ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

 ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΥΛΟΣ

 ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

 Εἶχε προχωρήσει ἀρκετά ἡ ἄνοιξη τοῦ 343 μ. Χ., ὅταν ὁ ἐξόριστος Πατριάρχης Παῦλος ξεκίνησε γιά τή Ρώμη κρύβοντας τό ἀξίωμα του. Μαζί του θά ταξίδευαν μερικοί ἀπό τούς πιό στενούς συνεργάτες του.

Μέχρι τό Δυράχιο θά πήγαιναν ὁδικῶς καί μετά θά περνοῦσαν στό Μπάρι τῆς Ἰταλίας, γιά νά συνεχίσουν πρός τήν Ρώμη. Τό πιθανότερο εἶναι νά ξεκίνησαν ἀμέσως μετά τό Πάσχα. Τότε ὁ καιρός εὐνοεῖ τά ταξίδια, τόσο τά στεριανά, ὅσο καί τά θαλασσινά.

Ἡ Ἑλλαδική ἀνοιξιάτικη φύση πρόσφερε ἄφθονη τήν ὀμορφιά καί τή γοητεία τῶν χρωμάτων καί τῶν ἀρωμάτων της στούς ταξιδιῶτες μας. Ὅλα ἔδιναν μηνύματα αἰσιοδοξίας καί ἀγαθῶν ἐλπίδων.

Ὁ θεῖος Παῦλος, ὅσο κι ἄν ἦταν ἀπορροφημένος ἀπό τίς σκέψεις του καί τήν ἔννοια γιά τήν Ἐκκλησία, δέ μπόρεσε νά μή δεχθῆ τήν ἀγαθή ἐπίδραση αὐτῆς τῆς φυσικῆς ὀμορφιᾶς, πού ἀποτελεῖ τό Θεόσδοτο διάκοσμο τοῦ ἀγωνιστικοῦ στίβου τῆς γῆς.

Ἀκολούθησαν τήν περίφημη στρατιωτική ρωμαϊκή ὁδό τῆς Ἐγνατίας, τή μεγάλη αὐτή συγκοινωνιακή ἀρτηρία, ἡ ὁποία ἔφερνε τά ρωμαϊκά στρατεύματα καί τούς ταξιδιῶτες ἀπό τή Δύση στήν Ἀνατολή καί ἀντίστροφα. Ξεκινοῦσε δυτικά ἀπ᾿ τό Δυράχιο, ἔφθανε στή Θεσσαλονίκη καί ἐπεκτεινόταν μέχρι τήν Κωνσταντινούπολη.

Τά ταξίδια ὅμως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἦσαν πολύ κουραστικά εἰδικά γιά ἀνθρώπους ταλαιπωρημένους, ὅπως ὁ Παῦλος.

Ἀναγκάστηκαν ἔτσι νά κάνουν πολλές στάσεις, γιά νά συνέρχεται καί νά μπορῆ νά συνεχίζη τό ταξίδι του. Στά μικρά πανδοχεῖα, πού βρίσκονταν σέ ἀρκετά σημεῖα τῆς Ἐγνατίας ὁδοῦ, γιά νά διανυκτερεύουν καί νά ξεκουράζονται οἱ ταξιδιῶτες, συναντιόνταν ἄνθρωποι ἀπ᾿ ὅλες τίς τάξεις καί ἀπό ὅλα τά μέρη τῆς αὐτοκρατορίας. Στρατιωτικοί, ἔμποροι, κληρικοί, κρατικοί ταχυδρόμοι, ἄρχοντες καί ἁπλοί ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ.

Ἐκεῖ ἄκουγαν ἐπανειλημμένως τά σχόλια καί τίς ἐκτιμήσεις τοῦ λαοῦ γιά τά γεγονότα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς ποτέ νά ἀντιληφθῆ κανείς ποιοί ἦσαν. Ὅλοι εἶχαν κάτι καλό νά ποῦν γιά τόν Ὁμολογητή Πατριάρχη.

ελικά, ὕστερα ἀπό μερικές ἑβδομάδες κοπιαστικό ταξίδι ἀντίκρυσαν τό πολυσύχναστο Δυράχιο, τό ὁποῖο ἀποτελοῦσε τήν πόλη – “κλειδί” γιά τή μετάβαση ἀπό τή Δύση στήν Ἀνατολή καί ἀντίστροφα.

Ἡ θέα τῆς Ἀδριατικῆς θάλασσας, πού ἐκείνη τή φωτεινή ὥρα τοῦ ἀπομεσήμερου παρουσίαζε τήν ὄψη ἑνός τεράστιου καθρέφτη, πού ἀντανακλοῦσε τά χρυσάφια καί τά ἀσήμια τοῦ ἀνοιξιάτικου ἥλιου, τούς προξένησε ψυχική εὐεξία καί χαρά.

Ὁ Πατριάρχης, μόλις ἀντίκρυσαν τήν πόλη, γύρισε καί τούς εἶπε:

Ἡ παράδοση λέει ὅτι τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ τό ἔφερε ἐδῶ, σ᾿ αὐτή τήν πόλη, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐνῶ κατευθυνόταν πρός τή Ρώμη. Πρῶτος δέ Ἐπίσκοπος αὐτῆς ἦσαν ὁ Καῖσαρ, ἕνας ἀπο τούς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους.

Στό Δυράχιο κάθισαν μερικές ἡμέρες, γιά νά ξεκουραστοῦν καί γιατί περίμεναν νά ἔρθη καράβι μέ προορισμό τήν Ἰταλία. Τό πλοῖο ἦρθε μερικές ἡμέρες ἀργότερα καί ὕστερα ἀπό ἕνα ἀρκετά σύντομο θαλασσινό ταξίδι ὁ Παῦλος καί ἡ συνοδεία του ἀποβιβάστηκαν στήν Ἰταλία.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι πατώντας τό ἔδαφος τῆς δυτικῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας ἔνοιωσαν ἕνα εὐχάριστο αἴσθημα ἐλευθερίας. Ἐκεῖ δέν εἶχε φθάσει ἀκόμη τό μίασμα τῆς αἱρέσεως καί ἡ τρομοκρατία τῶν ἀρειανοφρόνων ἀρχόντων. Ἐκεῖ εὐωδίαζε ἀκόμη ἡ πρωτοχριστιανική γνησιότητα καί ἁγιωσύνη.

Ποιός θά φανταζόταν τότε καί δέ θά θρηνοῦσε ἀπαρηγόρητα γιά τό ὅτι τελικά ἡ Δύση ἀργότερα, κατά τόν 11ο αἰῶνα, θἄχανε τόν πολύτιμο μαργαρίτη τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἐνῶ ἡ Χριστιανική Ἀνατολή, βασανισμένη ἀπό τίς σκοτεινές αἰρέσεις, τελικά θά θριάμβευε μένοντας δεμένη γιά πάντα μέ τήν Ὀρθοδοξία, σέ τέτοιο σημεῖο, πού Ἀνατολή καί Ὀρθοδοξία, νά σημαίνη τό ἴδιο πράγμα.

Τό ταξίδι μέχρι τή Ρώμη ὑπῆρξε εὐχάριστο μέσα στή χαρούμενη ἀνοιξιάτικη φύση αὐτῆς τῆς χώρας, πού τόσο μοιάζει πρός τό νότιο τμῆμα της κατά τίς φυσικές ὀμορφιές μέ τήν Ἑλλάδα.

Διέσχισαν ἔφιπποι ἀπέραντες ἀμπελοφυτεμένες πεδιάδες, γελαστά φωτόλουστα τοπία μέ καλλιεργημένες ἐκτάσεις θαλερῶν καρποφόρων δένδρων, ἐλαιώνων καί σιτηρῶν.

Τό ταξίδι τους αὐτό διήρκησε περίπου δύο ἑβδομάδες. Ἀφοῦ πέρασαν τήν Κάπουα κάνοντας μιά στροφή, μπῆκαν στήν Via Appia – τήν Ἀππια ὁδό – πού ἐρχόταν ἀπό τό Βρινδήσιο καί ἦταν ὁ πιό καλοφτειαγμένος καί διατηρημένος δρόμος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

Ὅταν ἔφθασαν στή Φόρμια, ἀντίκρυσαν τή μαγευτική θέα πρός τόν κόλπο τῆς Γαῖτας. Στή Φόρμια ἦταν ἡ ἀγροικία καί ὁ τάφος τοῦ ὀνομαστοῦ Ρωμαίου πολιτικοῦ Κικέρωνος, ὁ ὁποῖος δολοφονήθηκε. Σίγουρα δόθηκε ἡ ἀφαρμή στούς ταξιδιῶτες μας νά ἀναλογιστοῦν γιά μιά ἀκόμη φορά τήν ματαιότητα τῆς ἀνθρώπινης δόξας καί τό θλιβερό πολλές φορές τέλος της.

Στήν παραλιακή Τερακίνα ἀντίκρυσαν τή χρυσοαργυροειδῆ ὀμορφιά τῆς Τυρρηνικῆς θάλασσας καί χάϊδεψε τήν ἀκοή τους ὁ φλοῖσβος τῶν κυμμάτων της…

Ὁ ἅγιος καί ἡ ἐκλεκτή συνοδεία του ἤξεραν νά ἐκτιμοῦν τά Θεοδώρητα κάλη τῆς φύσεως, χωρίς ὅμως νά αἰχμαλωτίζεται ἡ σκέψη τους, πολύ δέ περισσότερο ἡ θεία ἀγάπη τοῦ Δημιουργοῦ, πού κρυβόταν πίσω ἀπό τό κάλλος τῆς Δημιουργίας.

Ἀφοῦ πέρασαν καί τά ἕλη τοῦ Ποντίου, διανυκτέρευσαν στό Forrum Appii, πού ἦταν ταχυδρομικός σταθμός μέ πανδοχεῖο γιά τούς ταξιδιῶτες. Δύσκολες οἱ συνθῆκες γιά ἕναν ἱερωμένο, ὅπως ὁ ἁγιώτατος Παῦλος. Ὅμως ὁ Θεός βοηθοῦσε. Βρέθηκε μιά γωνίτσα ἥσυχη γιά ἐκεῖνον καί τούς συνοδούς του μακρυά ἀπό τή “βρώμικη” ἀτμόσφαιρα τοῦ πανδοχείου, πού συγχρόνως ἦταν καί καπηλεῖο.

Ὁ ἑπόμενος σταθμός ἦταν “οἱ Τρεῖς Ταβέρνες”. Τό ἱερό “λαγωνικό” τοῦ Χριστοῦ πλησιάζοντας τήν ἁγία πρωτοχριστιανική Ρώμη ὀσφράνθηκε “εὐωδία Χριστοῦ”.

Σέ λίγο ἔφθασαν στίς Κατακόμβες τοῦ ἁγίου Σεβαστιανοῦ καί τοῦ ἁγίου Καλλίστου καί στή συνέχια μπροστά στό ἀθάνατο Χριστιανικό Μνημεῖο τῆς Θυσίας, τό Κολοσσαῖο. Μέσα του ἀκόμη ἦσαν νωπά τά αἵματα τῶν χριστιανικῶν Μαρτύρων.

Ὁ ἅγιος κατενύγη καί πλημμύρησε ἀπό ἱερά αἰσθήματα καί σκέψεις. Στοχαζόταν πώς ὅλοι αὐτοί, πού πίστεψαν στή Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, πῆραν δύναμι ἀπό Ἐκεῖνον καί θριάμβευσαν. Μπροστά στό θρίαμβο τό δικό τους ὠχριοῦσαν οἱ πρόσκαιροι θρίαμβοι τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων.

Ἐκεῖνοι φορτωμένοι τά πάθη τους, μέ μόνη φιλοδοξία τήν ἦττα τῶν ἐχθρῶν τους, περνοῦσαν τίς μεγαλοπρεπεῖς ἀψίδες τῶν θριάμβων μέσα στίς ἰαχές τοῦ λαοῦ πού πανηγύριζε.

Οἱ Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ ἀστράπτοντες ἀπό ψυχική καθαρότητα θριάμβευαν ἐπί τῶν ὀρατῶν καί ἀοράτων δυνάμεων τοῦ σκότους. Φορώντας δέ τή βασιλική ἀλουργίδα τοῦ μαρτυρικοῦ αἵματός τους περνοῦσαν κάτω ἀπό τίς φωτόλουστες οὐράνιες ἀψίδες τῶν πνευματικῶν θριάμβων ἐπευφημούμενοι ἀπό τά ἄπειρα πλήθη τῶν Ἀγγέλων, γιά νά στεφανωθοῦν ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο τῆς Δόξης· τόν πρῶτο Μάρτυρα, πού γιά τήν ἀγάπη τοῦ πλάσματός Του ἔστησε τή μεγαλύτερη ἀψίδα, πού ὑπάρχει σέ οὐρανό καί γῆ, ἐπί τοῦ λόφου τοῦ Γολγοθᾶ!

Καί τώρα ἔρχονταν οἱ βέβηλοι μέ τίς διεστραμμένες δοξασίες τους νά προσβάλουν καί νά ὑποτιμήσουν μέ τίς σατανοκίνητες γλῶσσες τους τήν ἀπειροτέλεια Θεότητα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ!

Αὐτά σκεπτόταν ἐκεῖ ὁ θεῖος Παῦλος καί προσευχήθηκε θερμά ἀντικρύζοντας τή Ρώμη. Θερμά δάκρυα ἔχυσε μπροστά στούς τάφους τῶν Μαρτύρων ἱκετεύοντας νά μεσιτεύσουν γιά τή στήριξη τῆς πίστεως στή Νέα Ρώμη τῆς Ἀνατολῆς, τήν Κωνσταντινούπολη, καί σ᾿ ὅλο τό Ἀνατολικό Βασίλειο. Οἱ ἑπόμενοι αἰῶνες ἀπέδειξαν ὅτι οἱ προσευχές τοῦ ἁγίου ἀνδρός εἰσακούστηκαν…

Ἐκεῖ στή Ρώμη τό θεῖο Παῦλο τόν περίμενε μιά εὐτυχισμένη συνάντηση. Μιά νέα συνάντηση μέ τόν “ἀετό” τῆς Ὀρθοδοξίας, τό Μέγα Ἀθανάσιο, τόν ἡρωικό ποιμένα τῆς Ἀλεξανδρείας!

Ἡ συνάντησή τους ἦταν κάτι περισσότερο ἀπό συγκινητική. Ἕνωσαν τόν πόνο τους γιά τό “Γολγοθᾶ” τῆς Ἐκκλησίας, τούς ἱερούς πόθους τους, τό ζῆλο τους ὑπέρ τῆς Ἀληθείας καί ἔνοιωσαν καί οἱ δύο παρηγορημένοι καί πιό δυνατοί ὁ ἕνας δίπλα στόν ἄλλο.

Σέ μερικές ἥσυχες βραδινές συναντήσεις τους θεολόγησαν αἰσθανόμενοι πνευματική εὐφροσύνη. Ὄχι γιατί ὑπῆρχε κάτι ἀσαφές, πού ἔπρεπε νά τό ξεκαθαρήσουν, ἀλλά γιά νά ἐντρυφήσουν μαζί στή γλυκύτητα τῆς διά τόν Θεόν συζητήσεως. Φλεγόμενοι καί οἱ δύο ἀπό τήν πανίερη φλόγα τῆς Θείας Ἀγάπης ξαναζοῦσαν σ᾿ ἐκεῖνες τίς εὐτυχισμένες συναντήσεις τά ἱερά τους βιώματα.

Ὁ Ἀθανάσιος, “εὔλαλος, σαφής καί συγκλονιστικά βαθύς”, θεολογοῦσε ὄχι βάσει τῆς διανοήσεως μόνο ἀλλά βάσει τῶν σπανίων βιωμάτων, πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός γιά τήν ἀρετή καί τούς ἀγῶνες του.

Ὁ θεῖος Παῦλος, μύστης κι ἐκεῖνος τῆς ἀληθινῆς Θεολογίας, ἐντυπωσιασμένος ἀπό τήν θεολογική δύναμή του τόν προέτρεψε καί τοῦ εἶπε:

Πρέπει νά γραφῆ ἀδελφέ Ἀθανάσιε, ἡ Ἀλήθεια πού ὁ Χριστός σοῦ ἀποκαλύπτει. Τό Φῶς πρέπει νά μεταλαμπαδευτῆ καί στίς ἑπόμενες γενεές…

Οἱ ἀδελφοί τῆς Ρῶμης ἔδειξαν μεγάλη κατανόηση καί τούς ἀνέπαυσαν μέ τήν συμπαράστασή τους ἔχοντας ἐπικεφαλῆς τόν Ἐπίσκοπο τους Ἰούλιο.

συνεχίζεται….

Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι

κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο: “ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ”

Διατίθεται εἰς τήν Ἱεράν Μονήν

Παναγίας Βαρνάκοβας Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φωκίδος

Εὐπάλιον – Δωρίδος