ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΥΠΑΚΟΗ
Π. Σάββας Αγιορείτης
Ἡ ὑπακοή ἔχει ὡς τελικό ἀποδέκτη τόν Χριστό. Γίνεται στόν Χριστό καί ὄχι σέ ἕναν ἄνθρωπο, τόν Γέροντα ἤ τόν Πνευματικό Πατέρα. Γι’ αὐτό, ὅταν ὁ Γέροντας –Πνευματικός πατέρας παραβαίνει τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί ζητᾶ αὐτό καί ἀπό τόν ὑποτακτικό του, τότε ὁ ὑποτασσόμενος ὀφείλει νά μήν ὑπακούσει. 
Ἡ ὑπακοή σέ διακριτικό Πνευματικό Πατέρα εἶναι ἀναγκαία γιά ὅλους, Μοναχούς καί λαϊκούς χριστιανούς.

Εἰδικότερα στόν Μοναχισμό ὁ κανόνας εἶναι: Πρίν κάποιος ἀναχωρήσει γιά τήν ἔρημο, μέ σκοπό νά ἀσκήσει τήν ἡσυχαστική ζωή, θά πρέπει προηγουμένως γιά ἱκανό χρονικό διάστημα νά «ζήσει μέ ὑπακοή σέ Γέροντα», σέ κάποιο μικρό ἤ μεγάλο κοινόβιο. Ἡ ἀναχώρησή του βέβαια στήν ἡσυχία θά πρέπει νά γίνεται μέ τήν εὐλογία τοῦ Πνευματικοῦ του πατρός.
Σέ δύο μόνο περιπτώσεις, σύμφωνα μέ τούς ἁγίους Πατέρας ἐπιβάλλεται ἡ ἀποχώρηση τοῦ ὑποτακτικοῦ ἀπό τόν Γέροντά του χωρίς εὐλογία:
α) ὅταν ὁ Γέροντας εἶναι ἀνήθικος μέ τήν στενή ἔννοια τοῦ ὅρου. 
β) ὅταν πέσει σέ αἵρεση