Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί σήμερα τόν Ἅγιο Σιλουανό καί εἴμαστε στό κεφάλαιο γιά τήν δογματική συνείδηση καί τή Χάρη. «Ἡ Χάρις καί ἡ δογματική συνείδηση πού γεννᾶ»[1]. Ὅταν δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, πού σημαίνει ἔχει ἐμπειρία τῆς Θείας Χάρης, τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ, τότε, ὅπως λέγαμε, ἀποκτάει μία γνώση πνευματική, ἡ ὁποία δέν εἶναι γνώση ἐγκεφαλική, ὅπως οἱ γνώσεις πού ἐνδεχομένως μᾶς προσφέρονται στό σχολεῖο, ἤ παίρνουμε ἀπό τίς ἐγκυκλοπαίδειες, ἀπό τά βιβλία, ἀλλά εἶναι μία γνώση βιωματική, ἡ ὁποία δημιουργεῖ στήν ψυχή μία ἀντίληψη τοῦ τί εἶναι ὀρθό, ἀληθινό καί τί εἶναι ψευδές, τί εἶναι λάθος γιά τόν Θεό. Καί ὁ ἄνθρωπος ἀποκτάει μία συνείδηση δογματική καί μπορεῖ νά διαισθάνεται ἄν κάτι πού ἀκούσει εἶναι ὀρθό δογματικά ἤ ὄχι, καί νά ἐνεργεῖ βέβαια κι αὐτός σωστά. Μπορεῖ νά μήν ἔχει μόρφωση κοσμική καί νά μήν μπορεῖ νά διατυπώσει τά δόγματα μέ ἀκρίβεια, νά περιγράψει αὐτό πού ζεῖ, ἀλλά ὅμως ἔχει αὐτό τό κριτήριο καί μπορεῖ νά σοῦ πεῖ ὅτι ἐδῶ κάτι δέν πάει καλά, ἀκούγοντας λ.χ. ἕνα κήρυγμα, γιατί ὁ κήρυξ, ὁ ἱεροκήρυξ σφάλλει κάπου δογματικά.
 
Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Σιλουανός, «Ἄλλο νά πιστεύεις στόν Θεό καί ἄλλο νά γνωρίζεις τόν Θεό». Ἄλλο θεωρητικά νά λές πιστεύω στόν Θεό ὅτι εἶναι Τριαδικός κλπ. καί ἄλλο νά ἔχεις ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, νά ἔχεις δηλαδή μία ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό. «Ό διανοούμενος-θεολόγος», λέει ὁ π. Σωφρόνιος, «ἴσως πεῖ γιά τά γραπτά τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ», πού πρῶτα ὁ Θεός θά τά δοῦμε μετά ἀπό λίγα μαθήματα, τά ὁποῖα θά δεῖτε ὅτι ἐξωτερικά φαίνονται πολύ ἁπλοϊκά, πολύ ἁπλά εἶναι. Ἀλλά καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἁπλό καί ὁ Θεός εἶναι ἁπλός! Ἴσως λοιπόν ἕνας μορφωμένος διανοούμενος θεολόγος νά πεῖ ὅτι σ’ αὐτά, «δέν βρίσκω πλούσια θεολογική σκέψη οὔτε δογματική γνώση. Θά μιλήσει ἔτσι, γιατί ἡ πνευματικότητά του ἀνήκει σέ ἄλλο ἐπίπεδο θρησκευτικῆς ζωῆς»[2]. Ἕνα ἐπίπεδο, θά λέγαμε, εἶναι τό πνευματικό-διανοητικό, θεωρητικά δηλαδή ξέρει κάποια πράγματα καί ὑπάρχει καί ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο πού ζεῖς. Τώρα ἄς ποῦμε ἐμεῖς εἴμαστε ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὁ ἕνας βλέπει τόν ἄλλον, ζοῦμε ὁ ἕνας τήν παρουσία τοῦ ἄλλου. Ἄλλο εἶναι αὐτό λοιπόν καί ἄλλο νά ποῦμε θεωρητικά ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι καί μποροῦμε νά κοινωνοῦμε καί εἴμαστε ἔτσι καί ἔτσι καί ἔτσι καί περιγράφουμε μία τέτοια συνάντηση θεωρητικά, ἀλλά δέν ἔχουμε ἐμπειρία αὐτῆς τῆς συνάντησης. Ἔτσι καί μέ τόν Θεό, ἄλλο εἶναι νά λές ἐξωτερικά θεολογικά πράγματα γιά τόν Θεό καί ἄλλο νά ἔχεις ἐμπειρία ἄμεση μέ τόν Θεό. Σ’ αὐτό τό ἐπίπεδο κινεῖται ὁ Ἅγιος Σιλουανός. Ἕνας ὅμως πού ἁπλῶς «φιλοσοφεῖ» θά λέγαμε, ἤ θεολογεῖ ἔτσι στοχαστικά, δέν ἔχει τέτοια ἐμπειρία καί δέν θά ἱκανοποιηθεῖ ἴσως ἀπό τά κείμενα τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, τά ὁποῖα εἶναι ἁπλά, ἀλλά ἐκφράζουν αὐτή τή ζωντανή ἐμπειρία τῆς συνάντησης μέ τόν Θεό. Καί ἐκεῖνο πού πρέπει νά ἐπιδιώξουμε ὅλοι βεβαίως εἶναι αὐτό, ὄχι νά ἔχουμε μία θεωρητική γνώση γιά τόν Θεό, ἀλλά νά ἔχουμε μία ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό. Θυμᾶμαι μιά γιαγιά στό χωριό μου στήν Πελοπόννησο πού μᾶς ἔλεγε, ἐγώ -λέει- μιλάω μέ τήν Παναγία! Καί δέν ἦταν φαντασία της αὐτό. Πήγαινε στήν εἰκόνα καί μιλοῦσε. Ζοῦσε δηλαδή αὐτή τή ζωντανή σχέση.

 
«Ὁ ὀρθολογιστής θεολόγος γνωρίζει ἕνα πλῆθος προβλημάτων καί ἀναζητεῖ τή λύση τους στούς δρόμους τῆς ἐγκεφαλικῆς διανοήσεως. Ἡ πραγματική θρησκευτική του πείρα μπορεῖ νά μήν εἶναι μεγάλη. Ἡ πείρα του ἀνήκει κυρίως στή σφαίρα τοῦ λογικοῦ καί ὄχι τῆς ζωντανῆς θεοκοινωνίας. Θεωρεῖ τήν ἐπιστημονική πολυμάθεια καί τή λογική του πείρα σάν πνευματικό πλοῦτο, πού τόν ἐκτιμᾶ μάλιστα τόσο πολύ, ὥστε κάθε ἄλλη γνώση καί πείρα παίρνουν στά μάτια του δευτερεύουσα θέση»[3]. Ἐπειδή ἔχει βάλει πάνω ἀπ’ ὅλα τή λογική καί ὄχι τήν καρδιά μέ σχήματα λογικά, «διανοουμενίστικα» θά λέγαμε, ἱκανοποιεῖται καί νομίζει ὅτι αὐτό εἶναι τό ἀνώτερο. Κάτι τέτοιο ἔλεγε ὁ Βαρλαάμ, ὅτι μέ συλλογισμούς, μέ τήν λογική τοῦ Ἀριστοτέλη μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στόν Θεό. Ἐνῶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τοῦ ἀντέλεγε, τοῦ ἀπαντοῦσε καί τοῦ ἔλεγε, ὅτι δέν εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά γνωριστεῖ μέ τήν λογική καί μέ τούς συλλογισμούς, ἀλλά μέ τήν καθαρή καρδιά. Ὅπως τό λέει ὁ Κύριος, ὅτι ὅποιος ἔχει καθαρή καρδιά, αὐτός θά δεῖ τόν Θεό∙ «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»[4].
 
«Γιά τόν γνήσιο πνευματικό ἄνθρωπο, πού ἐπιδιώκει τήν ζωντανή θεοκοινωνία», τήν ἀληθινή κοινωνία μέ τόν Θεό δηλαδή, «εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀφέλεια τῆς στάσης τοῦ ὀρθολογιστοῦ»[5]. Ὁ ὀρθολογιστής, αὐτός πού πιστεύει δηλαδή στή λογική καί μέ τή λογική προσπαθεῖ νά προσεγγίσει τόν Θεό καί νά λύσει διάφορα προβλήματα θεολογικά, ἀλλά δέν ἔχει ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό. Παρόλα αὐτά, θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπό τούς ἁπλοϊκούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι δέν μποροῦνε νά καταλάβουνε ἐνδεχομένως κι αὐτά πού λέει τά θεολογικά! Ἀλλά αὐτοί ζοῦν τόν ἴδιο τόν Θεό!
 
«Ἀπορεῖ καί δέν καταλαβαίνει πῶς μπορεῖ ὁ γνωστικός ἄνθρωπος νά ἱκανοποιεῖται μέ τίς εἰκασίες καί τά ἀφηρημένα κατασκευάσματά του». Ἕνας πνευματικός ἄνθρωπος δηλαδή, ἀπορεῖ πῶς ἱκανοποιεῖται ὁ ὀρθολογιστής μέ κάποιες ὑποθέσεις πού κάνει, κάποια λογικά σχήματα πού κατασκευάζει. «Λησμονεῖ, θά ἔλεγε κανείς, πώς ὑπάρχει ἄλλη ὁδός γιά τήν ἐπίλυση τῶν πνευματικῶν ζητημάτων: ἡ ὁδός τῆς ὑπαρξιακῆς γνώσης»[6]. Ἀκοῦς ὅτι ὑπάρχει λ.χ. ἡ Ἀνταρκτική, ὑπάρχει μία ἤπειρος, μία περιοχή στή γῆ πού εἶναι καλυμμένη ἀπό τόν πάγο, καί διαβάζεις διάφορα. Εἶναι ἕνας τρόπος νά τήν γνωρίσεις διαβάζοντας. Ἀλλά πολύ ἀνώτερος τρόπος γνώσεως εἶναι νά πᾶς ἐκεῖ καί νά τό δεῖς μέ τά μάτια σου. Αὐτό ἀκριβῶς κάνει ὁ ἐμπειρικός πιστός, ὁ ἐμπειρικός θεολόγος, αὐτός ὁ ὁποῖος προσεγγίζει τόν Θεό ζωντανά, μέ τήν καθαρή καρδιά. Ἐνῶ ὁ ἄλλος μέ τή λογική, ἁπλῶς διαβάζει καί ξέρει κάποια πράγματα γιά τόν Θεό.
 
«Αὐτή τήν ὁδό πορεύτηκε ὁ Γέροντας Σιλουανός», τήν ἐμπειρική ὁδό. «Αὐτή εἶναι γενικῶς ἡ ὁδός τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ Ἐκκλησία δηλαδή δέν μᾶς καλεῖ σέ μία γνώση ἐξωτερική, λογική γνώση ἤ ἐγκεφαλική γνώση, ἀλλά σέ ἕνα βίωμα, σέ μία ζωή «ἰσχυρή καί πλούσια ὄχι ἐξαιτίας τῆς ἐπιστημονικῆς της πολυμάθειας, ἀλλά προπαντός ἐπειδή κατεχει πραγματικά τίς δωρεές τῆς Χάρης. Ἡ Ἐκκλησία ζεῖ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀναπνέει μέ Αὐτό καί γνωρίζει πῶς ἐνεργεῖ Αὐτό»[7] καί οἱ ἀληθινά πνευματικοί ἄνθρωποι, ὅπως λέγαμε καί στό κήρυγμα, ζοῦνε αὐτή τήν κοινωνία μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἔχουνε τούς τρόπους, ἔχουνε καταλάβει τόν τρόπο, τούς τρόπους μᾶλλον, μέ τούς ὁποίους μπορεῖ νά ἀποκτάει ὁ ἄνθρωπος καί νά ἐνεργοποιεῖ καί νά διαφυλάσσει αὐτή τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐνεργό. Κι αὐτό εἶναι τό σημαντικό. Ὄχι ἁπλῶς νά περιγράφεις πῶς εἶναι μία ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά νά τήν ἔχεις καί νά τή ζεῖς.
 
«Μιλώντας ἔτσι, δέν ἔχουμε καθόλου τήν πρόθεση νά ἀπορρίψουμε», λέει ὁ π. Σωφρόνιος, «τήν νομιμότητα τῶν ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν ἤ νά ἀρνηθοῦμε πώς εἶναι φυσικά τά ἐρωτήματα τῆς ψυχῆς πού ἀπορεῖ»[8]. Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ψάχνει, δημιουργεῖ ἀπορίες καί θέλει νά βρεῖ ἀπαντήσεις. Καί χρησιμοποιεῖ καί τή λογική. Αὐτό δέν εἶναι καταδικαστέο. Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά χρησιμοποιήσει τή λογική, ἀλλά νά μή νομίσει ὅτι μέσω τῆς λογικῆς θά ἔρθει σέ ἕνωση καί σέ κοινωνία ἀληθινή μέ τόν Θεό.
 
«Ἐμεῖς μιλοῦμε γιά διάφορες ὁδούς. Ἄλλος ἱκανοποιεῖται ἤ ζητᾶ ἀπάντηση στό λογικό ἐπίπεδο, ἐνῶ ἄλλος τήν ἀναζητεῖ στόν χῶρο τῆς πραγματικῆς ὑπάρξως. Ὁ ὀρθολογιστής, γιά νά ἱκανοποιήσει τά διανοητικά του ἐνδιαφέροντα, δημιουργεῖ τά πιό πολύπλοκα θεολογικο-φιλοσοφικά συστήματα. Ἐκτελεῖ μιά κολοσσιαία ἐργασία μέ σκοπό, ἄν ὄχι νά ἀποδείξει, τουλάχιστον νά ἀναπτύξει διαλεκτικά τήν κατάσταση τῶν πραγμάτων, ὅπως τοῦ παρουσιάζεται. Συχνά ἀφιερώνει σ’ αὐτό τόν σκοπό ὅλες του τίς δυνάμεις, ὅλα του τά χαρίσματα, ὅλη του τή ζωή». Προσπαθεῖ μέσω τῆς λογικῆς νά βρεῖ λύση στά θεολογικά θέματα, νά τά περιγράψει τουλάχιστον. «Συχνά ἀφιερώνει ὅλη του τή ζωή σ’ αὐτό. Κατά ἕναν παράδοξο ὅμως τρόπο ξεφεύγει ἀπό τό ὀπτικό του πεδίο τό ἀβάσιμο μιᾶς τέτοιας ἀναζήτησης». Δέν ἔχει βάση δηλαδή μιά τέτοια ἀναζήτηση. Δέν ἔχει δηλαδή τήν ζωντανή ἐμπειρία, πού εἶναι ἡ σωστή βάση. «Εἶναι ἄραγε δυνατή ἡ λύση τῶν προβλημάτων τῆς αἰώνιας ζωῆς, ὅπως τά ἀντιμετωπίζουμε σ’ αὐτές τίς ὁδούς; Εἶναι ἡ ἀφῃρημένη γνώση ἡ πραγματικη ζωή πού ἀναζητοῦμε;». Ὄχι, βέβαια. «Πῶς μπορεῖ τό πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου νά ἱκανοποιηθεῖ μέ μιά τέτοια ἐπιφανειακή λύση;»[9]. Ἔτσι θεωρητικά νά μάθεις κάποια πράγματα γιά τήν αἰώνια ζωή, αὐτό εἶναι καί ἡ σωτηρία μας; Ὄχι, βέβαια.
 
«Ὁ Ἅγιος Σιλουανός αἰσθάνθηκε ἀπό τά νεανικά του ἀκόμη χρόνια τήν ἀνάγκη γιά μιά καλύτερη ὕπαρξη», ὅπως καί ὅλοι μας. Ζητᾶμε κάτι ἀνώτερο. «Ζητοῦσε θερμά ἐκείνη τήν «πνοή» πού δίνει αὐτή καθαυτή στό πνεῦμα μας τήν ἀδιαμφισβήτητη πληροφόρηση τῆς συνειδήσεώς μας γιά τήν ἐπίγεια ὕπαρξή μας»[10], γιά τό ποιός εἶμαι δηλαδή, ποιός εἶναι ὁ προορισμός μου, ποῦ πηγαίνω, γιατί εἶμαι ἐδῶ πού εἶμαι. Τά ὑπαρξιακά προβλήματα ζητᾶνε ὁπωσδήποτε ἀπάντηση.
 
Ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρώπινης σκέψης καί τῆς πνευματικῆς πείρας γνωρίζει μιά σημαντική στιγμή, ὅταν εἰπώθηκαν τά λόγια τοῦτα: «Cogito, ergo sum» – «Σκέπτομαι, ἄρα ὑπάρχω»». Αὐτό πού εἶπε ὁ περίφημος φιλόσοφος ὁ Καρτέσιος. Ἀφοῦ σκέφτομαι, ἄρα ὑπάρχω, εἶπε αὐτός. «Ἕνας φιλόσοφος τῆς ἐποχῆς μας ὅμως ἐσυνειδητοποίησε ἀλλιῶς τή ζωή». Ἡ ζωή δέν εἶναι σκέψη. «Ἐγώ θά ἔλεγα, (εἶπε αὐτός ὁ φιλόσοφος), «Ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω»». Ἡ ζωή εἶναι ἀγάπη. ««Γιατί θεωρῶ τήν ἀγάπη ὡς τήν βαθύτερη βάση γιά τήν κατανόηση τῆς ὑπάρξεώς μας»»[11]. Δέν εἶναι ἑπομένως ἡ σκέψη, ἀλλά ἡ ἀγάπη. Κι ὅταν ἀγαπήσεις ἀληθινά τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο, τότε βρίσκεις καί τόν ἑαυτό σου καί καταλαβαίνεις ὅτι ὄντως ὑπάρχεις.
 
«Ἄλλοι εἶπαν: «Τρώγω, περπατῶ, ἄρα ὑπάρχω»». Βιολογικά δηλαδή εἶμαι ἕνα ζῶο, τρώω καί κοιμᾶμαι καί περπατάω. «Δηλαδή κάθε ἐνέργεια καί ἐκδήλωση τοῦ «ἐγώ» μου ἀποτελεῖ ἔνδειξη γιά τήν ὕπαρξή μου»[12]. Ἀλλά ἐκεῖνο πού ἀληθινά εἶναι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Καί ἡ ψυχή ζητάει τόν ἀληθινό προορισμό της πού εἶναι ὁ Θεός, τό καθ’ ὁμοίωση. Καί ἐπειδή ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ὅταν ἡ ψυχή βρεῖ τήν ἀγάπη, βρίσκει τόν ἀληθινό προορισμό της καί λές, ναί, αὐτό εἶναι.. τώρα τό βρῆκα, τώρα ἄρχισα νά ζῶ, ἄρχισα νά ὑπάρχω. Γι’ αὐτό ὡραῖα αὐτός ὁ φιλόσοφος λέει, ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω!
 
«Ὅλες αὐτές οἱ προτάσεις ἐμπεριέχουν στοιχεῖα λογικῆς σκέψης πάνω στό ἐρώτημα: Ἄραγε ὑπάρχω; Καί ἔξω ὅμως ἀπό αὐτόν τόν στοχασμό, στή σφαίρα τῆς ἄμεσης αὐτοσυνειδησίας, κάθε ἄνθρωπος ἔχει γιά τόν ἑαυτό του τήν συνείδηση πώς ὑπάρχει. Ἔτσι γνωστές εἶναι οἱ πνευματικές καταστάσεις, κατά τίς ὁποῖες ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει στά σίγουρα μέ ἄμεση γνώση πώς δέν πεθαίνει, πώς μετέχει στήν αἰώνια ζωή». Πότε; «Ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας», ὁ Ἅγιος Σιλουανός, «μαρτυρεῖ στήν ψυχή τή σωτηρία»[13]. Δηλαδή τό ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυρεῖ στήν ψυχή, δίνει μαρτυρία στήν ψυχή ὅτι ναί, εἶσαι στόν δρόμο γιά τή σωτηρία, σώζεσαι ἔτσι πού εἶσαι, ἐάν βεβαίως θά μείνεις ἐκεῖ πού εἶσαι σταθερά καί θά συνεχίσεις ν’ ἀγαπᾶς τόν Θεό ὅπως Τόν ἀγαπᾶς.
 
«Ἡ ἀναζήτηση μιᾶς παρόμοιας λύσης γιά τά προβλήματα πού ὀρθώνονται μπροστά μας εἶναι ἀληθινά ἀντάξια τοῦ σοφοῦ ἀνθρώπου»[14]. Δηλαδή σοφός ἄνθρωπος ἀληθινά εἶναι αὐτός πού ἀναζητάει τήν ἐμπειρία καί ὄχι μιά ἁπλή θεωρητική γνώση. Καί ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτή πού ἐξασφαλίζει στόν ἄνθρωπο ὅτι ὑπάρχει πραγματικά καί ὅτι ζεῖ. «Αὐτή τήν ὁδό πορευόταν ὁ μακαριστός Γέροντας, πλούσιος ἀκριβῶς ἀπό αὐτή τήν πεῖρα τῆς ἀθανασίας». Ζοῦσε δηλαδή ὁ Ἅγιος Σιλουανός τήν αἰώνια ζωή ἀπό δῶ. Καί ὁ Κύριος μᾶς εἶπε, ὅτι ἦρθα Ἐγώ γιά νά ἔχετε τήν αἰώνια ζωή καί «αὐτή εἶναι ἡ αἰώνια ζωή ἵνα γινώσκωσι τόν ἀληθινόν Θεόν καί τόν ἀπεσταλμένο»[15], τόν Υἱό Του. Γνωρίζουμε ἐμπειρικά τόν Χριστό καί τότε ζοῦμε τήν αἰώνια ζωή. Γιατί ἡ αἰώνια ζωή εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
 
«Λέει ὁ Ἅγιος Σιλουανός: «Ὦ, Ἅγιο Πνεῦμα∙ Σύ μοῦ ἀποκάλυψες μυστήριο ἀκατάληπτο». Καί ἄν θά τοῦ ἔλεγες» τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, λέει τώρα ὁ π. Σωφρόνιος, ἄν θά τοῦ ἔλεγες τοῦ Γέροντα, «φανέρωσε καί σέ μᾶς αὐτό τό μυστήριο», τί σοῦ ἀποκάλυψε τό Ἅγιο Πνεῦμα, τί ζεῖς δηλαδή, πού λές ὅτι μοῦ ἀποκάλυψε μυστήριο ἀκατάληπτο, «θά ἀκολουθοῦσε ἡ ἀπάντηση ὄχι ὅπως θά τή θέλαμε. Λέει: «Τό Ἅγιο Πνεῦμα δίνει ἀοράτως τήν γνώση στήν ψυχή»». Μέ τρόπο ἀόρατο. Δέν μποροῦμε νά τό δοῦμε, νά τό καταλάβουμε. ««Αὐτό μοῦ ἔδωσε νά γνωρίσω πόσο πολύ μᾶς ἀγαπάει ὁ Κύριος»». Λέει ὁ Ἅγιος Σιλουανός, πόσο πολύ μᾶς ἀγαπάει ὁ Κύριος! ««Νά τό ἐξηγήσω ὅμως αὐτό, εἶναι ἀδύνατο»»[16]. Ζοῦμε διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά δέν μποροῦμε νά τό περιγράψουμε. Γιατί; Διότι δέν ὑπάρχουν λέξεις νά περιγράψει κανείς τόν Θεό. Γιατί καί οἱ λέξεις εἶναι κτιστές, εἶναι δημιουργήματα ἀνθρώπινα δηλαδή καί δέν μποροῦν νά περιγράψουν τό ἄκτιστο, τόν Θεό.
 
«Τόσο φτωχός στήν διαλεκτική εἶναι ὁ Γέροντας. Θά ἦταν ὅμως λάθος νά σκεφθεῖ κανείς πώς αὐτό εἶναι ἀποτέλεσμα ἐλλείψεως μορφώσεως. Καί ὁ πιό προικισμένος διανοητικά ἄνθρωπος θά μείνει τό ἴδιο ἄλαλος, ὅταν ἐγγίσει τήν ὕπαρξη ἐκείνη γιά τήν ὁποία μιλάει ὁ Γέροντας», δηλαδή τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού ἦταν μορφωμένος, πάλι δέν μποροῦσε νά πεῖ τί εἶδε καί τί ἄκουσε, ὅταν εἶχε ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. «Ἐδῶ δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει «πλοῦτος» σκέψεων καί θεολογικῶν θεωριῶν. Ὁ ἀνθρώπινος λόγος δέν ἔχει τήν δύναμη νά ἐκφράσει τήν κατάσταση, στήν ὁποία κληθήκαμε πού δωρίζει ὁ Θεός»[17]. Κληθήκαμε νά γίνουμε θεοί κατά χάρη, ἀλλά δέν μποροῦμε νά τό περιγράψουμε ὅταν τό ζήσουμε. Τί θά πεῖ αὐτό, ἡ θέωση; Τί εἶναι ἡ θέωση; Δέν περιγράφεται.
 
«Ἀκόμα καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπέφυγε νά τήν ἐκφράσει μέ λόγια». Τί εἶπε ὁ Κύριος; «Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν»[18]. Αὐτό θά σᾶς ὁδηγήσει σέ ὅλη τήν ἀλήθεια. ««Καί ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐμέ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν»[19]»[20]. Δέν θά Μέ ρωτήσετε τίποτα τότε, θά τά ἔχετε καταλάβει ὅλα. Μπορεῖ νά μήν ἔχετε τή δυνατότητα νά τά πεῖτε, ἀλλά θά τά ζεῖτε καί δέν θά χρειάζεται νά ρωτήσετε τίποτε.
 
Ἐδῶ ὁλοκληρώθηκε τό κεφάλαιο αὐτό γιά τή Χάρη καί τήν δογματική συνείδηση καί θά προχωρήσουμε καί στό ἑπόμενο. Καί στό τέλος, ἄν θέλετε κάτι νά ρωτήσετε, πολύ εὐχαρίστως! Τό ἄλλο κεφάλαιο λέγεται «Πνευματικές Δοκιμασίες»[21]. Μᾶς ἔχει μιλήσει, ἔχουμε κάνει λόγο, γιά τά λεγόμενα παιχνίδια τῆς Χάρης. Στήν ἀρχή τό Ἅγιο Πνεῦμα δίνει πολλή Χάρη στούς ἀνθρώπους γιά νά τούς βοηθήσει νά μετανοήσουν, νά ὁλοκληρώσουν τή μετάνοιά τους καί νά γνωρίζουν ποῦ πρέπει νά πᾶνε∙ τί ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός γι’ αὐτούς πού Τόν ἀγάπησαν. Στή συνέχεια, ἔχουμε τό δεύτερο στάδιο, πού εἶναι μία ἄρση. Συμβαίνει μία ἄρση τῆς Χάρης, φαινομενικά ὅμως, μία κατά κάποιο τρόπο ἐγκατάλειψη τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό. Κι αὐτό ὅμως εἶναι φαινομενικό. Πάλι ὁ Θεός εἶναι δίπλα μας, ἁπλῶς συστέλλεται ἡ βοήθειά Του γιά νά φανεῖ καί ἡ δική μας προαίρεση. Καί μετά ἀπό χρόνια ἔχουμε τήν ἐπανάκτηση τῆς Χάρης.
 
Λέει ὁ π. Σωφρόνιος, «Δέν εἶναι πάντοτε χωρίς πόνους γιά τόν ἄνθρωπο ἡ πορεία πρός τόν Θεό». Νομίζουμε ὅτι θά εἶναι ὅλα εὔκολα. Δέν εἶναι πάντα εὔκολα. Καί ἡ πορεία στόν Θεό ἔχει δυσκολίες. «Κατά τήν περίοδο τῆς ἄρσεως τῆς Χάρης, πού διαρκεῖ συνήθως πολλά χρόνια», καί σ’ αὐτή εἴμαστε οἱ περισσότεροι χριστιανοί, «ὁ Θεός μπορεῖ νά φανεῖ ἄσπλαχνος στήν ψυχή». Νά φανεῖ! Ὄχι ὅτι εἶναι ἄσπλαχνος, ἀλλά ἔτσι νά μᾶς φανεῖ ἐμᾶς, «μή πετυχαίνοντας τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, παρά τήν ἔσχατη ἄσκηση καί τόν κόπο πού ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις του, ὁ ἄνθρωπος πάσχει τόσο πολύ, πού ἄν μποροῦσε, θά ἀπαρνιόταν τελείως κάθε ὕπαρξη»[22]. Ἐνῶ κάνει μεγάλες ἀσκήσεις ὁ ἄνθρωπος, ὅμως ὁ Θεός εἶναι σάν νά μήν ἀκούει, σάν νά μήν ὑπάρχει! Καί ὁ ἄνθρωπος, λέει, φτάνει στά ὅριά του καί πάσχει τόσο πολύ πού θά ἤθελε καί νά μήν ὑπάρχει.
 
«Σέ τί συνίσταται τό πάθος του; Ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτό τό ἐρώτημα δέν εἶναι εὔκολη. Ἀφοῦ δοκίμασε τόν Θεό -ὁ ἄνθρωπος-, ἀφοῦ γνώρισε τή ζωή στό φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ, ἡ ψυχή δέν βρίσκει πλέον χαρά καί ἱκανοποίηση σέ τίποτε στόν κόσμο καί μέ τίποτε δέν μπορεῖ πιά νά ἀναπαυθεῖ. Καί ὅμως ὅλα τήν περιβάλλουν, ἐκτός ἀπό τόν Θεό»[23]. Δέν βρίσκει πουθενά ἀλλοῦ ἀνάπαυση. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος γευτεῖ τόν Θεό, ζήσει τή Χάρη καί μετά τή χάσει, δέν βρίσκει ἀνάπαυση σέ τίποτε παρά μόνο στόν Θεό.
 
«Ὅ,τι γνώρισε σάν κακό, σάν σκοτάδι, κάθε δαιμονική ἐνέργεια τήν παρενοχλεῖ καί τό μαρτύριο τῶν παθῶν πλησιάζει κατά καιρούς στή μεγαλύτερη ἔνταση, ἐνῶ ὁ Θεός, θά ἔλεγε κανείς, ἀποστρέφεται τόν ἄνθρωπο καί δέν προσέχει σέ καμιά κραυγή του». Σάν νά μήν ἀκούει ὁ Θεός! Εἶναι φοβερεά αὐτά τά συναισθήματα! «Σάν τό πιό ἀνυπεράσπιστο ὄν κρεμιέται ἐπάνω ἀπό τή φοβερή ἄβυσσο -ὁ ἄνθρωπος- καί ἐπικαλεῖται τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὅλοι οἱ στεναγμοί του παραμένουν ἀναπάντητοι. Ὁ Θεός φαίνεται σάν νά μήν ἐνδιαφέρεται καθόλου γιά τό πάθος του»[24], γι’ αὐτό πού ὑποφέρει δηλαδή ὁ ἄνθρωπος.
 
«Ή ψυχή γνωρίζει τήν ἔκπτωσή της ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἡ συνείδησή της τήν τυραννᾶ γιά τήν ἀδικία της ὡς πρός τόν Θεό. Συγχρόνως ὅμως βοᾶ πρός Αὐτόν γιά ἔλεος. Ἀλλά ματαίως. Ὁ Θεός στέκεται ἐμπρός τῆς ψυχῆς μόνο ὡς ἐλεγκτής τῶν ἀνομιῶν της καί ἡ ψυχή συντρίβεται ἀπό αὐτούς τούς ἐλέγχους. Ἀναγνωρίζει τήν ἀλήθεια τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν μειώνεται ὁ πόνος της. Παραδέχεται ὅτι ὄντως θά ὑπάρξει κρίση, ὄντως θά γίνει ἔλεγχος τῶν ἁμαρτημάτων, ἀλλά δέν βλέπει μείωση στόν πόνο της. «Ὄχι φανταστικά, ἀλλά πραγματικά βυθίζεται στή σκιά τοῦ θανάτου καί ὑποφέρει φρικτά, γιατί δέν βρίσκει κοντά της τόν Θεό, τόν Ὁποῖο ἐπικαλεῖται νύχτα καί ἡμέρα. Καί ἀναρωτιέται: Γιατί ὅλα αὐτά; Τόν καιρό τῆς δοκιμασίας ἡ ψυχή δέν μπορεῖ νά τό δεχθεῖ αὐτό σάν ἐκδήλωση τοῦ μεγαλείου τῆς ἀγάπης ἤ τῆς ἐκτιμήσεώς της ἀπό τόν Θεό, σάν ἐπιθυμία Του νά κάνει τόν ἀσκητή κατ’ εἰκόνα Του, δηλαδή κύριο καί βασιλιά καί νά τοῦ μεταδώσει τήν ἁγιότητα καί τήν πληρότητα τῆς θείας ὑπάρξεως»[25]. Ὅλο αὐτό τό στάδιο τό δεύτερο, τῆς ἄρσης τῆς Χάρης, δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά κι αὐτό ἕνα δεῖγμα, μιά ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μία ἐνέργεια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δηλαδή θέλει ὁ ἄνθρωπος νά γίνει σάν κι Αὐτόν. Ἀλλά εἶναι ἀναγκαστικό αὐτό τό στάδιο, πρέπει νά περάσουμε μέσα ἀπό τίς θλίψεις αὐτές, τίς -ἄν θέλετε- πνευματικές θλίψεις, αὐτή τήν ἐγκατάλειψη φαινομενικά ἀπό τή Χάρη, γιά νά γίνουμε ὅπως ὁ Θεός.
 
«Ἡ ψυχή γνωρίζει μόνο ἕνα: Ὁ Θεός τήν ἐγκατέλειψε, ἀφοῦ πρίν ἔλαμψε σέ αὐτήν τό Φῶς Του κι ἔτσι πλήθυνε ἄμετρα τίς θλίψεις της». Αὐτό ζεῖ ὁ ἄνθρωπος. «Καί ὅταν ἐξαντλημένη τελειωτικά ἡ ψυχή δέν βλέπει νά γέρνει πάνω της σπλαγχνικά ὁ Θεός, τότε τήν γεμίζουν σκέψεις καί αἰσθήματα, γιά τά ὁποῖα τηρεῖται σιωπή. Ἡ ψυχή κατεβαίνει στόν ἅδη, ὄχι ὅμως ὅπως ὅσοι δέν γνώρισαν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὅσοι δέν ἔχουν μέσα τους τό φῶς τῆς θεογνωσίας καί εἶναι συνεπῶς τυφλοί. Ὄχι. Ἤ ψυχή κατεβαίνει ἱκανή νά κατανοήσει τό ἔρεβος πού ἀντικρίζει». Γιατί προηγουμένως εἶχε ἀντικρίσει τό φῶς τοῦ Θεοῦ. «Αὐτό συμβαίνει μόνο σέ ὅσους γνώρισαν τήν Θεία Χάρη καί μετά τήν ἔχασαν. Τό σπέρμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πού ρίχτηκε στά βάθη της, γεννᾶ μετάνοια στήν ψυχή, μετάνοια πού ξεπερνᾶ σέ δύναμη καί βάθος τά μέτρα τῆς συνηθισμένης θρησκευτικῆς συνείδησης. Ὁ ἄνθρωπος ἀπευθύνεται μέ μεγάλο θρῆνο πρός τόν Θεό, μέ ὅλη τήν ἰσχύ του, μέ ὅλο τό εἶναι του καί ἔτσι μαθαίνει νά προσεύχεται μέ τέτοιο τρόπο πού ἀποσπᾶται ἀπό αὐτόν τόν κόσμο σέ ἕναν ἄλλο, ὅπου ἀκούει λόγια πού καμιά ἀνθρώπινη γλώσσα δέν μπορεῖ νά ἐκφράσει»[26]. Βλέπετε τί κάνει ὁ Θεός προκειμένου νά μᾶς μάθει νά προσευχόμαστε ζωντανά, ἀληθινά; Μᾶς δίνει αὐτή τή μεγάλη θά λέγαμε ἀντίθεση: πλούσια Χάρη καί μετά ξαφνικά βρίσκεσαι στόν ἅδη καί λές τί γίνεται; Καί ἀπό κεῖ ἀρχίζεις καί φωνάζεις ὑπαρξιακά, καρδιακά στόν Θεό γιά νά ξαναβρεῖς αὐτή τή χαμένη πρώτη κατάσταση.
 
«Εἶναι λόγια ἄρρητα, γιατί, μόλις ντυθοῦν ἕτοιμες λέξεις καί ἔννοιες, ὅποιος τά βλέπει καί τά ἀκούει κενά, θά καταλαβαίνει ἀπό αὐτά μόνο ὅ,τι γνώρισε μέ τήν πείρα του καί τίποτε περισσότερο. Ὅταν περάσει ἡ ψυχή μέσα ἀπό ὅλες αὐτές τίς δοκιμασίες, τότε διαβλέπει μέσα της πώς δέν ὑπάρχει στόν κόσμο τέτοιος τόπος, τέτοιος πόνος, τέτοια χαρά, τέτοια δύναμη, τέτοιο κτίσμα, πού νά μποροῦν νά τή χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί τό σκοτάδι δέν μπορεῖ πιά νά καταπιεῖ τό φῶς τῆς νέας ζωῆς πού ἔχει μέσα της»[27]. Ὅταν δηλαδή ἡ ψυχή περάσει τή δοκιμασία πού πρέπει νά περάσει, μετά πλέον καταλαβαίνει ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ Θεός τόν ἀγαπάει καί δέν ὑπάρχει τίποτε πού νά τόν χωρίσει ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη. Αὐτό πού ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ; Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ μάχαιρα;»[28]. Τίποτε πλέον δέν εἶναι ἱκανό νά ἀπελπίσει τόν ἄνθρωπο. Γιατί αὐτός εἶναι ὁ στόχος τοῦ διαβόλου, νά μᾶς ἀπελπίσει ὅτι πλέον ὁ Θεός δέν μᾶς ἀγαπάει, ὁπότε νά μᾶς ρίξει στήν ἀπραξία τήν πνευματική καί μετά σέ κάθε ἁμαρτία. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος κάνει ὑπομονή, περάσει ὅλες αὐτές τίς θλίψεις, πού ὁ Θεός κατ’ οἰκονομία παραχωρεῖ, μετά πλέον σταθεροποιεῖται σ’ αὐτή τήν εὐλογημένη κατάσταση τοῦ Φωτός τοῦ Θεοῦ.
 
«Ἡ πορεία μέ τόν Θεό δέν εἶναι πάντα ἀνώδυνη γιά τόν ἄνθρωπο. Τό ἴδιο δέν εἶναι πάντοτε εὔκολη καί ἡ ζωή μέ τούς Ἁγίους. Πολλοί σκέπτονται μέ ἀφέλεια ὅτι ὅλα εἶναι εὐχάριστα μέ τούς Ἁγίους∙ λυποῦνται, γιατί ζοῦν ἀνάμεσα σέ ἁμαρτωλούς καί νοσταλγοῦν νά συναντήσουν ἕναν Ἅγιο. Ἡ προηγουμένως θλιμμένη ψυχή νομίζει, ἐξαιτίας τῆς γεμάτης ἀπό χαρά καί ἐλπίδα συνάντησεως, πώς ἡ διαμονή μέ τούς Ἁγίους ἐπενεργεῖ πάντα τόσο χαροποιά στήν ψυχή. Ὅμως ἀπατᾶται. Κανένας Ἅγιος δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τόν ἀναπόφευκτο ἀγῶνα κατά τῆς ἁμαρτίας πού ἐνεργεῖ μέσα μας. Μπορεῖ νά συνεργήσει μέ τήν προσευχή, νά βοηθήσει μέ τόν λόγο καί τήν διδαχή, νά ἐνισχύσει μέ τό παράδειγμά του, ἀλλά εἶναι ἀδύνατο νά μᾶς ἀπαλλάξει ἀπό τόν κόπο καί τήν ἄσκηση. Ὅτάν ὁ Ἅγιος μᾶς προσκαλεῖ καί μᾶς ἑλκύει νά ζήσουμε σύμφωνα μέ τίς ἐντολές, μπορεῖ νά μᾶς φανεῖ «σκληρός»»[29].
 
Εἶπαν καί ἐξακολουθοῦν νά λέγουν ὡς τώρα μερικοί γιά τόν Ἴδιο τόν Χριστό, «σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;»[30]»[31]. Ἔτσι εἶχα ἀκούσει καί γιά τόν Ἅγιο Πορφύριο. Ἐγώ δέν τόν εἶχα ζήσει πολύ ἀπό κοντά, ἀλλά αὐτοί πού τόν ζοῦσαν ἀπό κοντά λέγανε, ὅτι ἤτανε πολύ δύσκολο νά ζεῖς μέ τόν Ἅγιο Πορφύριο! Γιατί ἀκριβῶς ἔλεγε αὐτό πού ἔλεγε ὁ Χριστός! Καί ἤθελε νά τά ἐφαρμόσεις, γιά νά σέ βοηθήσει βέβαια, ὄχι γιά νά σοῦ κάνει τή ζωή δύσκολη.. Δηλαδή οἱ Ἅγιοι, κάποιοι νομίζουν ὅτι θά μᾶς βοηθήσουν χωρίς κόπους νά πᾶμε στόν παράδεισο. Δέν εἶναι ἔτσι. Ὁ Ἅγιος συνεργεῖ μέ τήν προσευχή του, ἀλλά ὁ κόπος θά ὑπάρχει. Γιατί ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε ἄνθρωπος, θά πρέπει ν’ ἀγωνιστεῖ νά πολεμήσει τά πάθη του ὁ ἴδιος στόν ἑαυτό του, στήν ψυχή του, στήν ὕπαρξή του. Κι αὐτό δέν μπορεῖ νά τό κάνει κανένας ἄλλος γι’ αὐτόν∙ ὁ ἴδιος μόνο θά πρέπει ν’ ἀγωνιστεῖ. Ἄρα ὁ κόπος πάντα θά ὑπάρχει, εἴτε ζοῦμε σέ κάποιον Ἅγιο δίπλα εἴτε σέ κάποιον ὄχι καί τόσο ἄς τό ποῦμε ὑψηλά ἀνεβασμένο πνευματικά. Γι’ αὐτό καί πολλοί καί γιά σημερινούς ἀνθρώπους ἁγίους πνευματικούς λένε, εἶναι πολύ αὐστηροί, (λέει) πολύ σκληροί! Μά καί γιά τόν Χριστό τό εἶπαν αὐτό, «πολύ σκληρός αὐτός ὁ λόγος» καί κάποια στιγμή μάλιστα Τόν ἐγκατέλειψαν ὅλοι τόν Χριστό, ὅταν τούς μίλησε γιά τήν Θεία Κοινωνία καί ὅτι ὀφείλετε νά φᾶτε τήν σάρκα Μου καί τό αἷμα Μου, λένε, τί λέει τώρα Αὐτός;.. θά μᾶς δώσει νά φᾶμε τήν σάρκα Του καί τό αἷμα Του;.. τί πράγματα εἶναι αὐτά;.. καί σηκώθηκαν καί ἔφυγαν. Καί τί εἶπε ὁ Χριστός; Εἶπε, μή φεύγετε; Ὄχι! Εἶπε στούς Ἀποστόλους, «μήπως θέλετε κι ἐσεῖς ὑπάγειν;»[32], θέλετε κι ἐσεῖς νά φύγετε; Ἐλεύθεροι εἶστε! Αὐτό εἶναι ἡ ἀλήθεια. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια καί ὅποιος θέλει νά τήν δεχτεῖ καί νά τήν πιστέψει.
 
Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία πάντα αὐτό λέει. Μπορεῖ ὁ κόσμος νά θέλει μία ἐκκοσμικευμένη Ἐκκλησία καί νά ἀναπαύεται σέ ἐκκοσμικευμένους κληρικούς καί πνευματικούς πού κάνουν ἐκπτώσεις, ἀλλά αὐτοί οἱ ἄνθρωποι δέν θεραπεύουν καί οὔτε εἶναι ἀληθινή Ἐκκλησία. Σέ παραπλανοῦν, μᾶς παραπλανοῦν. Ἀληθινή Ἐκκλησία εἶναι αὐτή πού λέει ἀκριβῶς αὐτά πού λέει ὁ Χριστός, ὅσο κι ἄν φαίνονται σκληρά. Γιατί τά λόγια τοῦ Χριστοῦ δέν προσαρμόζονται ἀνάλογα μέ τίς ἐποχές, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι πρέπει νά προσαρμόζονται ἀνάλογα μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, νά ζοῦνε δηλαδή αὐτά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά φαίνονται καί σκληρά. Σήμερα σέ μερικούς ἀνθρώπους, ὅταν μιλήσεις γιά συγχωρητικότητα, ὅτι πρέπει νά δείξουν ἀγάπη, νά ἀνεχθοῦν τήν ἀδικία, νά ἀνταποδώσουν καλό στό κακό, σοῦ λέει, ἄ, πολύ δύσκολο αὐτό! Ἔτσι λέγανε καί τότε στόν Χριστό. Ἀλλά ἅμα δέν τό κάνεις, δέν μπορεῖς νά εἶσαι τοῦ Χριστοῦ.
 
«Ὁ Γέροντας Σιλουανός», ὁ Ἅγιος Σιλουανός, «ἦταν πάντοτε πρᾶος, συγκαταβατικός, ἤπιος, ἀλλά ποτέ δέν ἔκανε παρέκκλιση σέ ὅσα διδάχθηκε ἀπό τόν Θεό. Ἡ στάση του ἦταν ἁπλή. Ἔλεγε, «ὁ Θεός σπλαχνίζεται τούς πάντες∙ ἀγάπησε τόσο τούς ἀνθρώπους, ὥστε σήκωσε ἐπάνω Του τό βάρος ὅλου τοῦ κόσμου. Καί ἀπό μᾶς θέλει ν’ ἀγαποῦμε τόν ἀδελφό μας»». Μᾶς εἶπε ὅτι: ἡ πρώτη ἐντολή ν’ ἀγαπήσεις τόν Θεό καί ἡ δεύτερη ὅμοια, ν’ ἀγαπήσεις τόν ἀδελφό σου. Καί ὅταν ἀγαπᾶς τόν ἀδελφό σου σωστά, ἀγαπᾶς καί τόν Θεό. «Ἡ ψυχή καταλαβαίνει πώς ὁ Ἅγιος -Σιλουανός- λέει τήν ἀλήθεια, ἀλλά πῶς νά τόν ἀκολουθήσει; Εἶναι δυσβάστακτη ἡ ἀκολουθία του! Καί πολλοί ἀπομακρύνονταν ἀπό αὐτόν»[33]. Γι’ αὐτό καί ἀπό τούς Ἁγίους πολλοί φεύγουνε. Καί βλέπει καί ὁ ἔξω κόσμος καί λέει, νά βλέπεις.. κι ὁ ἕνας ἔφυγε καί ὁ ἄλλος ἔφυγε.. Ναί φεύγουνε, ἀλλά ὄχι γιατί φταίει ὁ Ἅγιος. Οἱ ἴδιοι φταῖνε, διότι δέν θέλουνε νά συμμορφωθοῦν μέ αὐτά πού λέει ὁ Ἅγιος. Ἐνῶ κάποιοι πού κάνουνε ἐκπτώσεις καί φαίνονται ἔτσι χαλαροί καί πιό κοντά στόν κόσμο -ἔτσι τό λένε- ἑλκύουν πλῆθος κόσμου! Ἀλλά αὐτό δέ σημαίνει ὅτι εἶναι καί ἀληθινοί καί αὐτά πού λένε ὅτι εἶναι τά ἀληθινά καί τά γνήσια τοῦ Χριστοῦ.
 
Πολλοί, λοιπόν, καί ἀπό τόν Ἅγιο Σιλουανό φεύγανε, γιατί δέν ἄντεχαν τά λόγια τοῦ Χριστοῦ! «Ἡ πνευματική του εὐωδία γεννοῦσε στήν ψυχή βαθειά συνείδηση τῆς δυσωδίας καί τῆς εὐτέλειάς της. Ἄν παραπονεῖστε γιά τούς ὑβριστές, καταλαβαίνει καί συμμερίζεται τήν θλίψη σας, ὄχι ὅμως καί τήν ὀργή σας»[34]. Δηλαδή, πηγαίνοντας κοντά σέ ἕναν Ἅγιο, ναί μέν θά βοηθηθεῖς μέ τήν προσευχή του, θά συνεργήσει, ἀλλά θά φανεῖ καί ἡ δική σου ἡ πνευματική ἀθλιότητα. Κι αὐτό δέν τό ἀντέχει ὁ ἄνθρωπος. Γιατί οἱ Ἅγιοι μᾶς τό ἀποκαλύπτουν κι αὐτό! Θυμᾶμαι κάποιος μοῦ ἔλεγε -ὁ ἴδιος μοῦ τό εἶπε- πῆγε στόν Ἅγιο Πορφύριο καί τοῦ εἶπε τί εἶναι. Ξέρετε τί τοῦ εἶπε; Φαῦλος. Κατευθείαν «εἶσαι φαῦλος», τοῦ εἶπε! Ξέρετε τί θά πεῖ φαῦλος; Διεφθαρμένος. Τοῦ τό εἶπε κατευθείαν! Καί σέ κάποιο ἄλλο ζευγάρι τούς εἶπε, ὅτι ἔτσι ὅπως πᾶτε, δέν θά σωθεῖτε. Ἔλεγε τέτοια πράγματα! Αὐτός πού τόν παρουσιάζουν τόν Ἅγιο Πορφύριο ὅτι ἦταν πολύ ἔτσι χαλαρός.. Καθόλου χαλαρός δέν ἦταν! Ἦταν ἄνθρωπος πού ἀγαποῦσε πάρα πολύ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη, γιά νά σέ βοηθήσει, σοῦ ἔλεγε κατευθείαν αὐτό πού ἔπρεπε νά σοῦ πεῖ. Γιά νά σέ βοηθήσει. Σοῦ ἀποκάλυπτε δηλαδή ποιός εἶσαι. Τό ἀντέχεις; Δέν τό ἀντέχουμε πάντα. Γι’ αὐτό καί πολλοί φεύγουνε, δέν ἀντέχουν τούς Ἁγίους. Καί εἶναι εἰς βάρος τους βέβαια αὐτό, γιατί ἔτσι δέν θεραπεύεσαι. Ἄν δέν ἀντέχεις ν’ ἀκούσεις τήν διάγνωση, ποῦ θά ἀκούσεις τήν θεραπεία; Ἐπειδή εἴμαστε ράθυμοι καί δέν θέλουμε νά θεραπευθοῦμε, θέλουμε ἁπλῶς νά μᾶς λένε καλά λόγια, ὅτι εἴμαστε πολύ καλοί!
 
«Ἄν -λοιπόν- παραπονεῖστε γιά τούς ὑβριστές», πόσοι ἔρχονται στήν ἐξομολόγηση παραπονιοῦνται γιά τούς ἄλλους. Μά γιά τούς ἄλλους ἦρθες στήν ἐξομολόγηση; Γιά τόν ἑαυτό σου πρέπει νά ἔρθεις, γιά τίς ἁμαρτίες σου. Ὄχι τί σοῦ ἔκανε ὁ ἕνας καί ὁ ἄλλος! Ἔστω τό κάνεις αὐτό. Ἀντέχεις ὅμως ν’ ἀκούσεις ὅτι δέν πρέπει νά ὀργίζεσαι; Ἀντέχεις ν’ ἀκούσεις ὅτι πρέπει νά συγχωρήσεις καί νά ἀνταποδώσεις καλό στό κακό πού σοῦ κάνανε; Ἔτσι λοιπόν, συμμερίζεται ὁ Ἅγιος τήν θλίψη σας, ὄχι ὅμως καί τήν όργή σας γιά τήν ἀδικία πού σᾶς κάνανε. «Ἄν σκέφτεστε νά ἀνταποδώσετε κακό μέ τό κακό, τότε πλέον -ὁ Ἅγιος- θλίβεται γιά σᾶς. Ἄν θεωρεῖτε ἐπιζήμιο τό νά ἀπαντήσετε στόν κακό ἄνθρωπο μέ τό ἀγαθό», ὁ κόσμος τό θεωρεῖ ἐπιζήμιο, τό θεωρεῖ -συγγνώμη- βλακεία νά κάνεις καλό στό κακό πού σοῦ κάνει ὁ ἄλλος, «τότε αὐτός», ὁ Ἅγιος, «ἀπορεῖ γιά τό πῶς μπορεῖ ἄνθρωπος πού ὀνομάζει τόν ἑαυτό του χριστιανό νά νομίζει πώς μπορεῖ νά τόν ζημιώσει, πράξη σύμφωνη μέ τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ»[35]. Κι ὅμως αὐτό θεωροῦνε πολλοί κατ’ ὄνομα χριστιανοί. Σοῦ λέει, τί;.. χαζός εἶμαι νά κάνω αὐτό πού λέει ὁ Χριστός, αὐτό τό πράγμα;.. Θά μέ ἐκμεταλλευτεῖ, σοῦ λέει, ἄν ἐγώ δέν ὑπερασπιστῶ τόν ἑαυτό μου.. τουλάχιστον δέν ἀνταποδώσω τά ἴδια, ἤ τέλος πάντων ἐξαφανιστῶ καί δέν τοῦ μιλάω! Μά ὁ Χριστός δέν εἶπε ἔτσι. Ὁ Χριστός εἶπε νά ἀγαπήσεις καί νά δώσεις καλό σ’ αὐτόν πού σοῦ κάνει κακό.
 
«Οἱ ἐντολές τοῦ Χριστοῦ ἦταν γιά τόν Γέροντα κανόνας ἀπόλυτης τελειότητας καί ἡ μόνη ὁδός, γιά νά νικηθεῖ τό κακό τοῦ κόσμου καί νά φτάσουμε στό αἰώνιο φῶς»[36]. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι οἱ ταλαίπωροι παλεύουνε, καί ἴσως καί ἐμεῖς μέσα σ’ αὐτούς, μέσω τῆς πολιτικῆς, μέσω τῆς παιδείας, μέσω τέλος πάντων κάποιων συστημάτων κοινωνικῶν νά διώξουν τό κακό! Δέν φεύγει ἔτσι τό κακό! Τό κακό φεύγει στόν καθένα μας, ἀπό τόν καθένα μας, ὅταν ὁ καθένας μας τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος καί ὁ τρόπος γιά νά φύγει τό κακό ἀπό τόν κόσμο ὅλον καί ὄχι ἁπλῶς ν’ ἀλλάξουμε κάποια ἐξωτερικά κοινωνικά συστήματα.
 
«Ἡ τήρησή τους δέν μπορεῖ», ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, «παρά νά εἶναι μόνο ὠφέλιμη». Μόνο καλό θά δεῖς, ἄν τηρήσεις τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. «Ὠφέλιμη καί γι’ αὐτόν πού τίς ἀκολουθεῖ καί γιά ἐκεῖνον γιά τόν ὁποῖο ἐκπληρώνονται. Εἶναι ἀδύνατον νά ὑπάρξει περίπτωση, πού ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ προκαλεῖ ζημιά, ἄν θεωρήσουμε ζημιά ὄχι τήν ἐξωτερική βλάβη στά χρονικά πλαίσια, ἀλλά τή ζημιά στό ἐπίπεδο τῆς αἰώνιας ὑπάρξεως. Γιατί ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ φανέρωση τοῦ ἀπόλυτου ἀγαθοῦ»[37]. Μπορεῖ πρόσκαιρα νά φανεῖ ὅτι ζημιώνεσαι, ὅταν ἀνταποδίδεις καλό στό κακ, ἀλλά θά ἔχεις τό αἰώνιο ἀγαθό, τό ἀπόλυτο ἀγαθό, τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
 
«Μιά φορά ἕνας ἱερομόναχος εἶπε στόν Γέροντα», στόν Ἅγιο Σιλουανό, «πώς ὅταν ἐνεργεῖ κανείς ὅπως αὐτός λέγει, αὐτό θά ἀποβεῖ σέ ὄφελος τῶν ἐχθρῶν καί θά θριαμβεύσει τό κακό. Ὁ Γέροντας ἔμεινε σιωπηλός ἐκείνη τήν στιγμή, γιατί δέν μποροῦσε νά δεχτεῖ τόν λόγο αὐτός πού ἀντέλεγε, ἀλλά μετά εἶπε σέ ἕναν ἄλλον: «Πῶς μπορεῖ τό πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ νά σκεφτεῖ τό κακό ὁποιουδήποτε; Ἄραγε γι΄ αὐτό μᾶς κάλεσε ὁ Θεός;».
 
Εἶναι μεγάλη καί λεπτή ἡ πονηρία τῆς συνειδήσεως τοῦ ἐμπαθοῦς ἀνθρώπου. Ὅποιος ἔχει ὑποταχθεῖ στό πάθος, τό παρουσιάζει συχνά στήν περιοχή τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς σάν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας καί τῆς ὠφέλειας καί ὄχι σπάνια καί σάν ἀγώνα πρός δόξαν Θεοῦ»[38]. Ἐνῶ εἶναι πάθος, ἁμαρτία συσσωρευμένη καί ἐγκατεστημένη, τό παρουσιάζουν πονηρά κάποιοι ὡς ἀγώνα γιά τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Βλέπετε, ἄς ποῦμε, λ.χ. τούς γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους καί τόν ἀρχιερέα, τόν Καϊάφα, πού σκίζει τά ροῦχα του καί λέει, «συμφέρει νά πεθάνει ἕνας ἄνθρωπος παρά νά ἔρθουν οἱ Ρωμαῖοι καί νά μᾶς καταστρέψουν ὅλους»[39]! Καί ἔτσι σταύρωσαν τόν Χριστό. Βλέπετε; Καί παρουσιάστηκε καί μπροστά στόν κόσμο ὅτι ἔκανε καί θεάρεστη πράξη! Καί σήμερα ἔχουμε τούς λεγόμενους πολέμους φιλανθρωπικούς, πῶς τούς λένε;.. πού πᾶνε καί βομβαρδίζουν τούς ἀνθρώπους ἀπό ἀγάπη! Ἄν εἶναι δυνατόν, ἔ; Παραλογισμός! Κι ὅμως.. καί σοῦ λέει, πῆρα καί μήνυμα ἀπό τόν Θεό νά τό κάνω αὐτό! Χρησιμοποιοῦμε καί τόν Θεό ἀκόμα γιά νά σκοτώσουμε τούς ἀνθρώπους! Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη μας διαστροφή καί αὐτό κάνανε καί οἱ Φαρισαῖοι. Μέ πρόσχημα τήν εὐλάβεια κατέστρεφαν τίς χῆρες, τίς ἔκλεβαν, ἔπαιρναν τίς περιουσίες τους οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι. Καί γι’ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι πού ἄκουσαν καί τά οὐαί ἀπό τόν Χριστό.
 
«Οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἕτοιμοι πολλές φορές νά χύσουν ἀκόμα καί αἷμα, ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ, πού παραδόθηκε στόν θάνατο γιά χάρη τῶν ἐχθρῶν». Ὁ Χριστός παραδόθηκε σέ θάνατο γιά χάρη ὅλων μας καί γιά χάρη τῶν ἐχθρῶν Του! «Ὄχι ὅμως τό δικό τους αἷμα, ἀλλά θέλουν νά χύσουν τό αἷμα -τοῦ ἐχθροῦ- «τοῦ ἀδελφοῦ-ἐχθροῦ.
 
Ἔτσι γινόταν σέ ὅλες τίς ἐποχές. Ἀλλά ἡ ζωή τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ συνέπεσε μέ μιά ἱστορική περίοδο, πού μία παρόμοια διαστροφή ἐκδηλωνόταν μέ ἰδιαίτερη ἔνταση. «Εἶναι αὐτή ἡ ὁδός τοῦ Χριστοῦ;», ἔλεγε μέ θλίψη. «Σκληρός» ὁ λόγος τοῦ Γέροντα. Ποιός μπορεῖ νά τόν ἀκούει; Τό νά ζήσεις σύμφωνα μέ αὐτόν σημαίνει νά παραδώσεις τόν ἑαυτό σου στό μαρτύριο, ὄχι μόνο στήν κυριολεξία, ἀλλά καί στήν καθημερινή ζωή.
 
Δέν θυμόμαστε ποῦ ἀκριβῶς γίνεται λόγος γιά ἕναν εὐσεβῆ ἄνθρωπο, πού σέ ὅλη τή ζωή του παρακαλοῦσε τόν Κύριο νά τόν ἀξιώσει νά βρεῖ μαρτυρικό θάνατο. Πλησίασε ἡ ὥρα τοῦ εἰρηνικοῦ του τέλους καί τότε εἶπε μέ θλίψη: «ὁ Κύριος δέν ἄκουσε τήν προσευχή μου». Μόλις, ὅμως ἐπρόφερε αὐτές τίς λέξεις, πληροφορήθηκε πώς ὅλη ἡ ζωή του ἦταν μαρτυρική καί ἔτσι ἔγινε δεκτή. Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ἔλεγε, πώς ἡ Χάρη πού ἔλαβε στήν ἀρχή ἦταν ὅμοια μέ τήν Χάρη τῶν μαρτύρων καί σκεπτόταν μάλιστα πώς ἴσως ὁ Κύριος τόν προόριζε καί αὐτόν γιά μαρτυρικό θάνατο»[40]. Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες πῶς μαρτύρησαν; Ὄχι μέ τή δική τους δύναμη. Πῆραν Χάρη ἀπό τόν Θεό. Ἤθελαν νά τήν πάρουν βέβαια, ἦταν δεκτικοί καί προσευχόντουσαν ἀδιάλειπτα καί ἔτσι μπόρεσαν καί μαρτύρησαν.
 
«Ἀλλά, σάν ἐκεῖνο τόν εὐσεβῆ ἄνθρωπο καί ὁ Ἅγιος Σιλουανός τελείωσε εἰρηνικά. Ὁ Ἅγιος ἦταν ἐγκρατής σέ ὅλα. Δέν παραδινόταν σέ ὀνειροπολήματα τελειότητας, ἀλλά ἀφοῦ γνώρισε τήν τέλεια ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀγωνίσθηκε σέ ὅλη του τή ζωή νά τήν ἀποκτήσει. Περισσότεοο ἀπό τόν καθένα γνώριζε πώς εἶναι «τό μέν πνεῦμα πρόθυμον ἡ δέ σάρξ ἀσθενής»[41]. Γι’ αὐτό ἔλεγε πώς συναντᾶται καμιά φορά ἡ ἐπιθυμία τοῦ μαρτυρίου στούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἄν δέν ὑπάρχει Χάρη καί στό σῶμα», ὄχι μόνο στό πνεῦμα, στήν ψυχή, ἀλλά καί στό σῶμα Χάρη, «μπορεῖ νά μήν ἀντέξει ὁ ἄνθρωπος στά βάσανα.
 
Γι’ αὐτό δέν πρέπει νά ἐπιδιώκει κανείς τέτοιο ἄθλημα», νά γίνει μάρτυρας∙ ἄν τόν καλέσει ὁ Θεός. «Ἄν ὅμως ὁ Κύριος τόν καλέσει, τότε πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά ζητήσει βοήθεια, καί Ἐκεῖνος -ὁ Θεός- θά βοηθήσει. Ὁ Γέροντας δέν ζητοῦσε τό μαρτύριο, παρόλο πού ἔλαβε καί Χάρη μαρτύρων. Ἡ ζωή του ὅμως ἦταν ἀληθινό μαρτύριο καί ἴσως καί ἀκόμη μεγαλύτερο μποροῦμε νά ποῦμε. Ὁ μάρτυς παίρνει τό ἔπαθλο πολλές φορές γιά μιά γενναία ὁμολογία του∙ ὁ ἀσκητής ὅμως -ὁ Ἅγιος Σιλουανός- ἀγωνίζεται ἐπί δεκαετίες.
 
Τό νά προσεύχεσαι γιά τόν κόσμο τόσο καιρό, ὅπως προσευχόταν ἐκεῖνος, εἶναι πιό κοπιαστικό ἀπό τό ἁπλό μαρτύριο». Γι’ αὐτό καί ἔλεγε «νά προσεύχεσαι γιά τούς ἀνθρώπους σημαίνει νά χύνεις αἷμα».
 
Ἡ ὁδός τοῦ χριστιανοῦ γενικά εἶναι μαρτύριο καί ὅποιος τήν πορεύεται μέ τόν τρόπο πού πρέπει, διστάζει νά ἀρχίσει τό κήρυγμα. Ἡ ψυχή του λαχταρᾶ νά δεῖ τόν ἀδελφό του κοινωνό στό αἰώνιο Φῶς, ἀλλά αὐτός ὁ ἴδιος νά ὑποστεῖ μόνος τόν πόνο τοῦ ἀγώνα, καί κυρίως γι’ αὐτόν τόν λόγο καταφεύγει στήν προσευχή γιά τόν κόσμο»[42]. Δηλαδή θέλει νά πάρει πάνω του τόν πόνο ὅλου τοῦ κόσμου.
 
Σταματοῦμε ἐδῶ γιατί συμπληρώθηκε ὁ χρόνος. Ἄν θέλετε κάτι νά συζητήσουμε πάνω σ’ αὐτά, μποροῦμε.
 
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
 
Ἐρ. : …………………….
 
Ἀπ. : Ναί, τό λέει στούς μακαρισμούς τό Εὐαγγέλιο.
 
Ἐρ. : Εἶναι δυνατόν νά ἔχουμε καθαρή καρδία καί ὄχι τόσο καθαρό μυαλό;…….. Πιστεύω πιό εὔκολα ἔχεις καθαρή καρδιά παρά καθαρό μυαλό.
 
Ἀπ. : Τό ἀνάποδο εἶναι. Πιό εὔκολα καθαρίζεται ἡ διάνοια, λένε οἱ Πατέρες -δέν εἶναι δικό μου, τῶν Ἁγίων εἶναι πού τά ἔχουνε ζήσει πολύ καλά αὐτά- καί πιό δύσκολα ἡ καρδιά. Ἀλλά ὅταν καθαρίσει ἡ καρδιά, μετά λερώνεται πιό δύσκολα ἀπ’ ὅ,τι τό μυαλό.
 
Ἔχουμε τήν καρδιά, τόν νοῦ.. Ὅταν λέμε νοῦς, κατά τήν πατερική ὁρολογία καί σκέψη, ἐννοοῦμε καρδιά, ἐννοοῦμε τήν ψυχή, ὄχι τήν διάνοια. Γιά τούς Πατέρες, ἄλλο εἶναι ἡ καρδιά, ὁ νοῦς, καί ἄλλο εἶναι ἡ διάνοια, ἡ σκέψη πού εἶναι στόν ἐγκέφαλο. Μέ τήν καρδιά, μέ τόν νοῦ, βλέπουμε τόν Θεό. Μέ τήν διάνοια, τήν σκέψη καί τή λογική ἐπεξεργαζόμαστε τά δεδομένα πού μᾶς ἔρχονται ἀπό τίς αἰσθήσεις, ἔτσι; Καί μποροῦμε νά προσανατολιζόμαστε στό περιβάλλον καί νά κάνουμε πράξεις μαθηματικές, νά σκεφτόμαστε λογικά κ.λ.π. καί νά διατυπώνουμε αὐτά πού βλέπει ὁ νοῦς ὅσο μποροῦμε. Ὁ νοῦς βλέπει τόν Θεό, ἔχει τή δυνατότητα αὐτή, ὅταν εἶναι καθαρός. Ὅταν δέν εἶναι καθαρός καί ἔχει ὑποδουλωθεῖ στή διάνοια, στή σκέψη, στίς αἰσθήσεις, τότε καί ὁ νοῦς γίνεται σαρκικός καί ἡ ψυχή γίνεται σαρκική (τοῦ ἀνθρώπου) καί ὁ ἄνθρωπος πλέον δέν βλέπει τόν Θεό καί ἔτσι καταντάει νά εἶναι καί ἄθεος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετανοήσει, μετά + νοῦς, ἀλλάζει νοῦ δηλαδή, καθαρίζει τόν νοῦ του, τότε ἀρχίζει νά βλέπει σιγά-σιγά τόν Θεό. Καί τότε καί ἡ διάνοια, ἡ σκέψη, κι αὐτή καθαρίζεται. Καί αὐτή διατυπώνει αὐτά πού βλέπει ὁ νοῦς.
 
Λένε λοιπόν οἱ Ἅγιοι, πιό εὔκολα καθαρίζεται ἡ διάνοια μέ μία προσευχή καί ἡ καρδιά μετά θά καθαριστεῖ, πιό δύσκολα. Γιατί στήν καρδιά ὑπάρχει ἡ ρίζα τῶν παθῶν. Εἶναι ριζωμένα ἐκεῖ τά πάθη. Καί ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ὅτι «ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται πονηροί λογισμοί, πονηρίες, μοιχεῖες, φθόνοι, κακίες..»[43]. Ὅλα τά κακά ξεκινᾶνε ἀπό τήν καρδιά, τήν μολυσμένη καρδιά. Καί ὅποιος θέλει νά καθαρίσει τήν καρδιά του, πρέπει νά μπεῖ σ’ αὐτή τήν θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας, πού σημαίνει ἀδιάλειπτη προσευχή, σημαίνει ἀγώνας κατά τῶν παθῶν, νά κάνουμε τά ἀντίθετα δηλαδή ἀπό αὐτά πού μᾶς λένε τά πάθη μας, ἀγώνας ἐναντίον τῶν ἐπιθυμιῶν, νά μή θέλουμε τίποτε παρά μόνο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀγώνας ἐναντίον τοῦ θυμοῦ, ὄχι νά τόν νεκρώσουμε τόν θυμό, νά γίνουμε ἄνευροι ἄνθρωποι, λαπάδες -συγγνώμη γιά τήν ἔκφραση- ἀλλά νά μεταμορφώσουμε τόν θυμό μας καί νά τόν κατευθύνουμε ὄχι πλέον ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, τῶν συνανθρώπων μας, ἐπειδή μᾶς ἀδικοῦν κ.λ.π., ἀλλά ἐναντίον τῶν παθῶν, ἐναντίον τῶν δαιμόνων. Γι’ αὐτό μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός τόν θυμό, γιά νά καταστρέφουμε τούς κακούς λογισμούς. Πρέπει νά θυμώσεις μέ τό πάθος, ἄς ποῦμε τῆς φιλαργυρίας, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλοδοξίας, γιά νά τό διώξεις ἀπό μέσα σου. Ἄν δέν θυμώσεις καί πᾶς ἔτσι πολύ χαλαρά πού λέμε, δέν θά κάνεις τίποτε. Πρέπει νά θυμώσεις μέ τόν κακό λογισμό, μέ τόν πονηρό λογισμό πού σοῦ σπέρνει ὁ διάβολος, γιά νά τόν ἐξολοθρεύσεις.
 
Λοιπόν, ὅταν κάνεις τόν ἀγῶνα αὐτόν ὅλο, μέ τή βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ πάντα, τότε σιγά-σιγά, σιγά-σιγά, ἀρχίζει νά καθαρίζει ἡ καρδιά. Σιγά-σιγά. Θέλει χρόνο, νά μήν πῶ χρόνια, γιά νά κόψεις τά πάθη σου. Ἐνῶ νά καθαρίσεις τήν σκέψη σου εἶναι πιό εὔκολο. Βλέπετε, καί στή νηστεία πού κάνουμε τίς Σαρακοστές, καθαρίζει τό μυαλό μας. Εἷναι πιό καθαρή ἡ σκέψη μας. Βοηθάει καί ἡ νηστεία δηλαδή. Ἀλλά πολύ περισσότερο βοηθάει ἡ προσευχή, ἡ συνεχής προσευχή. Ἄν κανείς καθίσει, ἄς ποῦμε δύο ὧρες καί πεῖ, θά πῶ τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με, θά δεῖ, ἐνῶ στήν ἀρχή ἔχει ἕνα σωρό λογισμούς, σκέψεις διάφορες, μετά ἀπό δυό-τρεῖς ὧρες δέν ἔχει κανέναν λογισμό. Ὅταν βέβαια προσπαθεῖ σωστά, νά μαζέψει τόν νοῦ του στίς πέντε λέξεις, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Καθαρίζει ὁ νοῦς του. Καθαρίζει ἡ διάνοιά του. Ἀλλά βέβαια, ἅμα σταματήσει μετά τήν προσευχή, μετά ἀπό λίγο πάλι θά γεμίσει μέ διάφορους λογισμούς. Γι’ αὐτό μᾶς εἶπε ὁ Κύριος, πρέπει νά προσευχόμαστε συνέχεια, νά κρατᾶμε καθαρή τήν διάνοια καί μετά βεβαίως βοηθιέται καί ἡ καρδιά. Γιατί ἡ καρδιά τροφοδοτεῖται ἀπό τήν διάνοια. Καί τήν τροφοδοτεῖ καί τροφοδοτεῖται, ὑπάρχει μιά ἐπικοινωνία ἄς τό ποῦμε. Ἄν λοιπόν ὁ ἄνθρωπος προσέχει μέ τήν προσευχή, τί κάνει; Σταματάει τούς λογισμούς καί δέν τούς ἐπιτρέπει νά κατέβουνε στήν καρδιά. Σταματάει στήν σκέψη. Καί συγχρόνως προσέχει κιόλας νά μήν καλλιεργεῖ καί σκέψεις πού δέν πρέπει καί στή διάνοια. Αὐτή εἶναι ἡ διαδικασία. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος εἶπε: «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»[44]. Γιατί μέ τή διάνοια δέν μπορεῖς νά βρεῖς τόν Θεό. Τήν καθαρίζεις τή διάνοια, καθαρίζεις λίγο τό μυαλό, ἀλλά δέν εἶναι ἀρκετό αὐτό. Γιά νά βρεῖς τόν Θεό, πρέπει νά καθαρίσει καί ἡ καρδιά. Γιατί ἄν δέν καθαρίσει ἡ καρδιά, ἡ διάνοια πάλι θά μολυνθεῖ ἀπό αὐτά πού θά βγάζει ἡ καρδιά, τά βρώμικα. Γιατί «ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται οἱ κακοί λογισμοί»[45] καί μετά μολύνουν ὅλη τήν ψυχή καί τή διάνοια.
Ἐντάξει;.. Πιό δύσκολα καθαρίζει ἡ καρδιά καί -προσέξτε- ἄν καθαρίσει, πιό δύσκολα λερώνεται μετά σέ σχέση μέ τή διάνοια, αὐτό λένε οἱ Ἅγιοι. Ἔχει κι αὐτό τό πλεονέκτημα, ἔτσι καί τήν καθαρίσεις, μετά δύσκολα λερώνεται. Γι’ αὐτό ἕνας Ἅγιος, ὅταν καθαριστεῖ ἡ καρδιά του, μετά δύσκολα πέφτει (ὁ Ἅγιος). Ὄχι ὅτι δέν εἶναι δυνατόν. Ἔχουμε καί τέτοιες περιπτώσεις Ἁγίων πού ἔπεσαν. Ἀλλά πιό δύσκολα σέ σχέση μέ ἕναν ὁ ὁποῖος δέν ἔχει κάνει αὐτή τήν ἐργασία καί μένει ἔτσι ἐπιφανειακά σέ κάποια ἐξωτερικά πράγματα.
 
Ἡ διάνοια εὔκολα καθαρίζεται, ἀλλά καί εὔκολα μολύνεται. Ἡ καρδιά δύσκολα καθαρίζεται καί δύσκολα ξαναμολύνεται.
 
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
[1] Ἀρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Ὁ Γέροντας Σιλουανός, ἔκδ. Γ΄, Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας, 1985, (στό ἑξῆς: Ὁ Ἅγιος Σιλουανός).
[2] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[3] Ὅ.π.
[4] Ματθ. 5, 8.
 
[5] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[6] Ὅ.π.
 
[7] Ὅ.π.
[8] Ὅ.π.
 
[9] Ὅ.π.
 
[10] Ὅ.π.
 
[11] Ὅ.π.
 
[12] Ὅ.π.
 
[13] Ὅ.π.
[14] Ὅ.π.
 
[15] Ἰωάν. 17, 3.
[16] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[17] Ὅ.π.
 
[18] Ἰωάν. 16, 13.
 
[19] Ἰωάν. 16, 23.
[20] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
[21] Ὅ.π.
 
[22] Ὅ.π.
 
[23] Ὅ.π.
 
[24] Ὅ.π.
 
[25] Ὅ.π.
 
[26] Ὅ.π.
 
[27] Ὅ.π.
 
[28] Ρωμ. 8, 35.
[29] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[30] Ἰωάν. 6, 60.
 
[31] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
[32] Ἰωάν. 6, 67.
 
[33] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[34] Ὅ.π.
 
[35] Ὅ.π.
 
[36] Ὅ.π.
 
[37] Ὅ.π.
 
[38] Ὅ.π.
 
[39] Ἰωάν. 11, 50.
 
[40] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[41] Ματθ. 26, 41.
 
[42] Ὁ Ἅγιος Σιλουανός.
 
[43] Ματθ. 15, 19.
 
[44] Ματθ. 5, 8.
 
[45] Ματθ. 15, 19.