Προσευχή καί ὑπακοή
Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε

π.Ἰωαννίκιος  Μπάλαν

῞Οταν ἦτο στό διακόνημα τοῦ τσοπάνη ὁ ‘Αδελφός Κωνστατῖνος ἐδιάβασε σ’ ἕνα βιβλίο ὅτι ὁ κάθε μοναχός πρέπει νά διαβάζη τίς ἑπτά ‘Ακολουθίες τοῦ ἡμερονυκτίου. ῎Ετσι τίς ἔμαθε σιγά-σιγά ἀπ’ ἔξω. ‘Αλλά δέν ἠμποροῦσε νά τίς εἰπῆ δυνατά, διότι τά πρόβατα τόν ταλαιπωροῦσαν ἐδῶ κι ἐκεῖ.
Τότε ἐπῆγε στόν π. ‘Ιωαννίκιο καί τοῦ εἶπε ὅτι δέν ἠμπορεῖ νά κάνη τίς ‘Ακολουθίες τοῦ Μεγάλου ‘Ωρολογίου τῆς ‘Εκκλησίας μας. Τότε ὁ στάρετς τόν ἐρώτησε: « Μέ ποιοῦ τήν εὐλογία μορφώθηκες στά πρόβατα καί ποιός σοῦ εἶπε νά ἀρχίσης τίς ‘Ακολουθίες;
‘Εσύ νά διαβάζης τίς  προσευχές σου τό πρωῒ καί τόν ‘Ακάθιστο ῞Υμνο τῆς Θεομήτορος, ἐνῶ τό βράδυ τίς προσευχές τοῦ ὕπνου καί τήν Παράκλησι τῆς Θεοτόκου καί ὅλο τόν ὑπόλοιπο χρόνο νά λέγης τήν εὐχή τοῦ ‘Ιησοῦ.» ‘Ενῶ οἱ ἄλλες ‘Ακολουθίες  διαβάζονται στήν ‘Εκκλησία γιά ὅλους καθημερινά στόν χορό.


Πῶς θεραπεύθηκε ὁ Δόκιμος Κωνσταντῖνος
 Μέρος Α’

Κάποια ἄνοιξι εἶχε αἱμορραγία, διότι ὑπέφερε ἀπό τά πνευμόνια του. Τότε ὁ πατήρ Γαλακτίων, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑπεύθυνος γιά τήν στάνη, τόν ἔστειλε νά βγάλη ρίζες ἀπό τσουκνίδες, νά τίς βράση καί νά πιῆ τόν ζωμό τους. Κάνοντας αὐτό τό ἀφέψημα θεραπεύθηκε.
 Μετά ἀπό ἀρκετά χρόνια, ὅταν ἔγινε στάρετς τῆς Μονῆς Συχαστρία, ἐπῆγε στό Βουκουρέστι  γιά μερικές ὑποθέσεις καί ὡμίλησε σέ Πιστούς τήν ἴδια ἡμέρα σέ τέσσερα μέρη. Γνωρίζοντας ὅτι ἔχει πνευμονοπάθεια, μία πιστή Χριστιανή ἐθαύμασε ἀπό ποῦ παίρνει τόση δύναμι καί ὁμιλεῖ καί ἐρώτησε τόν γιατρό ‘Αθανάσιον ὁ ὁποῖος τοῦ ἔκαμε ἀκτινογραφία καί τόν ἐρώτησε: «Τί φάρμακα ἐπῆρες, πάτερ, διότι τό πνευμόνι σου εἶναι ὑγιέστατο;» καί ὁ πατήρ Κλεόπας τοῦ εἶπε ὅτι ἤπιε ζωμό ριζῶν ἀπό τσουκνίδες καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἔγινε ὑγιής.
῞Ενα θαῦμα τοῦ ἁγίου ‘Ιωάννου τοῦ Νέου
Κάποτε, ὁ Δόκιμος Κωνσταντῖνος ἀνεχώρησε μέσῳ τῶν βουνῶν γιά νά πάη στήν ἀδελφή του Αἰκατερίνη, πού ἐμόναζε στήν Μονή Παλαιά ‘Αγαπία. Στό δάσος, στόν τόπο ὅπου εἶναι τό ξέφωτο Τράπεζα, εἶδε ὅτι περικυκλώθηκε ἀπό ἕνα κοπάδι ἀγριοχοίρους καί ἀπειλήθηκε ἡ ζωή του. Βλέποντας ὅτι τόν ἐπλησίασαν, ἄρχισε νά ψάλλη μέ δυνατή φωνή τό Κοντάκιο τοῦ ἁγίου ‘Ιωάννου τοῦ Νέου τῆς Σουτσεάβας.
Τήν στιγμή ἐκείνη δέν εἶδε κανένα γύρω του. ‘Αφοῦ ἀνέβηκε ψηλά λίγο καί ἔφθασε στήν κορυφή τοῦ λόφου, ἀπό τήν κούρασι ἔπεσε κάτω. ‘Αφοῦ συνῆλθε μέ πολλή δυσκολία ἔφθασε στό Μοναστήρι  Παλαιά ‘Αγαπία.
‘Η συνάντησις μέ τόν ρασοφόρο ‘Ηλία ‘Ιακώβου (ἅγιο ‘Ιωάννη τόν Χοζεβίτη)
‘Ο ὅσιος ‘Ιωάννης ‘Ιακώβου ἀπό τήν Μονή Νεάμτς εἰσῆλθε στήν μοναχική ζωή, στό Μοναστήρι Νεάμτς, τό ἔτος 1933, ὄντας τότε ὀρφανός κι ἀπό τούς δύο γονεῖς του. ‘Ο στάρετς τοῦ Μοναστηριοῦ ἦτο τότε ὁ ‘Επίσκοπος Νικόδημος Μουντεάνου, ὁ μετέπειτα πρῶτος πατριάρχης τῆς Ρουμανικῆς ‘Εκκλησίας.

Ὁ ‘Επίσκοπος ἀφοῦ τόν εὐλόγησε, τόν συνώδευσε στήν ἐκκλησία γιά νά προσκυνήση τήν θαυματουργό Εἰκόνα τῆς Κυρίας Θεοτόκου.
Γιά διακόνημα τόν διώρισε στό φαρμακεῖο τῆς Μονῆς κοντά στόν μοναχό ‘Ιώβ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐνάρετη ζωή. Μετά διωρίσθηκε βοηθός βιβλιοθηκάριος καί ἐφρόντιζε γιά τήν συντήρησι τῶν παλαιῶν βιβλίων καί ἐδάνειζε βιβλία στούς Μοναχούς τῆς ‘Αδελφότητος καί τῶν γειτονικῶν Σκητῶν.
Σ’ αὐτόν τόν ἁγιασμένο ρασοφόρο μοναχό, ὁ ὁποῖος ἀργότερα μετέβη ὁριστικά στούς ‘Αγίους Τόπους, ἐρχόταν καί ὁ Δόκιμος Κωνσταντῖνος ‘Ηλίε ἀπό τήν Σκήτη Συχαστρία νά πάρη πνευματικά βιβλία ἀπό τήν βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς. Κάποια φορά κατά τό ἔτος 1934, ὁ Δόκιμος Κωνσταντῖνος δανείσθηκε ἀπό τόν ρασοφόρο ‘Ηλία ‘Ιακώβου τό βιβλίο: «Πνευματική ‘Αλφάβητος», γραμμένο ἀπό τόν ἅγιο Δημήτριο τοῦ Ροστώβ Ρωσίας. Τό καλοκαίρι ἐκείνου τοῦ ἔτους, ὁ ρασοφόρος ‘Ηλίας ἦλθε στήν Συχαστρία μαζί μέ τόν Οἰκονόμο τῆς Μονῆς Νεάμτς. ‘Εκεῖ ἐρώτησε τόν Δόκιμο Κωνσταντῖνο, ὁ ὁποῖος ἔβοσκε τά πρόβατα στήν κοιλάδα:
-‘Αδελφέ Κωνσταντῖνε, ἐτελείωσες τό διάβασμα τοῦ βιβλίου πού σέ ἐδάνεισα;
-῎Εχω ἀκόμη λίγο γιά νά τό τελειώσω. Θά τό φέρω ἐγώ στήν βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς σας, ὅταν τό τελειώσω.
-Καλά, ‘Αδελφέ Κωνσταντῖνε, ὁ Θεός νά σέ βοηθήση στόν δρόμο τῆς σωτηρίας σου! Στό Μοναστήρι Νεάμτς εἶναι πολλά ἅγια βιβλία. Διάβασε τώρα πού εἶσαι νέος, διότι στά γεράματα θά ἔχης ἄλλες φροντίδες!. . .

Ἡ ἀναχώρησις στόν στρατό


Τό ἔτος 1935, ὁ Δόκιμος Κωνσταντῖνος ἔλαβε τήν πρόσκλησι γιά τόν στρατό. ῎Ετσι ἀφήνοντας τά πρόβατα στό βουνό, κατέβηκε στήν Σκήτη, κι ἐξωμολογήθηκε στόν ἅγιο ‘Ηγούμενο. Κοινώνησε τῶν ‘Αχράντων Μυστηρίων καί, ἀφοῦ προσευχήθηκε ἀρκετά, ἐπῆρε τήν εὐλογία κι ἀνεχώρησε γιά τό Μποτοσάνι, ὄντας ἐκεῖ τεταγμένος στό τάγμα διαβιβάσεων.
‘Εκεῖ συνέχισε τήν ζωή του μέ προσευχή καί ἐγκράτεια.
῎Εκανε εἰδική αἴτησι ὅτι εἶναι ‘Αδελφός τῆς τάδε Μονῆς καί δέν ἔχει εὐλογία νά τρώγη κρέας. ‘Ο διοικητής τῆς μεραρχίας ἐνέκρινε τήν αἴτησί του καί τοῦ ἐπέτρεψε νά παίρνη ὅ, τι ἐπιθυμεῖ ἀπό τήν τραπεζαρία τοῦ στρατοῦ. ‘Επειδή ἐγκρατευόταν καί προσευχόταν πολύ, ὅσο διάστημα ἦτο στόν στρατό, δέν εἶχε καμμία σημαντική πειρασμική περιπέτεια ἀπό τόν διάβολο. Τόν ἐσκέπαζε φυσικά καί ἡ εὐλογία τοῦ Γέροντός του.
Στήν περίοδο τῆς στρατεύσεώς του φοροῦσε καί τά μοναχικά του ἐνδύματα καί ὑπηρετοῦσε στό νοσοκομεῖο. ‘Εκεῖ βοήθησε πολλούς ἀσθενεῖς, τούς ἐδίδασκε τόν κανόνα τῆς καθημερινῆς προσευχῆς, ἀσχολεῖτο μέ τήν καθαριότητα καί ἐξετιμᾶτο ἀπό ὅλους, τόσο τούς ἀξιωματικούς, ὅσο καί τούς στρατιῶτας.
‘Ο διοικητής τῆς μεραρχίας χαιρόταν τήν παρουσία του μέσα στό στράτευμα καί τόν προστάτευε γιά ὅποιοδήποτε πρόβλημά του. Τόν εἶχε διορίσει νά κάνη τήν πρωϊνή καί βραδυνή προσευχή στό ἐκκλησάκι τῆς μεραρχίας, ἐνῶ τίς Κυριακές ἐπήγαιναν ὅλοι στήν ἐκκλησία. ῎Ετσι πολλοί ἐχαίροντο ἀνάμεσά τους τήν παρουσία του καί τήν ἀφιερωμένη του ζωή στόν Χριστό.
Γι’ αὐτό πολλές φορές τόν ἔβαζαν ἐνώπιον ὅλου τοῦ στρατεύματος νά ὁμιλήση. ‘Ακόμη καί οἱ ἀξιωματικοί ἤρχοντο καί πολλοί ὠφελοῦντο ἀπό τήν διδασκαλία του.
Σέ εἰδικές περιπτώσεις, ὅταν μερικοί ἀσθενεῖς στρατιῶτες εἶχαν ἐπείγουσα ἀνάγκη ἀπό ἱερέα, ὁ Δόκιμος Κωνσταντῖνος ἔφερνε στρατιωτικό ἱερέα νά ἐξομολογήση καί κοινωνήση τούς στρατιῶτας. ‘Ακόμη καί μερικοί ἀπ’ αὐτούς τοῦ ζητοῦσαν πνευματικές συμβουλές γιά τό πῶς θά ἠμπορέσουν κι αὐτοί νά εἰσέλθουν στήν μοναχική ζωή.
Στό τέλος τῆς στρατιωτικῆς τπου θητείας τόν ἐζήτησαν νά παραμείνη στόν στρατό ὁριστικά, λέγοντάς του: «Μεῖνε ἐδῶ, διότι  μέ τήν δυνατή μνήμη πού ἔχεις, θά φθάσης νά γίνης καί στρατηγός». ‘Αλλ’ αὐτός δέν δέχθηκε, λέγοντάς τους ὅτι εἶναι «στρατιώτης τοῦ στρατοῦ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βασιλέως τῶν Βασιλέων».
Τό ἔτος 1936, ὁ νεαρός δεκανεύς Κωνσταντῖνος ‘Ηλίε, ἐλεύθερος ἀπό τόν στρατό, ἐπέστρεψε πάλι στήν Σκήτη Συχαστρία, δοξάζοντας τόν Θεό καί τήν Κυρία Θεοτόκο γιά ὅλες τίς εὐεργεσίες τους.



Μετάφρασις-ἐπιμέλεια ὑπό Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου 
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω 
1999
Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
________________________________________________


Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.