Πνευματικές ἀνταύγειες

Στό ἀνάστημα ὁ στάρετς ἦταν μετρίως ὑψηλός καί στήν ὄψι παρ᾿ ὅλη τήν ὠχρότητα καί τήν ἀσθενικότητά του διατηροῦσε κάτι ἀπό τήν νεανική του ὡραιότητα. Στό μέτωπο του ξεχώριζαν δύο -τρεῖς ρυτίδες, πού μερικές φορές ἔσβηναν, καί στό κεφάλι του ἐμπρός ἐδέσποζε μία μικρή φαλάκρα, πού φαινόταν σάν νά τοῦ ταίριαζε. Ἡ γενειάδα του πού ἦταν μακρυά, γκρίζα καί στό ἄκρο διχασμένη του προσέδιδε κάποιο ἰδιαίτερο σεβασμό. Ἐκεῖνο ὅμως πού προξενοῦσε ξεχωριστή ἐντύπωσι ἦταν τά καστανόχρωμα μάτια του. Τί μάτια ἦταν ἐκεῖνα! Ἐκφραστικά, ἀστραφτερά, διεισδυτικά. Τό κοφτερό τους βλέμμα νόμιζες πώς διέσχιζε τά βάθη τῶν καρδιῶν.

Συνήθως τούς Ἁγίους τούς φανταζόμαστε μέ τήν ὄψι ἀκίνητη, σοβαρή καί γαλήνια, χωρίς συσπάσεις καί κινήσεις ἐκφραστικές. Στόν στάρετς ὅμως δέν παρετηρεῖτο κάτι τέτοιο. Τό πρόσωπο του ἦταν οὐρανός πού ἔπαιρνε ὅλες τίς μορφές καί ὅλες τίς ἀποχρώσεις.

Τοῦ διηγεῖσο κάτι δυσάρεστο; Τόν ἔβλεπες κι᾿ αὐτόν θλιμμένο.

Τοῦ ἀνέφερες κάποια σοβαρή ὑπόθεσι; Τόν ἀντίκρυζες βυθισμένο σέ σκέψεις. Τοῦ ἀπέκρυπτες κάτι στήν ἐξομολόγησι; Τόν ἀτένιζες ὅλο ἀνησυχία.Τοῦ ἀνεκοίνωσες τίς ἐπιτυχίες σου καί τίς χαρές σου; Χαιρόταν αὐτός περισσότερο ἀπό σένα.

Σέ ἔβλεπε μέ εὔθυμη διάθεσι; Ἦταν ἕτοιμος ὄχι μόνο νά χαμογελάση, ἀλλά καί νά ἀστειευθῆ μαζί σου.

Τίς πιό πολλές βέβαια φορές στήν ὄψι του κυριαρχοῦσε ἡ ἤρεμη χαρά, ἡ εὐθυμία, ἡ ἱλαρότης καί ἡ καλωσύνη, πρᾶγμα πού εἵλκυε κοντά του τίς ψυχές.

Οἱ δίκαιοι σύμφωνα μέ τήν Εὐαγγελική διακήρυξι θά γνωρίσουν στήν μέλλουσα ζωή μεγάλη δόξα. Θά λάμψουν σάν τόν ἥλιο. Τίς μελλοντικές ὅμως αὐτές δωρεές πολλές φορές τίς προγεύονται ἀπό τήν παροῦσα ζωή. Πρόκειται γιά τόν «ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος» (Β΄ Κορ. α΄: 22), κατά τήν Ἀποστολική ἔκφρασι. Γι᾿ αὐτό δέν εἶναι παράξενο νά ἰδῆ κανείς τήν ὄψι ἑνός Ἁγίου νά περιλούζεται ξαφνικά ἀπό θεϊκή λαμπρότητα καί νά ἀκτινοβολῆ οὐράνια δόξα. Στήν ζωή τοῦ στάρετς δέν λείπουν παρόμοια περιστατικά.

Κάποια φορά παρήγγειλε σέ δύο συζύγους ὅτι τήν ἄλλη ἡμέρα πρωΐ – πρωΐ τούς περιμένει στό κελλί του. Ἐπρόκειτο νά συζητηθῆ κάποιο σοβαρό θέμα· γι᾿ αὐτό τούς ἔδειξε τήν ἰδιαίτερη αὐτή εὔνοια. Ἔτσι καί ἔγινε. Ὅταν ἐκεῖνοι μπῆκαν στό κελλί του, ἦταν καθισμένος στό κρεββάτι του φορῶντας ἕνα λευκό ζωστικό – ἐσωτερικό ρᾶσο – καί κρατῶντας στά χέρια του τό κομποσχοίνι. Ἀλλά, Θεέ μου! τί ὑπερκόσμιο θέαμα πού ἀντίκρυσαν τά μάτια τους! Τί οὐρανόμορφη ἀλλοίωσι πού πῆρε τό πρόσωπο τοῦ π. Ἀμβροσίου! Μεταμορφώθηκε, φωτίσθηκε μέ τό φῶς τῆς Χάριτος καί στολίσθηκε μέ κάποια ἀνέκφραστη ὡραιότητα! Καί ὅλα τά ἀντικείμενα τοῦ κελλιοῦ παρουσιάσθηκαν ὄμορφα, χαριτωμένα, γελαστά, λές καί πανηγύριζαν. Φαντάζεται κανείς τί αἰσθάνθηκαν οἱ δύο ἐπισκέπτες μπροστά στίς παραδεισένιες αὐτές ἀνταύγειες. Ἔμειναν ἀποσβολωμένοι. Ἀναρρίγησαν ἀπό ἔκπληξι, ἐνῶ συγχρόνως τούς πλημμύρισε ἀπερίγραπτη ἀγαλλίασις. Μόλις συνῆλθαν ἀπό τήν πρώτη κατάπληξι, σιωπηλά, σκυφτά καί εὐλαβικά προχώρησαν νά πάρουν τήν εὐλογία. Ὁ στάρετς χωρίς νά διακόψη τήν σιωπή του τούς εὐλόγησε σταυροειδῶς. Ἐκεῖνοι σήκωσαν τά μάτια τους γιά ν᾿ ἀντικρύσουν πάλι τό ἐξαίσιο θέαμα καί νά τό ἐντυπώσουν στήν ψυχή τους. Ὁ ἅγιος Γέροντας μέ τό ἔνδοξο πρόσωπο φαινόταν βυθισμένος σέ ἱερά κατάνυξι. Ποῦ νά τολμήσουν νά ταράξουν τήν οὐράνια αὐτή κατάστασι! Συγκλονισμένοι προχώρησαν πρός τήν πόρτα καί βγῆκαν ἀπό τό κελλί του χωρίς νά ποῦν λέξι.

Παρόμοιο θέαμα εὐτύχησε ν᾿ ἀντικρύση κι᾿ ἕνας ἀπό τούς ἐπιστολογράφους τοῦ στάρετς, ὁ π. Βενέδικτος. Ἦταν ἡ ὥρα πού ἐσήμαινε τό τέλος τῆς πρωϊνῆς Ἀκολουθίας. Ὁ μοναχός αὐτός, ὅπως καί τίς ἄλλες φορές, πλησίασε νά πάρη τήν εὐλογία. Αὐτή τήν φορά ὅμως αἰφνιδιάσθηκε. Τό πρόσωπο τοῦ π. Ἀμβροσίου ἦταν πλημμυρισμένο ἀπό θεῖο φῶς. Μόλις τόν εὐλόγησε, τό φῶς αὐτό ἐξαφανίσθηκε. «Ὁπωσδήποτε κάποιο θαυμαστό ὅραμα θά εἶδε ὁ στάρετς», συλλογιζόταν χαρούμενος ὁ π. Βενέδικτος. Μετά ἀπό μικρό χρονικό διάστημα, ἐνῶ ὁ π. Ἀμβρόσιος βρισκόταν στό κελλί τοῦ π. Ἰωσήφ καί δεχόταν τούς ἐπισκέπτες, ἐπῆγε κοντά του. «Μπάτουσκα», τοῦ λέει μέ ἁπλότητα, «εἴδατε κανένα ὅραμα;» Πολύ θά ἤθελε νά τοῦ δώση ἐξηγήσεις, ἀλλά ποιός Ἅγιος κάθεται νά ἀνακοινώση τίς ὀπτασίες καί τίς μυστικές ὁράσεις πού τοῦ στέλνει ὁ Θεός; Τό μόνο πού ἔκανε ὁ στάρετς ἦταν νά τόν κτυπήση ἐλαφρά στό κεφάλι – δεῖγμα ἰδιαιτέρας οἰκειότητος καί εὐνοιας.

Ὅταν τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατασκηνώση σέ μία ψυχή, τῆς χαρίζει σάν πρῶτα δῶρα, σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο, τ ή ν  ἀ γ ά π η, τ ή ν  χ α ρ ά κ α ί  τ ή ν  ε ἰ ρ ή ν η (Γαλ. Δ΄: 22). Τί νά πῆ κανείς γιά τήν ἀγάπη πού κυριαρχοῦσε στήν καρδιά τοῦ στάρετς! Ὅλη του ἡ ὕπαρξις ἦταν λαμπάδα καιομένη στόν βωμό τῆς ἀγάπης. Τόν εἴδαμε μέχρι τώρα νά προσφέρη ποικίλη πνευματική συμπαράστασι καί βοήθεια στόν λαό. Μήπως ἆραγε ὑστεροῦσε στήν προσφορά ὑλικῆς ἐνισχύσεως; Κάθε ἄλλο. Ἐφ᾿ ὅσον οἱ Χριστιανοί πού τόν ἐπλησίαζαν εἶχαν καί ὑλικές ἀνάγκες, δέν μποροῦσε ἡ εὐσπλαγχνική του ψυχή νά τίς παρατρέξη.

Τά πολυάριθμα πνευματικά τέκνα πού εἶχε σ᾿ ὅλη σχεδόν τήν Ρωσία τοῦ ἔστελναν ἀρκετά χρήματα, καθώς καί διαφόρων εἰδῶν δῶρα. Ἀπ᾿ αὐτά κρατοῦσε κάτι ἐλάχιστο γιά τίς ἀνάγκες τοῦ κελλιοῦ του, ξεχώριζε ἕνα μέρος γιά τόν Προϊστάμενο τῆς Σκήτης καί τά ὑπόλοιπα τά προώριζε γιά τούς πτωχούς. Δέν ἦταν καί λίγοι οἱ ἐνδεεῖς πού κατέφθαναν στό κελλί του. Μέσῳ τῶν ὑποτακτικῶν του ἐμοίραζε καθημερινῶς ἐλεημοσύνες. Μερικές φορές, σπανιώτερα, ἀσχολεῖτο καί ὁ ἴδιος. Κάποτε ἐπί παραδείγματι ἀντίκρυσε στήν χιμπάρκα μία φτωχή χήρα μέ πέντε ὀρφανά. Ἀμέσως, χωρίς τήν παραμικρή καθυστέρησι, τρέχει στό δωμάτιό του νά φέρη τήν ἐλεημοσύνη. «Νά», λέει στόν ἐπιστολογράφο του, «ἦρθε ἡ καημένη ἡ χήρα μέ τά ὀρφανά. Ὅλα μικρά. Μικρός, μικρότερος, μικρότατος! Δέν ἔχουν τά κακόμοιρα νά φᾶνε. Ἡ μητέρα δακρυσμένη. Τά παιδιά σέ κοιτάζουν ἱκετευτικά. Τό πιό μικρό σηκώνει πρός τό μέρος σου τά χεράκια του. Μά, πῶς εἶναι δυνατόν, νά μείνης ἀσυγκίνητος»; Προσφέροντας τήν ὑλική ἐνίσχυσί του στούς δυστυχεῖς συνανθρώπους του καί σκορπίζοντας χαρά στά θλιμμένα πρόσωπα δέν μποροῦσε κι᾿ ὁ ἴδιος νά συγκρατήση ἀπό τήν συγκίνησι τά δάκρυά του.

Πλούσιοι ἄνθρωποι πού ἀπό κάποιο ἀτύχημα πτώχευαν, εὕρισκαν κι᾿ αὐτοί κοντά του ἀσφαλές καταφύγιο. Ἀναφέρεται γιά κάποια πολυμελῆ ἀρχοντική οἰκογένεια, πού ἐξ αἰτίας κάποιας ἀνωμαλίας βρέθηκε στούς δρόμους, πώς τήν ἀνέλαβε ἐξ ὁλοκλήρου ὑπό τήν προστασία του. Καί τόσο πλούσια τούς χορηγοῦσε τήν ὑλική ὑποστήριξι, ὥστε νά ζοῦν ἀρχοντικά, ὅπως καί πρῶτα.

Τίς παραμονές τῶν Χριστουγέννων καί τοῦ Πάσχα στά σπίτια πολυαρίθμων πτωχῶν ἔφταναν ἐπιταγές πού τίς ἔστελνε ὁ στάρετς. Ἡ κάθε μία θά εἶχε κατά κανόνα τέσσερα μέ πέντε ρούβλια, καί καμμιά φορά, ὅταν οἱ ἀνάγκες τό ἀπαιτοῦσαν, πενῆντα μέ ἑκατό. Ὑπῆρχαν πρόσωπα – ἀνάμεσα σ᾿ αὐτά καί πολλές μοναχές – πού συντηροῦντο ἀποκλειστικά ἀπό αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν βοήθεια.

«Ἡ ἀγάπη πάντα πιστεύει», λέει ἕνας θεόπνευστος λόγος ( Α΄ Κορ. ιγ΄: 7). Αὐτό φαινόταν ἔκδηλα στόν π. Ἀμβρόσιο. Σκορποῦσε τήν ἀγάπη του καί τήν εὐσπλαγχνία του, χωρίς νά δυσπιστῆ καί νά κάνη ἔλεγχο. Μερικοί πού τοῦ ἀποσποῦσαν χρήματα καί νόμιζαν πώς τόν ξεγελοῦσαν, δέν μποροῦσαν νά ἐννοήσουν τά βάθη τῆς εὐσπλαγχνικῆς του καρδιᾶς. «Παπούλη», ἔλεγαν κάποιοι ἀπρόκοφτοι ἀγρότες ἀπό τήν Κοζέλσκ, «δῶσε μας λίγα χρήματα πού μᾶς χρειάζονται νά βγάλουμε διαβατήριο»– γιά νά μποροῦν δηλαδή νά ταξειδεύσουν ἀπό τήν μία ἐπαρχία στήν ἄλλη. Τούς ἔδινε. Κι᾿ ἐκεῖνοι οἱ ἀσυνείδητοι καμάρωναν: «Ὅλο τόν ἀπατοῦμε τόν παπούλη! Μᾶς δίνει χρήματα γιά τό διαβατήριο, κι᾿ ἐμεῖς πηγαίνουμε καί τά πίνουμε»! Ἀλλά κάποιος θά βρισκόταν νά τούς βάλη στήν θέσι τους: « Ἀνόητοι ἄνθρωποι! Μπορεῖτε ἐσεῖς νά ξεγελάσετε τόν μπάτουσκα; Αὐτός γνωρίζει τίς πράξεις σας. Ἐάν σᾶς δίνη, τό κάνει ἀπό οἶκτο, γιά νά μήν πάρετε τόν πλατύ δρόμο τῆς κλοπῆς καί τῆς ληστείας…».

Ἡ προσφορά τοῦ ἐλέους ἐκ μέρους τοῦ π. Ἀμβροσίου ἦταν συνδυασμένη μέ τήν πιό μεγάλη αὐταπάρνησι. Ὅλο του τό εἶναι τό ἀφιέρωνε στήν ὑπηρεσία τῶν ἄλλων. Πόσο προσφυῶς τό διετύπωσε καί ὁ ἴδιος! «Σ᾿ ὅλη μου τήν ζωή ἐφρόντιζα νά σκεπάζω τίς ξένες στέγες· καί ἡ δική μου ἔμεινε ἀνοιχτή».

Ἡ δίχως ὅρια ἀγάπη του ἀγκάλιαζε μέ ξεχωριστό ἐνδιαφέρον τά πρόσωπα ἐκεῖνα πού τά ταλαιπωροῦσε ἡ ἁμαρτία καί ἡ ἐνοχή καί τά ἐβάρυνε ὁ στιγματισμός τῆς κοινωνίας. Κάποια νέα πού ἔμεινε ἔγκυος καί διώχθηκε ἀπό τήν οἰκογένειά της, ἐζήτησε καταφύγιο κοντά του. Ἐκεῖνος τήν δέχθηκε γεμᾶτος καλωσύνη καί τήν ἀνέλαβε ὑπό τήν προστασία του. Τήν τακτοποίησε σέ μερικούς γνωστούς του, σέ μιά γειτονική πόλι, καί φρόντιζε συνεχῶς τόσο γι᾿ αὐτήν ὅσο καί γιά τό παιδί πού ἀπέκτησε, μέχρις ὅτου ἐπῆλθε τελικά ἡ συμφιλίωσις μέ τούς δικούς της. Τό πρόβατο τό ἀπολωλός εἶχε σωθῆ. Ἀλήθεια, ποσο συμμεριζόταν ὁ στάρετς τίς θλίψεις τῶν ἀνθρώπων! Νόμιζες πώς συνταυτιζόταν μαζί τους. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ καρδιά του γινόταν πολύ εὐαίσθητη μπροστά στόν ἀνθρώπινο πόνο. «Ξεκινῶντας τό στάρτσεστβο», ἔλεγε, «ἤμουν αὐστηρός. Τώρα ὅμως δέν ἀντέχω νά δείχνω αὐστηρότητα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τόσο πόνο! τόσο πόνο»!

Πολύ θά ἐκτιμήσουμε τό κοινωνικό ἔργο τῆς ἀγάπης τοῦ π. Ἀμβροσίου, ὅταν ἀργότερα θά ἀναφερθοῦμε στήν ἵδρυσι τῆς γυναικείας Μονῆς στό Σαμορτῖνο. Ἐκεῖ θά θαυμάσουμε τό πλάτος τῆς φιλανθρωπίας του.

Σ᾿Αὐτόν,τὸνΚύριον,ἀνήκουνΔόξακαὶτὸΚράτοςεἰςτοὺςαἰῶνας.
Ἀμήν.


Συνεχίζεται…


Ἀπότόβιβλίο:ΟΟΣΙΟΣΑΜΒΡΟΣΙΟΣΤΗΣΟΠΤΙΝΑ

ΙΕΡΑΜΟΝΗΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥΩΡΩΠΟΣΑΤΤΙΚΗ.