Όταν ἀκόμα ὁ δίκαιος ἦταν στήν ἀρχή τῆς μετάνοιάς του –δέν εἶχε κλείσει τρία χρόνια- δέχτηκε ἀπό ἀπροσεξία ἕναν κενόδοξο λογισμό. ‟Ἔχω τόσον καιρό πού ἱκετεύω θερμά τό Χριστό’’, εἶπε μέ τό νοῦ του, ‟καί τό παραμικρό χάρισμα δέν μοῦ ἔδωσε ἀκόμα!… Φαίνεται πώς δέν μ’ ἀκούει, ἐπειδή μόλυνα τό ἅγιο βάπτισμα μέ τήν ἄσωτη ζωή μου’’.
Οἱ σκέψεις αὐτές τοῦ ἔφεραν κάποια ἀτονία καί χωρίς νά τό καταλάβει, ἔγειρε ἐκεῖ πού καθόταν κι ἀποκοιμήθηκε.
Βλέπει λοιπόν στόν ὕπνο του ὅτι βρέθηκε σ’ ἕναν τεράστιο ναό καί προσευχόταν στόν Κύριο ὄρθιος, στραμμένος στ’ ἀνατολικά καί μέ τά χέρια ὑψωμένα.
Ἔξαφνα φανερώθηκε μπροστά του ἕνας ἔνδοξος θρόνος, πού τόν κύκλωναν Χερουβείμ, Σεραφείμ καί πλῆθος λευκοντημένων ἀγγέλων. Στό θρόνο καθόταν ὁ Χριστός φωτεινός, ὁλόλαμπρος, γλυκύτατος….
Ὁ Νήφων σκίρτησε μόλις Τόν ἀντίκρυσε.
«Ἐνώτισαι ὁ Θεός, τὴν προσευχή μου καί μὴ ὑπερίδῃς τὴν δέησίν μου, πρόσχες μοι καὶ εἰσάκουσόν μου….»139, ἀναφώνησε αὐθόρμητα, μέ τά χέρια τεντωμένα πρός τό μέρος Του, καί συνέχισε τόν ὑπόλοιπο ψαλμό, «…. ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἐπέπεσαν ἐπ’ ἐμέ….».
Ἱκέτευσε τόν Κύριο νά συντρίψει τό πνεῦμα τῆς δειλίας, πού τόν εἶχε τότε κυριέψει, καί νά τό διώξει μακριά του. Κι Ἐκεῖνος εἶχε γείρει τό κεφάλι Του, τό εἶχε γυρίσει ἀπό τό δεξί αὐτί καί ἄκουγε τήν προσευχή τοῦ δούλου Του.
Ὅταν ὁ Νήφων τέλειωσε τόν ψαλμό, ὁ Χριστός τόν κοίταξε μέ συμπάθεια καί κίνησε καταφατικά τό κεφάλι Του, σά νά ’θελε νά τοῦ πεῖ: ‟Ἄκουσα τή δέησή του’’.
Ἔπειτα ἀκούστηκε ἡ θεϊκή φωνή Του, γλυκειά μά καί θλιμένη μαζί.
-Νήφων, Νήφων! Μέ λύπησες ἀπόψε, πού παραπονέθηκες πώς, ἐνῶ μ’ ἔχεις τόσο παρακαλέσει, δέν σοῦ ἔδωσα ἀκόμα κανένα χάρισμα. Μά καλά, δέν εἶσ’ ἐσύ πού μοῦ λές κάθε μέρα, ‟Κύριε, μήν ἀφήσεις στήν ἐδῶ ζωή νά δοξαστῶ ἤ νά παινευτῶ ἀπό κανένα;’’. Πῶς λοιπόν τώρα παραπονιέσαι;….. Κι ὕστερα, δέν σκέφτεσαι, ποιός σᾶς δίνει τόν ἀέρα πού ἀναπνέετε; Δέν εἶν’ αὐτό χάρισμα; Δέν ἀναλογίζεσαι, ὅτι σᾶς χάρισα τή γῆ ὁλόκληρη μέ τ’ ἀγαθά της –τά φυτά τοῦ ἀγροῦ, τά πουλιά τ’ οὐρανοῦ, τά ψάρια τῆς θάλασσας; Ἐσεῖς τί μού δώσατε γιά ὅλ’ αὐτά; Χλευασμούς, ραπίσματα, φτυσίματα, μαστίγωση, ξύδι καί χολή, σταυρό καί θάνατο… Ἀλλά καί τά φρικτά Μυστήρια πού σᾶς παρέδωσα, τό Σῶμα καί τό Αἷμα μου, δέν εἶναι χάρισμα; Πέθανα γιά τήν ἀγάπη σας, τάφηκα γιά νά σᾶς λυτρώσω ἀπ’ τόν ἅδη, σᾶς ἄνοιξα τίς πύλες τῆς αἰωνίας βασιλείας μου… Δέν εἶναι κι αὐτά χαρίσματα; Ποιός ἄλλος σᾶς εὐεργέτησε τόσο;  Προπαντός ἐσύ, Νήφων, μήν ξεχνᾶς ὅτι συγχώρεσα πολλές βαρειές ἁμαρτίες σου. Γνωρίζω, βέβαια, πώς καί ἐπίγνωση ἔχεις καί εὐγνωμοσύνη. Παρατήρησες πού εἶχα σκύψει τό κεφάλι Μου καί εἶχα τεντώσει τό αὐτί μου στήν προσευχή σου; Τό ἴδιο κάνω σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους πού προσεύχονται, κι ἄς μή μέ βλέπουν. Μετά ἀπ’ ὅλα αὐτά, θέλεις κι ἄλλο μεγαλύτερο χάρισμα; Νά, ἀπό τώρα ὥς τή συντέλεια θά εἶσαι ἡ παρηγοριά καί ἡ βοήθεια σ’ ὅσους ψυχομαχοῦν. Πολλοί θά λυτρωθοῦν ἀπό βασανιστικό θάνατο, ἄν ἐπικαλεστοῦν τή δύναμή μου μέ τή δική σου μεσιτεία. Τώρα ὅμως… γιά κοίτα ποῦ εἶναι δεμένο καί τό δαιμόνιο τῆς δειλίας! Δέν μοῦ ζήτησες νά σ’ ἀπαλλάξω ἀπ’ αὐτό;
Ὁ Νήφων, γεμάτος φόβο καί ντροπή ἀπ’ ὅσα τοῦ εἶπε ὁ Κύριος, γύρισε δειλά-δειλά τό κεφάλι του πρός τό μέρος πού Ἐκεῖνος τοῦ ἔδειξε. Καί τί νά δεῖ! Ἕναν ταῦρο δεμένο γερά σ’ ἕνα παλούκι ἀπ’ τό πόδια καί τά κέρατα. Ἦταν τόσο σφιγμένος, πού δέν μποροῦσε νά κουνηθεῖ καθόλου. Μόνο τ’ αγριεμένα μάτια του γύριζε πέρα-δῶθε καί μούγκριζε μανιασμένα, λές κι ἤθελε νά ξεσκίσει τό Νήφωνα.
Κατάλαβε ὁ δίκαιος πώς αὐτό ἦταν τό σκοτεινό πνεῦμα, πού τόσες φορές τόν γέμιζε δειλία ἀπ’ τά παιδικά του χρόνια. Ἔφτασε στό σημεῖο νά τόν πλημμυρίζει μ’ ἕναν ἀνεξήγητο, παράλογο φόβο, ὅταν ἤθελε νά πάει στήν ἐκκλησία ἤ σέ κάποια δουλειά. Ἀλλά καί στόν ὕπνο τοῦ παρουσίαζε μύρια ἐφιαλτικά ὄνειρα.
Ὅταν ξύπνησε ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, συλλογιζόταν μέ δέος τό ὅραμα ἀξιώθηκε νά δεῖ -τόν ἴδιο τόν Κύριο μέσα στό φρικτό θεϊκό Του κάλλος- καί σκιρτοῦσε ἀπό ἀγαλίαση καί εὐφροσύνη. Πιό πολύ μάλιστα, ἐπειδή τόν λύτρωσε ὁ πολυέλεος ἀπό τό φοβερό πεῦμα τῆς δειλίας, πού τόσο τόν ταλαιπωροῦσε. Θαύμαζε ἀκόμα, πού ὁ Χριστός ἔσκυψε ν’ ἀκούσει τήν προσευχή του , καί πού τόν μάλωσε, ἤ μᾶλλον τόν συνέτισε, γιά τό λογισμό ἐκεῖνο πού εἶχε.
Ἀπό τότε, ὅπως ἔλεγε, δέν ξανάνιωσε φόβο ἤ δειλία γιατί ὁ Κύριος ἦταν παντοδύναμος βοηθός του. 

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.226-229)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004
 
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/05/blog-post_45.html