ΡΙΘ’
ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΕΠΙΚΗΔΙΑ Η ΕΠΙΤΑΦΙΑ
Μέγας Βασίλειος και Άγ.Γρηγόριος ο Θεολόγος
Σώμα χωρίς ψυχή ότι μπορούσε να ζήσει πίστευα μα όχι εγώ χωρίς εσένα Βασίλειε αγαπητέ, του Χριστού λάτρη.Βάσταξα ωστόσο κι έμεινα. Γιατί αργούμε; Δε θα με πάρεις να με φέρεις στους χώρους τους δικούς σου και τον άλλον μακάρων;
Μη μ’ εγκαταλείψεις, όχι, στον τάφο σου ορκίζομαι, ουδέποτε θα σε λησμονήσω με θέλημα μου. Υπόσχεση του Γρηγορίου.
Όταν του θεϊκού Βασιλείου άρπαξε το πνεύμα η Τριάδα κι αυτός πετούσε χαρούμενα από δω, χάρηκαν στον πηγαιμό του όλες οι ουράνιες στρατιές, ενώ σήκωσε θρήνους όλη των Καππαδοκών η πόλη. Δεν ήταν μόνο αυτό, βροντοφωνούσε ο κόσμος: χάθηκε ο κήρυκας, χάθηκε ο σύνδεσμος της υπέροχης ειρήνης.
Όλος ο κόσμος από αντίθετα δόγματα άπρεπα κλονίζεται, ο κλήρος της ομοδύναμης Τριάδας. Αλίμονο, του Βασιλείου χείλη που σφράγισε η σιγή. Σήκω κι ας σταματήσει ο σάλος με τους λόγους σου και με τις ιερές θυσίες σου. Εσύ έδειξες μόνος ίσο το βίο με το λόγο και το λόγο με το βίο.
Ένας ο υψηλόθρονος Θεός κι ένα άξιο αρχιερέα είδε η γενιά μας, Βασίλειε εσένα.
Βροντόφωνο της αλήθειας κήρυκα, μάτι φωτεινό των χριστιανών, φωτισμένο από τα κάλλη της ψυχής.
Του Πόντου και της Καππαδοκίας και τώρ’ ακόμα δόξα μεγάλη, σε παρακαλώ, ορθώς πρόσφερε τις θυσίες του για χάρη του κόσμου.
Εδώ τον αρχιερέα Βασίλειο γιο του Βασιλείου, με έθαψε η Καισάρεια, το φίλο του Γρηγορίου, που τον αγάπησα καρδιακά· ο Θεός ας του δίνει ευτυχία όποια άλλη και γρήγορα να μας έρθει στη ζωή τη δική μας. Ποιο το κέρδος να καθυστερεί πάνω στη γη, λιώνοντας από τη θύμηση του ουράνιου φίλου του;

Λίγη πνοή σου’ μεινε ακόμα στη γή κι όλα στο Χριστό τα ’φέρες και τα πρόσφερες, ψυχή, σώμα, λόγο, χέρια, Βασίλειε, του Χριστού πελώρια δόξα, των ιερέων τοίχο, στήριγμα της κατακερματισμένης τώρα πια αλήθειας.
Ώ λόγοι, ώ της φιλίας σπίτι κοινό, ώ Αθήνες αγαπημένες, ώ συμφωνίες περασμένες γι’ αφιερωμένη ζωή! Ακούστε, ο Βασίλειος έφυγε όπως ποθούσε στον ουρανό, κι ο Γρηγόριος σέρνεται στη γη έχοντας στα χείλη του δεσμά.
Της Καισάρειας φήμη πελώρια ολόλαμπρε Βασίλειε, βροντή ήταν ο λόγος σου, αστραπή η ζωή σου. Αλλά κι έτσι άφησες τον ιερό θρόνο σου· έτσι ήθελε ο Χριστός να σε φέρει το γρηγορότερο κοντά στους ουρανούς.
Τους βοηθούς του πνεύματος ερεύνησες και όσα τη γήινη σοφία αποτελούν. Ήσουνα ναός έμψυχος.Οχτώ χρόνια κράτησες του πιστού λαού τα ηνία κι αυτό μονάχα απ’ τα δικά σου στάθηκε, Βασίλειε, λίγο.
Βασίλειε, χαίρε· και μ’ όλο που μ’ εγκατέλειψες, δέξου του Γρηγορίου αυτή την επιτάφια γραφή.
Να, ο λόγος που αγαπούσες· δέξου, σου Βασίλειε, το ξεχρέωμα χρέους φιλίας, δώρο από μέρους μου θλιβερό.
Εγώ Βασίλειε ο Γρηγόριος στη σκόνη σου αφιερώνω τα δώδεκα αυτά επιγράμματα.
***
Σῶμα δίχα ψυχῆς ζώειν πάρος ἢ ἐμὲ σεῖο,
Βασίλιε, Χριστοῦ λάτρι φίλ’, ὠιόμην·
ἀλλ’ ἔτλην καὶ ἔμεινα. τί μέλλομεν; οὔ μ’ ἀναείρας
θήσεις ἐς μακάρων σήν τε χοροστασίην
μή με λίπῃς, μή, τύμβον ἐπόμνυμι· οὔποτε σεῖο
λήσομαι, οὐδ’ ἐθέλων. Γρηγορίοιο λόγος.
Ἡνίκα Βασιλίοιο θεόφρονος ἥρπασε πνεῦμα
ἡ Τριὰς ἀσπασίως ἔνθεν ἐπειγομένου,
πᾶσα μὲν οὐρανίη στρατιὴ γήθησεν ἰόντι,
πᾶσα δὲ Καππαδοκῶν ἐστονάχησε πόλις·
οὐκ οἶον, κόσμος δὲ μέγ’ ἴαχεν· “Ὤλετο κῆρυξ,
ὤλετο εἰρήνης δεσμὸς ἀριπρεπέος.”
Κόσμος ὅλος μύθοισιν ὑπ’ ἀντιπάλοισιν ἀεικῶς
σείεται, ὁ Τριάδος κλῆρος ὁμοσθενέος·
αἰαῖ, Βασιλίου δὲ μεμυκότα χείλεα σιγᾷ.
ἔγρεο· καὶ στήτω σοῖσι λόγοισι σάλος
σαῖς τε θυηπολίῃσι· σὺ γὰρ μόνος ἶσον ἔφηνας
καὶ βίοτον μύθῳ καὶ βιότητι λόγον.
Εἷς θεὸς ὑψιμέδων· ἕνα δ’ ἄξιον ἀρχιερῆα
ἡμετέρη γενεὴ εἶδέ σε, Βασίλιε,
ἄγγελον ἀτρεκίης ἐριηχέα, ὄμμα φαεινὸν
Χριστιανοῖς, ψυχῆς κάλλεσι λαμπόμενον,
Πόντου Καππαδοκῶν τε μέγα κλέος· εἰσέτι καὶ νῦν,
λίσσομ’, ὑπὲρ κόσμου ἵστασο δῶρ’ ἀνάγων.
Ἐνθάδε Βασιλίοιο Βασίλιον ἀρχιερῆα
θέντο με Καισαρέες, Γρηγορίοιο φίλον,
ὃν περὶ κῆρι φίλησα· Θεὸς δέ οἱ ὄλβια δοίη
ἄλλα τε καὶ ζωῆς ὡς τάχος ἀντιάσαι
ἡμετέρης. τί δ’ ὄνειαρ ἐπὶ χθονὶ δηθύνοντα
τήκεσθ’ οὐρανίης μνωόμενον φιλίης;
Τυτθὸν ἔτι πνείεσκες ἐπὶ χθονί, πάντα δὲ Χριστῷ
δῶκας ἄγων, ψυχήν, σῶμα, λόγον, παλάμας,
Βασίλιε, Χριστοῖο μέγα κλέος, ἕρμ’ ἱερήων,
ἕρμα πολυσχίστου νῦν πλέον ἀτρεκίης.
Ὦ μύθοι, ὦ ξυνὸς φιλίης δόμος, ὦ φίλ’ Ἀθῆναι,
ὦ θείου βιότου τηλόθε συνθεσίαι,
ἴστε τόδ’, ὡς Βασίλειος ἐς οὐρανόν, ὡς ποθέεσκεν,
Γρηγόριος δ’ ἐπὶ γῆς χείλεσι δεσμὰ φέρων.
Καισαρέων μέγ’ ἄεισμα, φαάντατε ὦ Βασίλειε,
βροντὴ σεῖο λόγος, ἀστεροπὴ δὲ βίος·
ἀλλὰ καὶ ὣς ἕδρην ἱερὴν λίπες· ἤθελεν οὕτω
Χριστός, ὅπως μίξῃ ὡς τάχος οὐρανίοις.
Βένθε’ ἅπαντ’ ἐδάης τὰ πνεύματος, ὅσσα τ’ ἔασιν
τῆς χθονίης σοφίης· ἔμπνοον ἱρὸν ἔης.
ὀκτάετες λαοῖο θεόφρονος ἡνία τείνας,
τοῦτο πόνων τῶν σῶν, ὦ Βασίλει’, ὀλίγον.
Χαίροις, ὦ Βασίλειε, καὶ εἰ λίπες ἡμέας, ἔμπης·
Γρηγορίου τόδε σοι γράμμ’ ἐπιτυμβίδιον,
μῦθος ὅδ’, ὃν φιλέεσκες· ἔχεις χρέος, ὦ Βασίλειε,
τῆς φιλίης καίτοι δῶρον ἀπευκτότατον.
Γρηγόριος, Βασίλειε, τεῇ κόνι τήνδ’ ἀνέθηκα
τῶν ἐπιγραμματίων, θεῖε, δυωδεκάδα.
ΕΠΕ.ΓΡ.ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΕΡΓΑ 11
https://proskynitis.blogspot.com/2020/01/blog-post_2.html