γίου Γρηγορίου Νύσσης 

«Σαλπίστε τήν πρωτομηνιά μέ τή σάλπιγγα», λέει Δαβίδ, «τή χαρμόσυνη μέρα τς ορτς σας» (Ψαλ. 80, 4), καί ο διαταγές τς θεόπνευστης διδασκαλίας εναι πωσδήποτε νόμος γιά σους κονε. πειδή λοιπόν λθε χαρμόσυνη μέρα τς ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝμας, ς φαρμόσω κι γώ τόn νόμο κι ς γίνω σαλπιγκτής τς ερς μέρας. σάλπιγγα το νόμου, πως ποδεικνύει νά ννοήσομε πόστολος, εναι λόγος. Γιατί λέει τι δέν πρέπει χος τς σάλπιγγας νά γίνεται σαφής (Α Κορ 14, 7 ), λλά ο φθόγγοι νά εναι εδιάκριτοι, γιά νά εναι σαφες σ᾿ σους κονε.

  ς φήσομε λοιπόν κι μες, δελφοί, κάποια λαμπρή χώ πού ν᾿ κουστε μακριά καί πού δέν εναι καθόλου κατώτερη πό τόν χο τς κεράτινης σάλπιγγας. Γιατί κι Νόμος πού προδιαγράφει τήν λήθεια μέ τούς τύπους τς σκις, νομοθέτησε τόν χο τν σαλπίγγων κατά τήν μέρα τς σκηνοπηγίας (Λευιτ. 23, 24). Καί τό θέμα τς ορτς ατς εναι τό μυστήριο τς ληθινς σκηνοπηγίας. Σ᾿ ατήν συμπηγνύεται τό νθρώπινο σκήνωμα κείνου πού γιά χάρη μας φόρεσε τό νθρώπινο σχμα.

  Σ᾿ ατήν τά σκηνώματά μας, πού διαλύει θάνατος, συμπηγνύονται πάλι πό κενον πού οκοδόμησε πό τήν ρχή τήν κατοικία μας. ς πομε κι μες τά λόγια τς ψαλμωδίας, χορεύοντας ντάμα μέ τό μεγαλόφωνο Δαβίδ, «ελογημένος ατός πού ρχεται στό νομα το Κυρίου» (Ψαλμ. 117, 25). Πς ρχεται; χι βέβαια πως μέ να πλοο μιά μαξα, λλά πού εσλθε στήν νθρώπινη ζωή χωρίς φθορά παρθενική. «Ατός εναι Θεός μας, ατός Κύριος φανερώθηκε γιά μς, γιά νά συστήσει ατή τήν ορτή μέ φοινικοφόρους ς τήν κρη το θυσιαστηρίου» (Ψαλμ. 117, 27).


πωσδήποτε δέν γνοομε, δελφοί, τό μυστήριο πού κρύβεται στά λόγια ατά· τι λη κτίση εναι να νάκτορο το Κυρίου τς Κτίσης. λλά, πειδή ταν εσλθε μαρτία κλείστηκαν τά στόματα κείνων πού κυρίεψε κακία καί σώπασε φωνή τς χαρς καί διαλύθηκε τό σύμφωνο τραγούδι τν ορταστν, φο τό νθρώπινο γένος δέ συνεόρταζε μέ τήν περκόσμια φύση, γι᾿ ατό ρθαν ο σάλπιγγες τν προφητν καί τν ποστόλων, πού νόμος τίς λέει «κεράτινες», πειδή κατασκευή τους προερχόταν πό τόν ληθινό μονόκερο. Ατές μέ τή δύναμη το Πνεύματος χολόγησαν τό λόγο τς λήθειας, στε ν᾿ νοίξει κοή φραγμένη πό τήν μαρτία καί νά γίνει μιά σύμφωνη ορτή, πού μέ τόν ετρεπισμό τς σκηνοπηγίας τς κάτω κτίσης νά συμμελωδε κι ατή μέ τίς ψηλές καί πέρτερες δυνάμεις τίς γύρω πό τό νω θυσιαστήριο. Γιατί τά κέρατα το νοητο θυσιαστηρίου εναι ο Δυνάμεις ο ψηλές κι ξέχουσες τς νοερς φύσης, ρχές καί ξουσίες καί Θρόνοι καί Κυριότητες.

Μ᾿ ατές, μέ τή συμμετοχή τους στήν ορτή, συνάπτεται κατά τή σκηνοπηγία τς νάστασης νθρώπινη φύση ετρεπισμένη μέ τήν νακαίνιση τν σωμάτων. Γιατί τό ̒πυκάζομαι᾿ σημαίνει ,τι καί τό ετρεπίζομαι ντύνομαι, πως τό ρμηνεύουν σοι γνωρίζουν ατά τά πράγματα. λτε λοιπόν νά ξεσηκώσομε τίς ψυχές μας γιά τόν πνευματικό χορό κι ς βάλομε πρωτοχορευτή καί ρχηγό καί κορυφαο το χορο μας τό Δαβίδ κι ς πομε μαζί μ᾿ κενον τόν μελωδικό κενο στίχο πού ψάλαμε πρίν πό λίγο.

ς τόν παναλάβομε λλη μιά φορά· «ατή εναι μέρα πού κανε Κύριος· εναι μέρα χαρς καί γαλλίασης γιά μς» (Ψαλμ. 117, 24). Τή μέρα ατή ρχίζει νά ποχωρε τό σκοτάδι καί κταση τς νύκτας μέ τόν πλεονασμό το φωτός περιορίζεται λοένα. Δέν εναι, δελφοί μου, τυχαία κι ατόματη οκονομία ατή σχετικά μέ τήν ορτή, νά παρουσιαστε τή στιγμή ατή θεία ζωή μέσα στήν νθρώπινη, λλά κτίση μέ τά φαινόμενα ατά διηγεται στούς πιό διορατικούς κάποιο μυστήριο καί σχεδόν φωνάζει καί λέει σ᾿ ατόν πού μπορε ν᾿ κούσει τί θέλει μέρα πού μεγαλώνει κατά τήν παρουσία το Κυρίου καί νύχτα πού κολοβώνεται.

γώ νομίζω πώς κούω τήν κτίση νά διηγεται κάτι τέτοια. Βλέποντας ατά, νθρωπε, σκέψου τό κρυφό πού σο φανερώνουν τά φαινόμενα. Βλέπετε τή νύχτα πού προχώρησε στό κρότατο σημεο της, κε σταμάτησε νά προχωρε, κι ρχισε πάλι νά πιστρέφει; Βάλε στό νο σου τι κακή νύχτα τς μαρτίας, φο μεγάλωσε σο τς ταν δυνατό κι φτασε μέ κάθε πινόηση κακν στό νώτερο μέγεθος τς κακίας, νακόπηκε σήμερα πό τήν παραπέρα προχώρησή της καί πό δ καί πέρα θεται πιά στόν περιορισμό καί στόν φανισμό.

Βλέπεις τι λάμψη το φωτός διαρκε περισσότερο καί λιος εναι πάνω πό τό συνηθισμένο; Σκέψου τήν παρουσία το ληθινο φωτός, πού καταφωτίζει μέ τίς εαγγελικές κτίνες λη τήν οκουμένη. σως καί γιά τό τι δέν φανερώθηκε Κύριος πό τήν ρχή, λλά χάρισε τήν φανέρωση τς θεότητάς Του στήν νθρώπινη ζωή στά τελευταα ατά χρόνια, θά σκεφτε ελογα κανένας ατή τήν ατία, τι ατός πού ταν νά κατεβε μέσα στήν νθρώπινη ζωή γιά τήν κατάλυση τς κακίας, περίμενε ποχρεωτικά νά βλαστήσει λοκληρωτικά μαρτία πού φύτεψε χθρός. Καί τότε δήγησε, πως λέει τό Εαγγέλιο, τό τσεκούρι στή ρίζα (Ματθ. 3, 10). Γιατί καί ο γιατροί, σοι περέχουν στήν τέχνη τους, σο πυρετός κρυφοκαίει κόμα τό σμα καί ν λίγο δυναμώνει πό τίς νοσογόνες ατίες, ποχωρον σ᾿ ατόν, σπου νά φτάσει στό ψηλότερό του σημεο, καί δέν προσφέρουν στόν ρρωστο καμιά βοήθεια μέσω τν τροφν. ταν μως τό κακό σταματήσει, τότε βάζουν σ᾿ νέργεια τήν τέχνη τους, ταν κδηλωθε λη ρρώστια.

 τσι κι ατός πού γιατρεύει σους νοσον στήν ψυχήν περίμενε νά κδηλωθε λη ρρώστια τς κακίας πού αχμαλώτισε τή φύση τν νθρώπων, γιά νά μή μείνει θεράπευτο κανένα κακό πό σα κρύβονταν, φο γιατρός θά θεράπευε μόνο ,τι φαινόταν. Γιά ατό οτε κατά τήν ποχή το Νε, πότε εχε καταφθαρε μέσα στήν δικία λη νθρωπότητα, δέν πιφέρει μέ τήν μφάνισή Του τήν αση, πειδή δέν εχε βλαστήσει κόμα βλαστός τς σοδομιτικς κακίας. Οτε φαίνεται Κύριος τόν καιρό τς καταστροφς τν Σοδόμων. Γιατί πολλά κόμα κακά κρύβονταν μέσα στήν νθρώπινη φύση. Πράγματι πο ταν θεομάχος Φαραώ; Πο καταδάμαστη κακία τν Αγυπτίων;

Οτε τότε ταν κατάλληλη στιγμή γιά τόν πανορθωτή το παντός, τήν ποχή ννο τς κακίας τν Αγυπτίων, νά ναμιχθε στή ζωή μας, λλά πρεπε νά κάνει τήν μφάνισή της καί παρανομία τν σραηλιτν. πρεπε κόμα νά φανερωθε στή ζωή καί βασιλεία τν σσυρίων καί λαζονεία το Ναβουχοδονόσορα πού κρυφόκαιγε. πρεπε νά ξεπεταχτε σάν να πονηρό λο γκάθια φυτό δόλιος φόνος τν σίων πό τήν κακή ρίζα το διαβόλου. πρεπε νά κδηλωθε λύσσα τν ουδαίων κατά τν γίων το Θεο, πού σκότωσαν τούς προφτες καί λιθοβολοσαν τούς πεσταλμένους του καί τέλος διέπραξαν τόν νόσιο φόνο το Ζαχαρία νάμεσα στό ναό καί στό θυσιαστήριο (Ματθ. 23, 35).

Πρόσθεσε στόν κατάλογο τν κακουργημάτων καί τήν παιδοκτονία το ρώδη. φο λοιπόν παρουσιάστηκε λη δύναμη τς κακίας πό τήν πονηρή ρίζα καί αξήθηκε θρασομανώντας σέ πολλά εδη στίς προαιρέσεις τν γνωστν γιά τήν κακία τους κάθε γενις τότε, πως λέει Παλος στούς θηναίους, παραβλέποντας Θεός τούς χρόνους τς γνοιας, ρχεται στίς σχατες μέρες (Πράξ. 17, 30), ταν δέν πρχε κανένας πού νά γνωρίζει καί ν᾿ ναζητε τό Θεό.

  ταν εχαν ξεκλίνει λοι καί εχαν ξαχρειωθε (Ψαλμ. 13, 2), ταν μαρτία εχε πλωθε παντο (Ρωμ. 3, 3), ταν περίσσευε νομία, ταν ζόφος τς κακίας φτασε στό κρότατο ριο, τότε φάνηκε χάρη, τότε νέτειλε κτίνα το ληθινο φωτός πάνω μας. Τότε φάνηκε λιος τς δικαιοσύνης σ᾿ κείνους πού κάθονταν στό σκότος καί στή σκιά το θανάτου (σ. 9, 2), τότε τσάκισε τίς πολλές κεφαλές το δράκοντα πατώντας τον μέ τό πόδι του καί συντρίβοντάς τον καί καταπατώντας τον στή γ. Καί κανένας, βλέποντας τά τωρινά κακά, νά μή νομίζει τι λόγος ψεύδεται πού λέει τι Κύριος λαμψε σάν λιος στή ζωή μας κατά τούς τελευταίους καιρούς.

Θά πε σως ντιρρησίας, τι ατός πού περίμενε τούς καιρούς γιά νά φανερωθε κακία, νά αξηθε καί νά τήν ποσπάσει πό τή ρίζα, εναι φυσικό τι θά τήν χει καταλύσει λόκληρη, στε νά μήν χει μείνει κανένα πομεινάρι της στή ζωή μας. μως τώρα γίνονται μέ τόλμη καί φόνοι καί κλοπές καί μοιχεες καί τά χειρότερα κακουργήματα. λλά ατός πού διαπιστώνει ατό τό πράγμα ς λύσει τήν μφιβολία του μέ να παράδειγμα πό τά γνωστά. πως δηλαδή ταν σκοτώνομε κάποιο ρπετό, βλέπομε τι δέν πεθαίνει λο τό φίδι μαζί μέ τό κεφάλι, λλά, ν τό κεφάλι χει πεθάνει, τό πόλοιπο σμα εναι ζωντανό καί δείχνει τό θυμό του, χωρίς νά χει στερηθε τή ζωτική δύναμη, τσι κι ατός πού σκότωσε τό δράκοντα.

 ταν τό θηρίο μεγάλωσε αξημένο σέ κάθε μιά πό τίς γενιές τν νθρώπων συντρίβοντάς του τήν κεφαλή, δηλαδή τή δύναμη πού ναιρε τά καλά καί χει τά πολλά κεφάλια, δέν κανε πιά κανένα λόγο γιά τό πόλοιπο σμα, πιτρέποντας νά πομείνει κίνηση μέσα στό νεκρό θηρίο ς φορμή σκησης γιά τούς μεταγενέστερους. Ποιό εναι λοιπόν τό κεφάλι πού συντρίφτηκε; κενο πού φερε στή ζωή τό θάνατο μέ τή μαρτωλή συμβουλή, πού μέ τό δάγκωμά του στάλαξε στόν νθρωπο τό θανατηφόρο δηλητήριο.

Ατός λοιπόν πού κατάλυσε τήν ξουσία το θανάτου, σύντριψε τή δύναμη τς κεφαλς το φιδιο, πως λέει προφήτης. Τό πόλοιπο μως σμα το θηρίου σκορπισμένο μέσα στή ζωή το νθρώπου, σο νθρωπος βρίσκεται μέσα στίς κινήσεις τς κακίας, σκληραίνει διάκοπα τή ζωή μας μέ τά λέπια τς μαρτίας. δύναμή του βέβαια εναι πιά νεκρή, φο χρηστεύθηκε τό κεφάλι. ταν περάσει μως καιρός καί κινητοποιηθον τά κινούμενα κομμάτια κατά τή συντέλεια τς ζως ατς πού προσδοκομε, τότε καταργεται ορά καί τό τελευταο τμμα το χθρο, κι ατό εναι θάνατος. Κι τσι θά πραγματοποιηθε πλήρης φανισμός τς κακίας, φο θ᾿ νακληθον λοι μέ τήν νάσταση στή ζωή. Ο δίκαιοι θά μετοικήσουν μέσως στήν οράνια μακαριότητα, ν ο νοχοι μαρτημάτων θά παραδοθον στή γέεννα.

λλά ς πιστρέψομε στή χαρά τς μέρας, πού εαγγελίζονται ο γγελοι στούς ποιμένες καί ο ορανοί διηγονται στούς μάγους, τήν ποία νακηρύττει τό Πνεμα τς προφητείας μέ τά πολλά καί διάφορα πού λέει, στε καί ο μάγοι νά γίνουν κήρυκες τς χάριτος. Γιατί κενος πού νατέλλει τόν λιο του γιά δίκαιους καί δικους, πού βρέχει γιά πονηρούς καί γαθούς, φερε τή λάμψη τς γνώσης καί τή δρόσο το Πνεύματος κόμα καί σέ ξένα στόματα, στε μέ τή μαρτυρία τν ντιθέτων νά βεβαιωθε κόμα περισσότερο λήθεια σ᾿ μς. κος τόν οωνοσκόπο Βαλαάμ νά κηρύττει στούς λλόφυλους μέ νώτερη μπνευση τι «θ᾿ νατείλει να στέρι πό τόν ακώβ». Βλέπεις τούς μάγους, πού λκουν πό κενον τή γενιά τους, νά παρακολουθον κατά τήν πρόρρηση το προπάτορα τήν νατολή το νέου στρου, πού μόνο ατό διαφορετικά πό τή φύση τν λλων στρων καί κινήθηκε καί σταμάτησε κάνοντας νάλογα μέ τό τί χρειαζόταν πότε τό να πότε τό λλο. ν δηλαδή πό τά λλα στρα μία κατηγορία εναι τοποθετημένα στήν πλανή σφαίρα καί τούς λαχε στάση παρασάλευτη, καί τά λλα δέν παύουν ποτέ νά κινονται, τό στέρι τοτο καί κινεται δηγώντας τούς μάγους λλά καί σταματ δείχνοντας τόν τόπο. κος τόν σαα νά φωνάζει «γεννήθηκε γιά χάρη μας παιδί καί μς δόθηκε υός» (σ. 9, 6). Μάθε πό τόν διο τόν προφήτη πς γεννήθηκε τό παιδί, πς μς δόθηκε υός. ραγε κατά τό φυσικό νόμο; χι, λέει προφήτης. Κύριος τς φύσης δέ γίνεται δολος τς φύσης. Πές μου μως, πς γεννήθηκε τό παιδί. «Νά», λέει, « Παρθένος θά συλλάβει καί θά γεννήσει υό καί θά το δώσουν τό νομα μμανουήλ, πού ρμηνεύεται ̒ὁ Θεός εναι μαζί μας᾿» (σ. 7, 14). Πώ πώ θαμα! παρθένος γίνεται μητέρα καί παραμένει παρθένος.

Βλέπεις τήν καινοτομία τς φύσης. Στίς λλες γυνακες σο μία εναι παρθένος δέν εναι μητέρα, ταν μως γίνει μητέρα δέν χει πιά τό γνώρισμα τς παρθενίας. δ καί τά δύο νόματα συνέπεσαν. δια εναι καί μητέρα καί παρθένος καί οτε παρθενία μπόδισε τή γέννηση, οτε γέννηση κατάργησε τήν παρθενία. πρεπε Aτός πού ρθε στή ζωή το νθρώπου γιά ν᾿ φθαρτοποιήσει τό πν, ν᾿ ρχίσει πό τήν φθαρσία πού ξυπηρετοσε τή γέννησή Tου.

  συνήθεια τν νθρώπων νομάζει ̒φθορη᾿ ατήν πού δέν χει πείρα γάμου. Ατό μο φαίνεται χει κατανοήσει πρτος κενος Μωϋσς μέγας μέ τή θεοφάνεια πού το γινε μέ τό φς, ταν φωτιά ναβε στή βάτο καί βάτος δέν καιγόταν. Γιατί λέει, «θά μεταβ καί θά δ ατό τό μέγα ραμα» (ξ. 3, 3). Δέ δηλώνει νομίζω τοπική κίνηση μέ τή μετάβαση, λλά τό πέρασμα το χρόνου. Ατό δηλαδή πού προτυπώθηκε τότε μέ τή φλόγα καί τή βάτο, φο πέρασε νδιάμεσος χρόνος, ποκαλύφθηκε φανερά στό μυστήριο μέ τήν Παρθένο. πως κε θάμνος ν φλογίζεται δέν καίγεται, τσι καί δ Παρθένος καί γενν τό φς λλά καί δέν παθαίνει καμιά φθορά.

ν τώρα βάτος προτυπώνει τό σμα τς Παρθένου, μήν ντραπες γιά τό ανιγμα. Γιατί κάθε σάρκα πειδή παραδέχεται τήν μαρτία, εναι μαρτία κριβς κατά τό τι εναι μόνο σάρκα (Β Βασ. 23, 6), ν μαρτία στή Γραφή παίρνει τό νομα το γκαθιο. Καί γιά νά μήν πομακρυνόμαστε πό τό θέμα μας, σως δέν εναι καιρο νά φέρομε τόν Ζαχαρία πού σκοτώθηκε νάμεσα στό ναό καί στό θυσιαστηρίο ς μάρτυρα τς φθορης μητέρας. Ζαχαρίας ταν ερέας καί χι μόνο ερέας, λλά εχε καί τό χάρισμα τς προφητείας (Λουκ 1, 3 ), πού δύναμή της διακηρύσσεται γραμμένη μέσα στό βιβλίο το Εαγγελίου. ταν προετοίμαζε θεία Χάρη τούς νθρώπους νά μή θεωρήσουν πίθανη τή γέννηση τς Παρθένου, προετοιμάζει τή συγκατάθεση τν πίστων μέ μικρότερα θαύματα, πως γιά παράδειγμα λικιωμένη στείρα ποχτ παιδί. Ατό εναι τό προοίμιο το θαύματος τς παρθενίας. πως δηλαδή λισάβετ δέ γίνεται μητέρα μέ τή φυσική της δύναμη, φο εχε γηράσει χωρίς ν᾿ ποκτήσει παιδί, λλά γέννηση το παιδιο ποδίδεται στό θεο θέλημα, τσι καί τό πίστευτο το παρθενικο κοιλοπονήματος, γίνεται πιστευτό μέ τήν ναφορά του στό θεο.

πειδή λοιπόν υός πού προλθε πό τή στείρα προλαμβάνει ατόν πού προλθε πό τήν παρθενία, ατός πού σκίρτησε προτο γεννηθε μέσα στά σπλάχνα τς μητέρας του μέ τή φωνή κείνης πού κυοφοροσε τόν Κύριο, ταν γεννήθηκε Πρόδρομος το Λόγου, τότε μέ τήν προφητική μπνευση λύεται σιωπή το Ζαχαρία. Καί σα διατυπώνει Ζαχαρίας ποτελοσαν προφητεία γιά τό μέλλον. Ατός λοιπόν πού τό προφητικό πνεμα τόν χειραγωγε στή γνώση τν κρυπτν, κατανοώντας τό μυστήριο τς παρθενίας στήν φθαρτη γέννηση, δέν ποχώρισε μέσα στό ναό τήν γαμη μητέρα πό τόν τόπο τόν προκαθορισμένο πό τό νόμο γιά τίς παρθένες, θέλοντας νά διδάξει τούς ουδαίους τι δημιουργός τν ντων καί βασιλεύς λης τς κτίσης, μαζί μέ λα τά λλα χει ποχείριά του καί τήν νθρωπίνη φύση, τήν κατευθύνει μέ τή θέλησή του που ατός νομίζει καί δέν ξουσιάζεται ατός πό κείνην, στε εναι στήν ξουσία καί τή δύναμή του νά δημιουργήσει νέα γέννηση. γέννηση ατή δέ θ᾿ φαιρέσει πό ατήν πού γινε μητέρα τό νά μείνει παρθένος.

 Γι᾿ ατό δέν τήν ποχώρισε μέσα στό ναό πό τή θέση τν παρθένων. Καί θέση ατή ταν τόπος νάμεσα στό ναό καί τό θυσιαστήριο. πειδή λοιπόν κουγαν τι θά γεννηθε κατ᾿ οκονομίαν σάν νθρωπος βασιλιάς τς κτίσης, πό φόβο νά μή γίνουν ποχείριοι σέ βασιλιά, σκοτώνουν ατόν πού δινε μαρτυρία γιά τή γέννηση, τόν ερέα πού ερούργησε κοντά στό διο τό θυσιαστήριο (Ματθ. 23, 25). Πλανηθήκαμε μως μακριά πό τό θέμα μας, ν πρεπε λόγος μας νά γυρίσει στή Βηθλεέμ το Εαγγελίου. ν δηλαδή μες εμαστε ληθινά ποιμένες κι γρυπνομε γιά τά δια μας ποίμνια, τότε πευθύνεται πωσδήποτε σ᾿ μς φωνή τν γγέλων, πού εαγγελίζεται ατή τή μεγάλη χαρά (Λουκ 2, 10).

ς ψώσομε λοιπόν τό βλέμμα στήν οράνια στρατιά, ς δομε τούς χορούς τν γγέλων, ς κούσομε τή θεία τους μνωδία. Ποιός εναι μνος τν ορταστν; Φωνάζουν, «δόξα νά χει Θεός στόν ορανό» (Λουκ 2, 14). Γιατί ο γγελοι δοξάζουν τή θεότητα πού βλέπομε στά ψη; Γιατί λέγοντας «καί ερήνη πάνω στή γ» γιναν λόχαροι γιά τό ,τι βλεπαν ο γγελοι «ερήνη πάνω στή γ». προηγουμένως καταραμένη, ατή πού γεννοσε γκάθια καί τριβόλια, τόπος τς συμπλοκς, ξορία τν καταδικασμένων, γ δηλαδή δέχτηκε τήν ερήνη. Πώ πώ θαμα! « λήθεια νέτειλε πό τή γ καί πό τόν ορανό πρόβαλε δικαιοσύνη» (Ψαλμ. 84, 12)! Τέτοιο καρπό καρποφόρησε γ τν νθρώπων. Ατά γίνονται γιά τήν κδήλωση τς καλς διάθεσης πρός τούς νθρώπους. Θεός ναμιγνύεται μέ τήν νθρώπινη φύση, γιά νά ψωθε νθρωπος στό ψος το Θεο. χοντας κούσει ατά τά πράγματα ς πμε στή Βηθλεέμ κι ς δομε τό νέο θέαμα, πς χαίρεται Παρθένος γιά τή γέννηση, πς σχετη μέ τό γάμο περιποιεται τό νήπιο. Καί πρτα ποιά εναι ατή καί πό πο θ᾿ κούσομε νά μς ξιστορονται τά σχετικά μέ ατή.

κουσα λοιπόν μιά πόκρυφη στορία, πού διηγεται τά ξς. πατέρας τς Παρθένου ταν νομαστός γιά τήν αστηρή ζωή του σύμφωνα μέ τό νόμο καί γνωστός γιά τίς ρετές του. Εχε γεράσει χωρίς ν᾿ ποκτήσει παιδί, γιατί γυναίκα του δέν ταν σέ θέση νά τεκνοποιήσει. νόμος τιμοσε τίς μητέρες, καί τήν τιμή ατή δέν τήν εχαν ο στερες. Μιμεται λοιπόν κι κείνη ,τι λένε ο διηγήσεις γιά τή μητέρα το Σαμουήλ (Α Βασ. 1, 12 ). Μπαίνει μέσα στά για τν γίων, κετεύει τό Θεό νά μή χάσει τίς ελογίες τν νόμων, χωρίς νά χει παραβε καθόλου τό νόμο, λλά νά γίνει μητέρα καί ν᾿ φιερώσει τό παιδί της στό Θεό. Δυναμωμένη πό τό θεο σημάδι λαβε τή χάρη πού εχε ζητήσει.

  ταν γεννήθηκε τό παιδί τό νόμασε Μαρία, γιά νά δηλωθε καί μέ τό νομα τι ταν θεϊκή χάρη. ταν μεγάλωσε ρκετά τό κοριτσάκι, στε νά μή χρειάζεται νά θηλάζει, τό ποδίδει μέσως στό Θεό, κπληρώνει τήν πόσχεσή της καί τό παραδίνει στό ναό. Ο ερες νατρέφουν τήν κόρη μέσα στά

για, μοια πως τό Σαμουήλ κι ταν μεγάλωσε, σκέφτηκαν τί νά κάνουν μέ τό ερό κενο σμα στε νά μήν μαρτήσουν στό Θεό. Νά τή δεσμεύσουν στό νόμο τς φύσης καί νά τήν ποδουλώσουν μέ τό γάμο σ᾿ ατόν πού θά τήν παιρνε, θά ταν τό πιό παράδεκτο. Θεωρήθηκε πέρα πέρα εροσυλία, νά γίνει νας νθρωπος κύριος το φιερώματος στό Θεό, φο ο νόμοι ρίζουν τι νδρας εναι κύριος τς γυναίκας. Γιά τούς ερες μως νά τούς συναναστρέφεται μέσα στό ναό μιά γυναίκα καί νά τή βλέπουν μέσα στά

για καί νόμιμο δέν ταν, κι κόμα λειπε πό τό γεγονός σεμνότητα.

Καθώς σκέφτονται τί ν᾿ ποφασίσουν γι᾿ ατά, τούς ρχεται συμβουλή πό τό Θεό, νά τή δώσουν σέ κάποιον μέ τόν τύπο τς μνηστείας, λλά ατός νά εναι νθρωπος κατάλληλος νά προστατεύσει τήν παρθενία της. Βρέθηκε λοιπόν ωσήφ, πως τόν ζητοσαν, πό τήν δια φυλή καί πατριά μέ τήν Παρθένο καί μνηστεύεται τήν κόρη κατά τή συμβουλή τν ερέων. σχέση μεινε ς τή μνηστεία. Τότε Παρθένος δέχεται τήν γγελία το μυστικο πό τό Γαβριήλ. Τά λόγια τς γγελίας ταν ελογία. «Χαρε», λέει, «σύ πού χεις τή χάρη, Κύριος εναι μαζί σου» (Λουκ 1, 26). ντίθετος στό λόγο πρός τήν πρώτη γυναίκα εναι τώρα λόγος πρός τήν Παρθένο. πρώτη καταδικάστηκε γιά τήν μαρτία της στούς πόνους το τοκετο (Γεν. 3, 16), ν στήν περίπτωση τς Παρθένου χαρά διώχνει τή λύπη. Στήν πρώτη προηγήθηκαν πό τούς πόνους το τοκετο ο λύπες, δ χαρά πομακρύνει τόν πόνο.

«Μή φοβσαι», λέει. πειδή σέ κάθε γυναίκα προσδοκία το πόνου προκαλε φόβο, πόσχεση τς γλυκις δίνης διώχνει τό φόβο. «Θά συλλάβεις», λέει, «καί θά γεννήσεις υό καί θά το δώσεις τό νομα ησος. Ατός θά σώσει τό λαό του πό τίς μαρτίες του». Καί τί παντ Μαρία; κουσε τό λόγο τς γνς Παρθένου. γγελος τς εαγγελίζεται τή γέννηση κι ατή πιμένει στήν παρθενία της, κρίνοντας προτιμότερη πό τήν γγελική μφάνιση τό τι ταν γνή καί οτε πρός τόν γγελο δείχνει δυσπιστία, οτε τίς γνμες της γκαταλείπει. Μο χει ποκλειστε, λέει, σχέση μέ νδρα· «πς μπορε νά γίνει ατό, φο δέν γνωρίζω νδρα; ».

Ατός λόγος τς Μαρίας εναι πόδειξη ατν πού στορονται συγκεκαλυμμένα. Γιατί, ν ωσήφ τήν εχε πάρει σέ γάμο, πς θά παραξενευόταν μ᾿ κενον πού τς προμηνοσε τή γέννηση, φο περίμενε τι κάποτε θά γινόταν κι ατή μητέρα κατά τό φυσικό νόμο; πειδή μως σάρκα πού εχε φιερωθε στό Θεό πρεπε νά φυλάγεται νέπαφη πως να γιο φιέρωμα, γι᾿ ατό λέει, κόμα κι ν εσαι γγελος κι ν ρχεσαι πό τόν ορανό κι ,τι βλέπω εναι πέρα πό τ᾿ νθρώπινα, λλά τό νά γνωρίσω νδρα εναι πό τά δύνατα. Καί πς θά γίνω μητέρα δίχως νδρα; Τόν ωσήφ τόν ξέρω ς μνηστήρα μου, δέν τόν γνωρίζω ς νδρα. Τί λέει λοιπόν νυμφαγωγός Γαβριήλ; Ποιό νυφικό θάλαμο προσφέρει στόν καθαρό κι μίαντο γάμο; «Πνεμα», λέει, «γιο θά ρθε πάνω σου καί θά σέ πισκιάσει δύναμη το ψίστου». σπλάχνα μακάρια πού πέσπασαν πό τήν περβολική καθαρότητα τους τά γαθά τς ψυχς. Σέ λους τούς λλους, μόλις μπορε νά δεχτε τήν παρουσία το γίου Πνεύματος καθαρή ψυχή. δ μως δοχεο το Πνεύματος γίνεται σάρκα. λλά «καί θά σ᾿ πισκιάσει δύναμη το ψίστου».

Τί σημαίνει μυστικός ατός λόγος; τι « Χριστός εναι Θεο δύναμη καί Θεο σοφία», πως λέει πόστολος (Α Κορ 1, 24). δύναμη λοιπόν το ψίστου Θεο πού εναι Χριστός παίρνει μορφή στήν Παρθένο μέ τήν πέλευση το γίου Πνεύματος. πως δηλαδή σκιά τν σωμάτων παίρνει τή μορφή το σώματος πού προηγεται, τσι χαρακτήρας καί τά γνωρίσματα τς θεότητας το Υο θά φανον στή δύναμη ατο πού γεννιέται, πού θά δείχνονται μέ τίς κδηλώσεις τς θαυματουργίας, εκόνα καί σφραγίδα καί ποσκίασμα καί παύγασμα το πρωτοτύπου.

λλά τό χαρμόσυνο μήνυμα το γγέλου μς προτρέπει νά γυρίσομε στή Βηθλεέμ καί νά παρατηρήσομε τά μυστήρια το σπηλαίου. Ποιό εναι τό μυστήριο ατό; να παιδί τυλιγμένο στά σπάργανα ν᾿ ναπαύεται μέσα σέ φάτνη, καί Παρθένος κόμα καί μετά τή γέννηση, φθορη μητέρα περιποιεται τό μικρό. ς πομε μες ο ποιμένες τόν λόγο το προφήτη· «πως κούσαμε, τσι καί εδαμε στήν πόλη το Κυρίου τν δυνάμεων, στήν πόλη το Θεο μας» (Ψαλμ. 42). Δέν γιναν ραγε ατά τυχαα κι πως ρθαν καί συνέπεσαν νά ξιστορονται γιά τό Χριστό στορία χει κάποιο λόγο; Τί νόημα χει γιά τόν Κύριο τό κατάλυμα στό σπήλαιο καί τό πλάγιασμά Του στή φάτνη, νάμιξή Του μέσα στή ζωή τόν καιρό τς πογραφς τν φόρων; εναι φανερό τι πως μς λευθερώνει πό τή νομική κατάρα μέ τό νά γίνει ατός διος κατάρα γιά χάρη μας (Γαλ. 3, 13) καί μεταφέρει στόν αυτό του τά δικά μας τραύματα, γιά νά γίνομε καλά μες μέ τά δικά Του τραύματα (σ. 53, 9), τσι γίνεται καί μέ τή φορολογία, γιά νά μς λευθερώσει πό τά δεσμά τς κακίας, πού δεναν τό νθρώπινο γένος καθώς τό φορολογοσε θάνατος;

  λλά βλέποντας τό σπήλαιο που γεννιέται Κύριος, βάλε στό νο σου τό σκοτεινό καί πόγειο βίο τν νθρώπων, που φθάνει καί κενος πού φανερώνεται σ᾿ ατούς πού κάθονται στό σκότος καί στή σκιά το θανάτου (σ. 9, 2). Καί τυλίγεται σφιχτά μέσα στά σπάργανα, ατός πού χει φορέσει τίς σειρές τν δικν μας μαρτημάτων. φάτνη εναι στάβλος τν λόγων ζώων, που γεννιέται Λόγος, γιά νά καταλάβει τό βόδι τόν φέντη του καί νος τό παχνί το Κυρίου του (σ. 1, 3). «Βόδι» εναι ατός πού εναι στό ζυγό το νόμου, ν «νος» τό μεταφορικό ζο, τό φορτωμένο μέ τήν μαρτία τς εδωλολατρίας.

Καί κατάλληλη βέβαια γιά τά ζα τροφή καί ζωή εναι τό χόρτο· «ατός πού κάνει νά φυτρώνει χόρτο γιά τά ζα» (Ψαλμ. 103, 14), λέει προφήτης, ν τό λογικό ζο τρέφεται μέ ψωμί. Γι᾿ ατό λοιπόν ρτος τς ζως πού κατέβηκε πό τόν ορανό (ω. 6, 48 ) τοποθετεται μέσα στή φάτνη, πού εναι κατοικία τν λόγων, γιά νά μεταλάβουν καί τά λογα τροφή λογική καί νά γίνουν λογικά. Γίνεται λοιπόν μέσα στή φάτνη νάμεσα στό βόδι καί τόν νο Κύριος μεσίτης καί τν δύο, γιά νά γκρεμίσει τό μεσότοιχο το φραγμο καί νά νώσει στό πρόσωπό του τούς δύο σέ να νέο νθρωπο (φ. 2, 14), καταργώντας το νός τό βαρύ ζυγό το Νόμου καί τόν λλο λευθερώνοντάς τον πό τό φορτίο τς εδωλολατρίας. λλά ς ψώσομε τό βλέμμα στά οράνια θαύματα. Γιατί νά, δέ μς εαγγελίζονται τή χαρά ατήν μόνο προφτες καί γγελοι, λλά καί ο ορανοί μέ τά δικά τους θαύματα διαλαλον τή δόξα το Εαγγελίου.

  Χριστός χει νατείλει γιά χάρη μας πό τή φυλή το ούδα (βρ. 7, 14), πως λέει πόστολος, λλά ο ουδαοι δέν καταφωτίζονται πό Ατόν πού νέτειλε. Ο μάγοι εναι σχετοι πό τίς διαθκες τς παγγελίας καί ξένοι πό τήν ελογία τν πατέρων, προηγονται μως στή γνώση πό τόν σραηλιτικό λαό· καί τό οράνιο στρο ναγνώρισαν καί τόν βασιλιά μέσα στό σπήλαιο δέν γνόησαν. Ο μάγοι φέρνουν δρα, ν ατοί Τόν πιβουλεύονται. Ο πρτοι Τόν προσκυνον, ο λλοι Τόν καταδιώκουν. κενοι χαίρονται ταν βρκαν Ατόν πού ζητοσαν. Ατοί ταράζονται πό τή γέννηση κείνου πού εχε προαγγελθε. Γιατί λέει, «ταν εδαν ο μάγοι τό στρο πάνω πό τό μέρος που ταν τό παιδί δοκίμασαν μεγάλη χαρά. ν ρώδης ταν κουσε τό λόγο ταράχτηκε καί μαζί του λα τά εροσόλυμα» (Ματθ. 2, 10).

Ο μάγοι προσφέρουν σ᾿ατόν λίβανο πως σέ Θεό, τιμον μέ χρυσό τό βασιλικό ξίωμα, καί τήν οκονομία κατά τό πάθος τή δηλώνουν μέ τή σμύρνα κατά κάποια προφητική χάρη. ν ο λλοι καταδικάζουν στήν ξόντωση λη τήν παιδική λικία, πράγμα πού μο φαίνεται τι τούς κατηγορε χι μόνο γιά τή σκληρότητα λλά καί γιά τήν νοησία τους. Ποιό λόγο δηλαδή εχε φόνος τν παιδιν; Καί γιά ποιό σκοπό τόλμησαν τό νόσιο ατό γκλημα; πειδή, λέει, να νέο θαυμαστό φαινόμενο το ορανο μήνυσε στούς μάγους τήν νάδειξη το Βασιλέα.

Τί λοιπόν; Πιστεύεις τι τό σημεο πού τόν μήνυσε εναι ληθινό θεωρες νυπόστατο, ,τι λέγεται; ν εναι τέτοιος στε νά κάνει ποχείριους τούς ορανούς, ατό δέν εναι πωσδήποτε πάνω πό τή δύναμή σου; ν μως δίνει στήν ξουσία σου τή ζωή καί τό θάνατό του, τόν φοβσαι μάταια. Γιατί ατόν πού φέρεται τσι, στε νά εναι ποχείριος στήν ξουσία σου, γιά ποιό λόγο εναι πίφοβος; Γιατί ξαπολύεται φρικτή κείνη διαταγή, ποτρόπαια πόφαση κατά τν παιδιν, νά ξοντωθον τά μοιρα βρέφη; Ποιά δικία καναν; Ποιά φορμή θανάτου τιμωρίας δωσαν κατά το αυτο τους; Τό γκλημά τους ταν να, τι γεννήθηκαν καί εδαν τό φς.

Γι᾿ ατό πρεπε νά γεμίσει πόλη πό δημίους καί νά μαζευτε πλθος μητέρων καί νηπίων, κόσμος νά τούς συμπαραστέκεται καί ο γονες καί λοι, πως εναι φυσικό νά μαζεύονται γιά τή συμφορά τν συγγενν τους. Ποιός μπορε νά περιγράψει μέ τό λόγο τίς συμφορές; Ποιός μέ τή διήγησή του θά φέρει μπροστά στά μάτια μας τή δυστυχία; Τόν νάμικτο κενο θρνο, τό γοερό μοιρολόι παιδιν, μητέρων, συγγενν, πατέρων, πού κραύγαζαν ξιολύπητα μπροστά στήν πειλή τν δημίων; Πς νά ζωγραφίσει κανένας τό δήμιο κοντά στό νήπιο μέ γυμνό τό ξίφος, μέ βλέμμα λο κακία καί φόνο καί παρόμοια καί νά μιλ, νά σέρνει πρός τόν αυτό του τό βρέφος μέ τό να χέρι καί μέ τό λλο νά ψώνει τό ξίφος, ν πό τήν λλη μητέρα νά τραβάει τό παιδί πρός τό δικό της μέρος καί ν᾿ πλώνει τό δικό της τράχηλο στήν κόψη το σπαθιο, γιά νά μή δε μέ τά μάτια της τό δόλιο της παιδί νά τό σκοτώνουν τά χέρια το δημίου;

Πς πάλι θά μποροσε νά διηγηθε κάποιος τά σα δοκίμασαν ο πατέρες; Τίς νακλήσεις τν παιδιν τους, τίς κραυγές, τά σφιχταγκαλιάσματα, καί πολλά παρόμοια πού τά καναν λα μαζί; Ποιός μπορε νά διεκτραγωδήσει τήν πολλαπλή καί πολύτροπη συμφορά, τίς διπλές δίνες τν μητέρων πού μόλις γέννησαν, τά διαπεραστικά μαχαίρια τς φύσης; Πς τό δόλιο βρέφος κολλοσε στό μαστό τς μητέρας καί στά σπλάχνα του δεχόταν τό θανάσιμο χτύπημα; Πς δύστυχη μάννα καί τόν μαστό της δινε στό παιδί καί το παιδιο της τό αμα δεχόταν στούς κόρφους της; Πολλές φορές μάλιστα μέ τήν κίνηση το χεριο του δμιος, μ᾿ να χτύπημα το ξίφους πέρασε μαζί πέρα γιά πέρα παιδί καί μητέρα καί τό αμα κανε κοινό αλάκι νακατεμένο πό τό μητρικό τραμα καί τή θανάσιμη λαβωματιά το παιδιο. Κι πειδή περιεχε κι ατό νίερη διαταγή το ρώδη, νά μή φαρμοστε θανατική πόφαση μόνο στά ρτιγέννητα, λλά κι ν κάποιο ταν δύο τν νά φονευτε κι ατό μαζί (Ματθ. 2, 16) (γιατί γραφε πό δύο χρονν καί κάτω), λλη συμφορά πάλι θέλει νά πε λόγος μ᾿ ατό, πως εναι φυσικό, γιατί πολλές φορές τό διάστημα τν δύο τν κανε δύο φορές μητέρα τήν δια γυναίκα. Θλιβερό πάλι θέαμα κι δ, δύο δήμιοι ν᾿ σχολονται μέ τήν δια μάννα, νας νά τραβάει τό παιδί πού τρέχει γύρω στή μητέρα κι λλος νά ξεκολλάει πό τήν μάννα τό βρέφος τς γκαλις.

Τί εναι φυσικό τι θά πόφερε δύστυχη μάνα; Σκιζόταν καρδιά της στά δύο παιδιά της κι καιγε καί τν δύο πόνος ξίσου τά μητρικά σπλάχνα καί δέν ξερε ποιόν πό τούς δύο δημίους ν᾿ κολουθήσει, πού νας πό δ κι λλος πό κε σερναν τά παιδιά νά τά σφάξουν; Νά τρέξει στό νεογέννητο; Τό κλάμα του εναι κόμη χωρίς ερμό καί χωρίς κφραση. κούει μως τό λλο πού μιλάει πιά καί φωνάζει τή μητέρα του κλαίγοντας καί μέ διακοπτόμενη φωνή. Τί νά κάνει; Πς ν᾿ νταποκριθε; Σέ ποιο τό κάλεσμα ν᾿ παντήσει; Μέ ποιο τήν κραυγή νά νώσει τή δική της; Ποιόν θάνατο νά θρηνήσει, φο σα τήν σκίζουν τά μαχαίρια τς φύσης;

λλά ς πομακρύνομε τήν κοή μας πό τούς θρήνους γιά τά παιδιά κι ς στρέψομε τό νο μας σέ πιό χαρούμενες σκέψεις πού ταιριάζουν καλύτερα στήν ορτή, ν καί Ραχήλ μέ δυνατές φωνές, πως λέει προφήτης ( ερ. 31, 15.. Ματθ. 2, 17), θρηνε τή σφαγή τν παιδιν της. Στήν ορτάσιμη μέρα, λέει σοφός Σολομών, πρέπει νά ξεχνομε τίς συμφορές. Καί ποιά λλη ορτή πιό χαρμόσυνη πό ατήν χομε, κατά τήν ποία λιος τς δικαιοσύνης σκορπίζοντας τά πονηρά σκοτάδια το διαβόλου φωτίζει τήν κτίση μέ τήν δια μας τή φύση, μέσα στήν ποία ,τι χει πέσει σηκώνεται, ,τι βρίσκεται σέ πόλεμο δηγεται στήν ερήνευση, τό ποκηρυγμένο παναφέρεται, ,τι χει κπέσει πό τή ζωή πανέρχεται στή ζωή, ,τι εχε ποδουλωθε κι αχμαλωτιστε ποκαθίσταται στό βασιλικό ξίωμα, κι ,τι ταν δέμενο μέ τά δεσμά το θανάτου, πιστρέφει λευθερωμένο στή χώρα τν ζωντανν; Τώρα, σύμφωνα μέ τήν προφητεία, συντρίβονται ο χάλκινες πύλες το θανάτου (Ψαλμ. 106, 14)· θραύονται ο σιδερένιοι μοχλοί, πού πρτα κρατοσαν στήν ερκτή καί στή φύλαξη το θανάτου τό νθρώπινο γένος. Τώρα, πως λέει Δαβίδ, νοίγει πύλη τς δικαιοσύνης (Ψαλμ. 117, 19).

Τώρα κούγονται σ᾿ λη τήν οκουμένη μόφωνα τά τραγούδια σων ορτάζουν. πό νθρωπο ρθε θάνατος καί πό νθρωπο ρθε σωτηρία. πρτος πεσε στήν μαρτία, δεύτερος σήκωσε ατόν πού εχε πέσει. γυναίκα περασπίστηκε τή γυναίκα. πρώτη νοιξε τήν εσοδο στήν μαρτία, ατή δ πηρέτησε τήν εσοδο τς δικαιοσύνης. κείνη δέχτηκε τή συμβουλή το φιδιο, ατή μς δωσε τόν ναιρέτη το φιδιο καί γέννησε τό δημιουργό το φωτός. κείνη μς φερε μέ τό δέντρο τήν μαρτία, ατή μέ τό ξύλο φερε στή θέση τς μαρτίας τό γαθό. Ξύλο ννο τό σταυρό. καρπός το ξύλου ατο δέ λείπει ποτέ καί γίνεται ζωή μάραντη γι᾿ ατούς πού τόν γεύονται. Καί κανένας νά μή νομίζει τι μόνο στό μυστήριο το Πάσχα ρμόζει εχαριστία ατή. ς σκεφτε τι τό Πάσχα εναι τό τέλος τς οκονομίας. Καί πς θά γινόταν τό πέρας, ς δέν εχε προηγηθε ρχή; Ποιό εναι ρχικότερο πό τό λλο; σφαλς γέννηση πό τήν οκονομία το πάθους.

Καί το Πάσχα λοιπόν ο παινοι εναι μέρος τν γκωμίων τς γέννησης. Κι ν ριθμήσει κανένας τά εεργετήματα σων στορον τά εαγγέλια καί διηγηθε τίς θαυματουργικές θεραπεες, τή διατροφή χωρίς τά παιτούμενα τρόφιμα, τήν πιστροφή τν νεκρν πό τά μνήματα, τήν ατοσχέδια παρασκευή το κρασιο, τήν κδίωξη τν δαιμονίων, τήν ποκατάσταση τς γείας πειτα πό λογς ρρώστιες, τίς νορθώσεις τν κουτσν, τήν ραση πού ρθε πό τόν πηλό, τά θεα διδάγματα, τίς νομοθεσίες, τή μύηση πρός τά ψηλότερα μέ τίς παραβολές, λα ατά εναι δωρεά τς σημερινς μέρας· γιατί ατή γινε ρχή στά γαθά πού κολούθησαν. «ς χαρομε» λοιπόν «κι ς εφρανθομε κατά τή διάρκεια ατς» (Ψαλμ. 43, 17). ς μή φοβηθομε τίς κατηγορίες τν νθρώπων καί ς μήν νικηθομε πό τήν προσπάθειά τους νά μς ξευτελίσουν, πως μς προτρέπει προφήτης. Ατοί χλευάζουν τόν λόγο τς οκονομίας, τι δέν ρμόζει νά λάβει Κύριος σμα νθρώπου καί μέ τή γέννηση ν᾿ ναμιχθε στή ζωή τν νθρώπων, γνοώντας, πως φαίνεται, τό μυστήριο, πς δηλαδή οκονόμησε τή σωτηρία μας σοφία το Θεο. Πουληθήκαμε κούσια μέ τίς μαρτίες μας καί ποδουλωθήκαμε στόν χθρό τς ζως μας σάν δολοι γορασμένοι.

Τί παραπάνω θελες νά σο προσφέρει Κύριος ; χι τό νά ξαιρεθες πό τή συμφορά; Τί λεπτολογες τόν τρόπο; Γιατί θέτεις νόμους στό νομοθέτη, χωρίς ν᾿ ντιλαμβάνεσαι τίς εεργεσίες του; Εναι σάν νά ποκρούει κανένας τόν γιατρό καί μέμφεται τήν εεργετική πέμβασή του, πειδή πραγματοποίησε τή θεραπεία μ᾿ ατόν κι χι μέ λλο τρόπο. ν πιζητες πό περιέργεια νά μάθεις τό μέγεθος τς ο