1. Ποιοί ἀπομακρύνονται ἀπό τήν Ἐκκλησία;
Ἀπομακρύνονται ἀπό τήν Ἐκκλησία ὅσοι ἀπομακρύνονται ἀπό τό ἀληθινό Ὀρθόδοξο δόγμα ἤ ἀπό τό γνήσιο ἀληθινό ὀρθόδοξο ἦθος. Ἄν ἀλλοιωθεῖ ὁ πιστός καί ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἀληθινή ἀποστολική πίστη, «ὅπως αὐτή ἑρμηνεύθηκε καί ὁριοθετήθηκε ἀπό τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας»[1] (ὀρθόδοξο δόγμα), τότε ἀπομακρύνεται καί ἀπό τήν ὀρθή ζωή (ἀπό τήν ἀγάπη), καθώς καί ἀπό τήν Ἐκκλησία. Τότε ἀνήκει ὁ ἄνθρωπος στήν Ἐκκλησία, ὅταν εἶναι ἀκόλουθος τῆς εὐαγγελικῆς Ἀληθείας, δηλ. τοῦ Χριστοῦ.
Κανένα ὄφελος δέν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δέν ἀκολουθεῖ τά ὀρθά δόγματα, ἀκόμη καί ἄν ἔχει ζωή καθαρή. Καθώς καί ἀντιστρόφως καμμιά ὠφέλεια δέν ἔχει αὐτός, πού θεωρητικά πιστεύει ὀρθοδόξως ἐνω ἡ ζωή του δέν εἶναι ὀρθόδοξη, δέν εἶναι σύμφωνη μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Οὐδέν γάρ ὄφελος βίου καθαροῦ, δογμάτων διεφθαρμένων·» γιά νά καταλήξει: «ὥσπερ οὖν οὐδέ τοὐναντίον, δογμάτων ὑγιῶν, ἐάν βίος ᾖ διεφθαρμένος»[2].

Ἐάν ἀλλοιωθεῖ ἡ ζωή, τότε καί τά δόγματα ἀλλοιώνονται γιά νά «στεγάσουν» αὐτήν τήν ἀλλοτριωμένη ἀπό τήν Ἀλήθεια (=Χριστός), ζωή[3]. «Βίος διεφθαρμένος πονηρά τίκτει δόγματα», διδάσκει πάλι ὁ Χρυσορρήμων[4]. Τότε ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν ἁμαρτία, πού εἶναι ἡ ἀπάτη, τό ψέμμα, ὁ θάνατος καί δέν μπορεῖ νά καταλάβει τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, οὔτε τί εἶναι ἡ Ἐκκλησία. «Βίος ἀκάθαρτος ἐμποδίζει δόγμασιν ὑψηλοῖς, οὐκ ἀφείς τό διορατικόν φανῆναι τῆς διανοίας»[5], παρατηρεῖ πάλι ὁ ἱερός Χρυσόστομος· καί συνεχίζει λίγο πιό κάτω: «Χρή πάντων καθαρεύειν τῶν παθῶν τόν μέλλοντα θηρᾶν τήν ἀλήθειαν»[6].
Δέν μποροῦμε νά βιώσουμε ἀλλ΄ οὔτε καί νά κατανοήσουμε τί εἶναι Ἐκκλησία, ἐάν ἡ ζωή μας καθώς καί ἡ πίστη μας δέν εἶναι ὀρθόδοξη, Τριαδοκεντρική. Ἀκολουθώντας τό ὀρθόδοξο δόγμα, βιώνοντας τίς ἐντολές τοῦ Σωτῆρος, ζώντας τή ζωή Του, τότε κατανοοῦμε ὅλο καί πληρέστερα τό ὑπέρτατο Μυστήριο, τό Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. «Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ «τό μυστήριον τό ἀποκεκρυμμένον ἀπό τῶν αἰώνων καί ἀπό τῶν γενεῶν», τό ὁποῖο «νυνί ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ»»[7] καί ὄχι τοῖς κατά κόσμον σοφοῖς ἤ τοῖς αἱρετικοῖς ἤ τοῖς βίον διεφθαρμένον ἔχουσι.
Ἀρχ. Σάββα Ἁγιορείτη
[1] Δ. Τσελεγγίδη, Εἶναι οἱ ἑτερόδοξοι μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἔ.ἀ. σελ. 79.
[2] Ἁγ.᾿Ιω. Χρυσοστόμου, Εἰς ᾿Ιωάννην 66, 3· PG 59, 369· ΕΠΕ 14, 282.
[3] Πρβλ. στό π. Γ. Μεταλληνοῦ, Ἐνορία: Ὁ Χριστός ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, ἔκδ. Α΄ 1990, (στό ἑξῆς Ἐνορία)σελ. 50 ὅπου αἰτιολογεῖται ἡ δημιουργία τοῦ αἱρετικοῦ δόγματος τοῦ Filioque καί ἀποδίδεται στό ἀλλοτριωμένο ἦθος τῶν χριστιανῶν τῆς Δύσεως.
[4] Ἁγ. ᾿Ιω. Χρυσοστόμου, Εἰς Α´ Κορινθίους 40, 3· PG 61, 351· ΕΠΕ 18Α, 658.
[5] Τοῦ αὐτοῦ, Εἰς Α´ Κορινθίους 8, 2· PG 61, 70· ΕΠΕ 18, 222.
[6] Ὅ. π.
[7] Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, σελ. 189.