Κεφ. 12ο: μέρος α΄

Στήν συνείδησι τοῦ λαοῦ τά λόγια τοῦ στάρετς Ἀμβροσίου εἶχαν κῦρος προφητικό. Δέν ἦταν λόγια πού προέρχονταν ἀπό τήν σκέψι καί τήν κρίσι ἑνός κατά κόσμον σοφοῦ, ἀλλά ἑνός ἀνθρώπου φωτισμένου ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Στήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι γραμμένο: «Ἔγνωσαν πᾶς Ἰσραήλ ἀπό Δάν καί ἕως Βηρσαβεέ ὅτι πιστός Σαμουήλ εἰς προφήτην τῷ Κυρίῳ» (Α΄ Βασ. γ΄: 20). Θά μπορούσαμε ἀντίστοιχα νά λέγαμε, ὅτι ὅλος ὁ εὐσεβής ρωσικός λαός ἀπό τήν μία ἄκρη τῆς χώρας ἕως τήν ἄλλη ἀντελήφθη ὅτι ὁ π. Ἀμβρόσιος ἐμφορεῖτο ἀπό γνήσιο προφητικό πνεῦμα. Οἱ λόγοι του δέν ἔμοιαζαν μέ ἄχυρα, ἀλλά ἦταν γνήσιο σιτάρι μέ τό ὁποῖο οἱ Χριστιανοί μποροῦσαν νά παρασκευάσουν ἐκλεκτόν ἄρτο. Ἡ συνέχεια τοῦ λόγου θά πιστοποιήση κατά τόν καλύτερο τρόπο τά λεγόμενά μας.
Ὑπῆρχαν Χριστιανοί πού πρίν ἀρχίσουν κάποιο σοβαρό ἔργο ζητοῦσαν ἀπαραιτήτως τήν εὐλογία τοῦ στάρετς.

Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτούς ἦταν καί ὁ Καπίτων ἀπό τήν πόλι Κοζέλσκ, πατέρας ἑνός ἀρκετά προικισμένου παιδιοῦ. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νά προχωρήση ὁ γυιός του σέ ἀνώτερες σπουδές ἀπεφάσισθη μία ἐπίσκεψις στήν Ὄπτινα. Ὁ στάρετς δέν εἶχε καμμία ἀντίρρησι γιά τίς σπουδές. Γι᾿ αὐτές ἔδινε ἀνεπιφύλακτα τήν εὐλογία του. Δέν συμφωνοῦσε ὅμως μέ τήν πόλι καί συνιστοῦσε ἀντί τῆς Μόσχας τήν Κούρσκ (ὡς γνωστόν ἡ πόλις αὐτή ὑπῆρξε πατρίς τοῦ Ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ). «Μά, πάτερ», ἔλεγε ὁ Καπίτων, «στήν Κούρσκ δέν ἔχουμε κανέναν γνωστό. Πῶς νά τό στείλουμε ἐκεῖ τό παιδί; Δῶστε λοιπόν, σᾶς παρακαλοῦμε τήν εὐλογία σας γιά τήν Μόσχα». Τότε ὁ στάρετς σέ τόνο κάπως ἀστεῖο τοῦ ἀπαντᾶ: «Ἡ Μόσχα, ἀγαπητέ μου, σέ πιάνει ἀπό τήν μύτη καί σέ κτυπᾶ μέ τίς σανίδες». Τελικά ὁ στάρετς δέν εἰσακούσθηκε, καί ὁ νεαρός σπουδαστής ἐγκατεστάθη στήν Μόσχα, σ᾿ ἕνα σπίτι πού τότε κατασκευαζόταν — Κατά τό ἥμισυ ἦταν κτισμένο. Οἱ σπουδές του προχωροῦσαν ἀρκετά καλά καί ὅλα γενικῶς ἐπήγαιναν κατ᾿ εὐχήν. Ὁ πατέρας αἰσθανόταν εὐχαριστημένος, μέχρι πού ἔλαβε ἕνα ἀνησυχητικό τηλεγράφημα. Ἔπρεπε ἐπειγόντως νά ξεκινήση γιά τήν Μόσχα. Καί τί νά ιδῆ ἐκεῖ; Καί τά δυό πόδια τοῦ γυιοῦ του σπασμένα! Εἶχαν πέσει ἐπάνω των βαρειά σανίδια ἀπό τίς σκαλωσιές τοῦ σπιτιοῦ, τά πλάκωσαν μέ δύναμι καί τά συνέτριψαν. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά μείνη γιά πάντα ἀνάπηρος. Ὅταν ὁ Καπίτων ἐπισκέφθηκε πάλι τόν στάρετς, τά μάτια του ἔτρεχαν συνεχῶς δάκρυα. «Ἄχ, πάτερ»,  ἔλεγε, «γιατί νά μή σᾶς ἀκούσω; Γιατί νά μή σᾶς ἀκούσω;»
Τί θαυμασμό πού προκαλοῦσαν οἱ γνώσεις τοῦ στάρετς! Πήγαινες νά συζητήσης μαζί του τά προβλήματά σου καί ἀνεκάλυπτες ὅτι γνώριζε λεπτομέρειες τῆς περασμένης σου ζωῆς πού ἐσύ οὔτε κἄν τίς ἐνθυμεῖσο.
— Σέ μία ἀπό τίς πολλές μου ἐπισκέψεις στόν στάρετς Ἀμβρόσιο, διηγεῖτο κάποιο πνευματικό του τέκνο, μοῦ ἔδωσε σάν εὐλογία τό βιβλίο «Ἡ βασιλική ὁδός τοῦ σταυροῦ τοῦ Κυρίου». Συγχρόνως μοῦ εἶπε: Νά τό διαβάζης συχνά». «Μπάτουσκα — τοῦ ἀνέφερα — μοῦ τό ἔχετε καί ἄλλη φορά δώσει αὐτό τό βιβλίο». «Σοῦ τό ἔδωσα. Τό διάβασες ὅμως;» «Μοῦ φαίνεται πώς τό διάβασα». «Ὄχι, ὄχι. Ὅπως ἦταν τυλιγμένο τό ἔκανες δῶρο». Σκέφθηκα λίγο καί ἐνθυμήθηκα ὅτι ἔτσι εἶχε γίνει. Ὁ στάρετς εἶχε δίκιο. Ἀκοῦς ἐκεῖ!  Ἐγώ νά τό ἔχω λησμονήσει ἐντελῶς κι᾿ ἐκεῖνος νά τό γνωρίζη ἐπακριβῶς! Καί δέν ἦταν μόνο αὐτό. Θά μποροῦσα νά διηγηθῶ πολλές παρόμοιες περιπτώσεις πού ἀφοροῦσαν θέματα τῆς οἰκογενείας μας.
Κάτι σχετικό εἶχε νά διηγηθῆ καί ὁ π. Μισαήλ, μοναχός τῆς Ὄπτινα.
Ὅταν ἀκόμη εὑρισκόμουν στόν κόσμο ἔτυχε νά ἀρρωστήσω σοβαρά. Ἔγραψα λοιπόν στήν Πετσέρσκαγια Λαύρα, στό Κίεβο, νά μοῦ στείλουν ἕναν κατάλογο πνευματικῶν βιβλίων. Σκεπτόμουν, μόλις ἀναρρώσω, νά ἐπιδοθῶ στήν μελέτη τους. Ὅταν ὅμως ἔγινα καλά λησμόνησα νά πραγματοποιήσω τίς σκέψεις μου, καί τά βιβλία ἔμειναν ἀδιάβαστα. Σέ δεκαπέντε χρόνια κοινοβίασα ἐδῶ καί ὁ ζῆλος μου γιά ἱερές ἀναγνώσεις ζωντάνεψε. Ἀπεφάσισα λοιπόν νά παραγγείλω πάλι βιβλία στό Κίεβο καί ζήτησα γι᾿ αὐτό τήν εὐλογία τοῦ στάρετς. Τά λόγια του μοῦ δημιούργησαν κατάπληξι. «Γιατί νά παραγγείλης νέο κατάλογο; Μπορεῖς νά χρησιμοποιήσης τόν παλαιό». Καί δέν μποροῦσα παρά νά ἐκπλαγῶ, ἐφ᾿ ὅσον ὁ στάρετς ἀνθρωπίνως ἦταν ἐντελῶς ἀδύνατον νά γνωρίζη τήν παραγγελία πού εἶχα κάνει ἐγώ πρίν ἀπό δεκαπέντε χρόνια.
Πολλοί ἄνθρωποι ἀναφερόμενοι σέ μελλοντικά γεγονότα μπορεῖ νά ἀληθεύσουν στίς προβλέψεις τους. Κάνοντας διαφόρους ὑπολογισμούς προσδιορίζουν κάπως τήν πιθανή ἐξέλιξι τῶν πραγμάτων. Ἀλλά τό μέλλον κρύβει καί ἀπροσδόκητες ἐκπλήξεις. Τό μάτι ὅμως τοῦ θεοφόρου στάρετς μποροῦσε νά διακρίνη καί ὅσα ξέφευγαν ἀπό κάθε δυνατή πιθανότητα.
Δύο ἀδελφές ἀπό τήν Πετρούπολι πῆραν τήν ἀπόφασι νά ταξειδεύσουν μέχρι τήν Ὄπτινα. Ἡ μεγαλύτερη ἦταν ἄνθρωπος κλειστός, σοβαρός καί θεοφοβούμενος — ὅτι ἔπρεπε γιά μοναχή. Ἡ μικρότερη, τύπος χαρούμενος καί ἐξωστρεφής, τό ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπό τήν ἀδελφή της. Ἡ πρώτη θά ζητοῦσε ἀπό τόν στάρετς εὐλογία γιά νά γίνη μοναχή. Ἡ δεύτερη γιά νά κάνη ἕναν εὐτυχισμένο γάμο — ἦταν ἤδη μνηστευμένη. Ἔφθασαν στό κελλί του καί συζήτησαν τά θέμετά τους. Καθώς τίς ἀποχαιρετοῦσε ὁ π. Ἀμβρόσιος δίνει σάν εὐλογία στήν μικρότερη ἕνα κομποσχοίνι! Κομποσχοίνι σ᾿ αὐτή πού ἑτοιμαζόταν γιά γάμο! Πρᾶγμα παράδοξο! Καί στήν ἄλλη λέει: «Ἐσύ νά μή μιλᾶς γιά Μοναστήρι. Πρόκειται νά παντρευθῆς καί μάλιστα ἐδῶ κοντά». Οἱ προβλέψεις τοῦ στάρετς φάνηκαν καί στίς δύο ἀδελφές περίεργες. Τελικά ὅμως δέν ἀστόχησαν. Ἐπιστρέφοντας ἡ μικρότερη στήν Πετρούπολι ἔμαθε κάτι τό θλιβερό εἰς βάρος τοῦ ἀρραββωνιαστικοῦ της. Καταπικραμένη τότε ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί πῆγε σ᾿ ἕνα Μοναστήρι ν᾿ ἀφιερώση τήν ζωή της στόν οὐράνιο Νυμφίο. Στήν μεγαλύτερη ἐστάλη μία ἐπιστολή. «Ἀφοῦ ἐνδιαφέρεσαι γιά τήν μοναχική ζωή — τῆς ἔγραφε κάποια θεία της — ἔλα στό Σαμορτῖνο νά τήν γνωρίσης. Ὑπάρχει ἐδῶ καλό γυναικεῖο Μοναστήρι». Ἀλλά μία γνωριμία πού ἔκανε στό σπίτι τῆς θείας της εἶχε ὡς συνέπεια τόν γάμο. Τά πράγματα δηλαδή ἐξελίχθηκαν ὅπως ἀκριβῶς τά προεῖπε ὁ στάρετς.
Οἱ εὐσεβεῖς Χριστιανοί γονεῖς πάντοτε πρίν ἀπό κάθε σοβαρή ὑπόθεσι ζητοῦσαν τήν εὐλογία τοῦ π. Ἀμβροσίου. Σέ θέματα ἀποκαταστάσεως τῶν παιδιῶν τους δέν προχωροῦσαν ποτέ χωρίς τήν ἔγκρισί του.
Τήν ἐνάρετη κόρη μιᾶς εὐγενοῦς χήρας, σέ κάποια πόλι τῆς ἐπαρχίας Σμολένσκ, πολλοί τήν ζητοῦσαν ὡς σύζυγο. Κάθε φορά πού ἡ μητέρα ἀνέφερε στόν στάρετς τήν περίπτωσι, ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε: «Μή βιάζεσθε. Νά περιμένετε». Κάποτε πού βρέθηκε ἕνα ἐκλεκτό καί σοβαρό πρόσωπο ἡ μητέρα παρακαλοῦσε εἰδικά τόν στάρετς νά δώση τήν εὐλογία του. «Νά μή προχωρήσετε, ἀπήντησε ἐκεῖνος, γιατί τήν κόρη σου τήν περιμένει ἄλλος νυμφίος. Θά εἶναι τόσο ὑπέροχος, ὥστε ὅλοι θά ζηλέψουν τήν τύχη της. Ἄς περιμένουμε λίγο. Ἄς ἑορτάσουμε πρῶτα τό Πάσχα. Ὤ! τί ὡραῖα πού ἀνατέλλει ὁ ἤλιος τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως! Ἄς ἀπολαύσουν τά μάτια μας τό ἐξαίσιο θέαμα. (Ὀ στάρετς ἐστράφη τότε στήν κόρη — ἦταν καί αὐτή παροῦσα). Πρόσεξε! Μή τό ξεχάσης!»
Τί ἐσήμαιναν ἆραγε τά αἰνιγματικά λόγια τοῦ στάρετς; Ὁ Κύριος εἶχε ἀποφασίσει νά καλέση κοντά Του τήν κόρη, ὅσο ἀκόμη φοροῦσε τόν παρθενικό χιτῶνα. Γι᾿ αὐτές τίς ἐξαιρετικές περιπτώσεις ἡ Γραφή σημειώνει: «Ἀρεστή ἦν Κυρίῳ ἡ ψυχή αὐτῆς» καί «Ἡρπάγη, μή κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτῆς» (Σ. Σολομ. δ΄: 14, 11). Μόλις ξημέρωνε τό Πάσχα, ἡ κόρη κοίταζε πρός τήν ἀνατολή. «Μητέρα! Μητέρα! ἀνεφώνησε μέ τά χέρια ἁπλωμένα. Βλέπω τόν Κύριο ἀνεστημένο ἐν δόξῃ. Μέ καλεῖ κοντά του. Θά φύγω πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως». Ἔτσι καί ἔγινε. Μία ἑβδομάδα πρίν ἀπό τήν Ἀνάληψι, ἔπειτα ἀπό κάποια σύντομη ἀρρώστια ἡ κόρη ἀνεψχώρησε. Ἡ παρθενική ψυχή της μέ τήν συνοδεία πασχαλινῶν ὕμνων ὡδηγήθηκε ἀπό τούς ἀγγέλους κοντά στόν ἀθάνατο Νυμφίο. Ὅ,τι εἶχε προβλέψει ὁ πνευματοφόρος στάρετς πραγματοποιήθηκε μέ κάθε λεπτομέρια. Καί τό ὅραμα καί τήν ὥρα καί τήν ἡμέρα καί τήν σύντομη ἀναχώρησι καί τούς οὐρανιους γάμους… ὅλα τά εἶχε ἰδεῖ ὁ προφητικός του ὀφθαλμός.
Ὑπῆρχαν περιπτώσεις πού ἡ παρέμβασις τοῦ στάρετς ἔσωζε ἀπό ἀνυπολόγιστα κακά. Τό περιστατικό πού θά διηγηθοῦμε θυμίζει λίγο τόν προφήτη Ἐλισσαῖο. Ὁ προφήτης αὐτός μέ τό ὀξύ του βλέμμα διέκρινε ἀπό μακρυά τίς ἐνέδρες τῶν Σύρων καί προστάτευε ἔτσι τόν Ἰσραήλ (Δ΄ Βασ. στ΄: 8 -12).
Κάποια φορά πού ἑτοιμαζόταν νά ἀναχωρήση ἀπό τήν Ὄπτινα ἕνας τεχνίτης, ὁ ὁποῖος ἐγκατέστησε τότε στόν Ναό ἕνα καινούργιο εἰκονοστάσιο, ὁ στάρετς εἶδε μέ τά προφητικά του μάτια ἕνα φοβερό θέαμα. Σ᾿ ἕνα δάσος, κοντά στόν δρόμο, παραμόνευαν δύο ἄνδρες κρατῶντας μαχαίρια. Ἦταν παλαιοί μαθητευόμενοι τοῦ τεχνίτου αὐτοῦ· ἐγνώριζαν πώς θά ἐπέστρεφε μέ ἀρκετά χρήματα καί περίμεναν νά περάση ἀπ᾿ ἐκεῖ γιά νά τόν φονεύσουν. Ἐνῶ ὁ τεχνήτης ἀποχαιρετοῦσε τόν στάρετς δέχθηκε μία πρόσκλησι: νά τόν ἐπσκεφθῆ πάλι τήν ἄλλη ἡμέρα τό πρωΐ καί νά πάρη ἕνα τσάΐ. Ἐκεῖνος παρ᾿ ὅλο πού βιαζόταν νά ἐπιστρέψη στήν πατρίδα του — τόν ἐπίεζαν καί λόγοι ἐπαγγελματικοί — δέν ἐτόλησε νά ἐρνηθῆ. Τό πρωΐ ὁ στάρετς τόν προσκάλεσε πάλι γιά τό ἀπόγευμα, τό ἀπόγευμα γιά τό ἄλλο πρωΐ καί μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο τόν καθυστέρησε τρεῖς ἡμέρες ἀπό τό ταξείδι του. Εἶναι ἀλήθεια πώς λυπήθηκε γιά τήν ἀργοπορία, ἀλλά δέν ἄργησε νά πανηγυρίζη γι᾿ αὐτήν, ὅταν πληροφορήθηκε πώς τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύχτες τόν παραμόνευαν γιά νά τόν σκοτώσουν.
 Συνεχίζεται…

 

Ἀπό τό βιβλίο: “Ο ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ”

 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ.