος ὑποτακτικὸς, ὡς πνευματικῶς ἀδόκιμος ἄνθρωπος, δὲν μπορεῖ νὰ διακρίνῃ τὸν αὐθεντικὰ ἅγιο καὶ ἀληθινὸ πατέρα, ποὺ εἶναι συχνὰ αὐστηρὸς στὶς ἀπαιτήσεις του, ἀπὸ ἕνα τυφλὸ ὁδηγὸ, ἤ ἀκόμη ἀπὸ ἕνα «λύκο», ποὺ συχνᾶ παραπλανᾶ. Εἶναι μεγάλο δῶρο Θεοῦ νὰ βρεθεῖ ἀπλανὴς Γέροντας. Πρέπει νὰ ἀναζητήσει κάποιος καθοδηγητὴ μὲ πολλὲς θερμές προσευχὲς, μὲ κλάμα καὶ ταπείνωσι· καὶ ὅποιος πράγματι ταπεινὰ ἀναζητᾶ, ἐκεῖνος, κατὰ βεβαίωσι τῶν ἀγίων Πατέρων, θὰ βρῇ· γιὰ τὸν ὑπερήφανο ὅμως, κανένας δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γέροντας. Ἅγιος Σωφρόνιος. ὅ.π. ΜΥΣΤΗΡΙΟ… σελ. 30
Τὰ καταθέτω αὐτὰ ἔτσι σκόρπια γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀνησυχοῦν ἀλλὰ δειλιοῦν καὶ φοβοῦνται νὰ δοῦν τὴν πραγματικότητα κατάματα, μήπως καὶ βοηθηθοῦν. Συνέχεια ἐπαναλαμβάνω τὰ ἴδια -μόνο τὰ παραθέματα τῶν ἁγίων πατέρων ἀλλάζουν- ἀλλὰ προσπαθῶ νὰ τὰ κάνω γνωστὰ σὲ ὅσους ἀγνοοῦν καὶ δὲν διαθέτουν χρόνο γιὰ νὰ ψάξουν – καὶ δυστυχῶς διαπιστώνω ὅτι εἶναι ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία (γιὰ τοὺς ἀπλοὺς ἀνθρώπους μιλῶ ὄχι γι᾿ αὐτοὺς ποὺ γνωρίζουν -δὲν ἔχουν ἀνάγκη, οὔτε γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πεισματικὰ νομίζουν ὅτι γνωρίζουν-δὲν τοὺς ὠφελεῖ τίποτε ἀυτούς).