σς’
 
«Τό Κοι­νό­βιο πο­λύ βο­η­θᾶ νά δοῦ­με τόν ἑ­αυ­τό μας. Κά­θε ἀ­δελ­φός εἶ­ναι καί ἕ­νας κα­θρέ­φτης γιά μᾶς. Βλέ­πεις τίς ἀ­ρε­τές του (σ᾿ ὅ­λα τά παι­διά του ὁ Θε­ός ἔ­χει δώ­σει καί κά­ποι­α ἀ­ρε­τή, ὅ­λα τά ἔ­χει ντύ­σει μέ κά­ποι­α ἀ­ρε­τή), καί προ­σπα­θεῖς νά τόν μι­μη­θῆς. Βλέ­πεις πά­λι τά ἐ­λατ­τώ­μα­τά του, κοι­τά­ζεις τόν ἑ­αυ­τό σου καί βλέ­πεις ὅ­τι τό ἴ­διο ἐ­λάτ­τω­μα τό ἔ­χεις σέ με­γα­λύ­τε­ρο βαθ­μό, καί ἔ­τσι τα­πει­νώ­νε­σαι καί ὠ­φε­λεῖ­σαι».
 
σζ’
 
«Ὁ τα­πει­νός ὅ,­τι κα­λό κά­νει, τό ξε­χνᾶ ἀ­μέ­σως, ἐ­νῶ τό πα­ρα­μι­κρό κα­λό πού τοῦ κά­νουν, τό θε­ω­ρεῖ πο­λύ με­γά­λο, νι­ώ­θει εὐ­γνω­μο­σύ­νη. Δέν τό ξε­χνᾶ πο­τέ, νι­ώ­θει ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­χά­ρι­στος. Ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­ες ψυ­χές».
 
ση’
 
«Πρό­ο­δος πνευ­μα­τι­κή εἶ­ναι νά μή θυ­μᾶ­ται ὁ μο­να­χός κα­νέ­να κα­λό του. Φθά­νει σέ εὐ­αι­σθη­σί­α, ξε­χνᾶ ὅ­λα τά κα­λά καί λέ­ει: “δέν ἔ­κα­να τί­πο­τα”».
 
σθ’
 
«Πρέ­πει νά προ­σευ­χώ­μα­στε γιά τούς ἄλ­λους μέ τήν καρ­διά μας. Ἕ­νας ἀ­να­στε­ναγ­μός μέ­σα ἀ­πό τήν καρ­διά μας ἰ­σο­δυ­να­μεῖ μέ προ­σευ­χή· μέ ὧ­ρες προσ­ευ­χῆς μπο­ρῶ νά πῶ».

 
σι’
 
«Νά προ­σέ­χου­με αὐ­τά πού διαβάζουμε καί ψάλ­λου­με. Ὁ νοῦς μας νά εἶ­ναι ἐ­κεῖ καί νά μή σκέ­φτε­ται τί­πο­τε. Νά ψάλ­λου­με μέ τήν καρ­διά καί μέ εὐ­λά­βεια. Ἄν ψάλ­λε­τε μέ τήν καρ­διά σας, ὅ­πως καί νά τά πῆ­τε, κα­λά θά εἶ­ναι. Τό­τε τό δυ­να­τό δέν εἶ­ναι φω­νητικό, ἀλ­λά καρ­δια­κό· καί τό σι­γα­νό εἶ­ναι τα­πει­νό, μέ εὐ­λά­βεια, σε­βα­σμό καί ὄ­χι κοι­μι­σμέ­νο».
 
σια’
 
«Τό δι­α­κό­νη­μα τῶν μο­να­χῶν εἶ­ναι ἡ προ­σευ­χή. Ἐ­μεῖς πού πλη­ρω­νό­μα­στε ἀ­πό τόν Θε­ό, θά ἀ­με­λή­σου­με τήν δου­λειά μας πού εἶ­ναι ἡ προ­σευ­χή;».
 
 
 
σι­β’
 
«Ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος, δι­ά­βα­ζα κά­τι, δέν τό κα­τα­λά­βαι­να. Τό ση­μεί­ω­να, ρω­τοῦ­σα καί μοῦ τό ἐ­ξη­γοῦ­σαν. Ὕ­στε­ρα τό ἔ­γρα­φα στό τε­τρά­διο. Προσ­πα­θοῦ­σα νά τό ἐ­φαρ­μό­σω. Στήν συ­νέ­χεια εὕ­ρι­σκα καί κά­τι ἄλ­λο πού ταί­ρια­ζε μ᾿ αὐ­τό πού εἶ­χα γρά­ψει, τό ἔ­γρα­φα μα­ζί. Ἔ­πει­τα τά χώ­ρι­ζα κα­τά θέ­μα­τα, ὥ­στε νά βρί­σκω εὔ­κο­λα τό θέ­μα πού κά­θε φο­ρά μέ ἐν­δι­έ­φε­ρε. Τέλος, ἤ­θε­λα νά συμ­πλη­ρώ­σω κά­τι, δέν χω­ροῦ­σε. Ξα­νά τά ἔ­γρα­φα ὅ­λα σέ ἄλ­λο τε­τρά­διο ἀ­πό τήν ἀρ­χή».
 
σι­γ’
 
«Ὅ­ταν κα­νείς εἶ­ναι νέ­ος, ἀ­γω­νί­ζε­ται καί κά­νη φι­λό­τι­μο ἀ­γῶ­να· τό­τε εἶ­ναι αὐ­στη­ρός στόν ἑ­αυ­τό του, εἶ­ναι καί στούς ἄλ­λους. Ὅ­ταν περ­νοῦν τά χρό­νια καί συ­νε­χί­ζη τόν ἴ­διο ἀ­γῶ­να, τήν ἴ­δια ἄ­σκη­ση, ἴ­σως καί πε­ρισ­σό­τε­ρο, στόν ἑ­αυ­τό του γί­νε­ται σκλη­ρό­τε­ρος, ἀλ­λά στούς ἄλ­λους εἶ­ναι ἐ­πι­ει­κής».
 
https://enromiosini.gr/oi-ekdoseis-mas/askhtikh/riseis-kai-diigiseis-agioy-4/