7. ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΑΤΑΙ  Η  ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ   ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

             Με­τά ἀ­πό ὅ­σα εἴ­πα­με γι­ά τήν ἀ­ξί­α τῆς τα­πεί­νω­σης-τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ἔρ­χε­ται φυ­σι­κά τό ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς ἀ­πο­κτᾶ­ται ἡ με­γά­λη αὐ­τή ἀ­ρε­τή; Μέ ποι­ό τρό­πο θά τήν  κά­νου­με κτῆ­μα μας;

            Τήν ἀ­πάν­τη­ση θά τή βροῦ­με σί­γου­ρα στήν  ἐμ­πει­ρι­κή σο­φί­α τῶν Πα­τέ­ρων τῆς ὀρ­θό­δο­ξης μας  Ἐκ­κλη­σί­ας. Τά  με­γά­λα πράγ­μα­τα σί­γου­ρα χρει­ά­ζον­ται κό­πο καί με­γά­λη προ­σπά­θεια, γι­ά νά ἀ­πο­κτη­θοῦν. Αὐ­τό βέ­βαι­α ἰ­σχύ­ει καί γι­ά τήν  ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης.

            Στήν ἐ­πο­χή μας εἶ­ναι σπά­νιο πράγ­μα ἡ τα­πεί­νω­ση. Μπο­ρεῖ σ’ ἕ­να ἄν­θρω­πο νά βρεῖς ἐρ­γα­σί­α με­ρι­κῶν ἀ­ρε­τῶν, ἀλ­λά τα­πεί­νω­σης μό­λις κά­ποι­α μυ­ρω­δι­ά θά δι­α­κρί­νεις.

            Μι­ά πρώ­τη ἀ­πά­ντη­ση γι­ά τό πῶς ἀ­πο­κτᾶ­ται ἡ τα­πεί­νω­ση μᾶς δί­νει ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­σα­άκ ὁ Σύ­ρος: « Πρός τοῦ­το τον ἐ­ρω­τῶ­ντα θέ­λει ἀ­πο­κρι­θεῖ αὐ­τή ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη οὕ­τως· εἶ­ναι ἀρ­κε­τόν εἰς τόν μα­θη­τήν νά γί­νη κα­τά τήν μά­θη­σιν ὅ­μοι­ος μέ τό δι­δά­σκα­λό του, καί εἰς τόν  δοῦ­λον νά γί­νη ὅ­μοι­ος μέ τόν  Κύ­ρι­όν του.Βλέ­πε ἐ­κεῖ­νον ὅ­στις ὥ­ρι­σεν αὐ­τήν, καί δω­ρεῖ­ται αὐ­τό τό χά­ρι­σμα, δι­ά τί­νος τρό­που ἀ­πέ­κτη­σεν αὐ­τήν· γί­νου λοι­πόν καί σύ ὅ­μοι­ος μέ αὐ­τόν, καί θέ­λεις εὕ­ρει αὐ­τήν…δι­ά τῆς τε­λει­ό­τη­τος πα­σῶν τῶν ἀ­ρε­τῶν δυ­να­τόν νά ἀ­πο­κτή­ση τις τήν τα­πεί­νω­σιν» (Λόγ. Κ΄). Δη­λα­δή νά μι­μη­θεῖ κά­ποι­ος τήν ζω­ήν τοῦ Κυ­ρί­ου πού εἶ­ναι ὁ δά­σκα­λος τῆς τα­πεί­νω­σης, με­λε­τώ­ντας συ­χνά τή ζω­ή Του μέ­σα ἀ­πό τά Εὐ­αγ­γέ­λι­α,  καί νά προ­σπα­θεῖ νά μι­μεῖ­ται τή συ­μπε­ρι­φο­ρά Του.

            Ὁ Μέ­γας Ἀ­θα­νά­σι­ος, στό βί­ο τῆς Συ­γκλη­τι­κῆς, γρά­φει:«Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά ἀ­πο­κτη­θεῖ ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, χρει­ά­ζε­ται με­γά­λο ἀ­γώ­να. Ἄν δέν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ κά­ποι­ος ἀ­πό κά­θε εἴ­δους δό­ξαν, δέ θά δυ­νη­θεῖ νά ἀ­πο­κτή­σει τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, τό με­γά­λο αὐ­τό θη­σαυ­ρό».

            Ὁ Ἀβ­βᾶς Σι­σώ­ης, λέ­γει:« Ὁ δρό­μος πού ὁ­δη­γεῖ στήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι ἡ ἐ­γκρά­τει­α, ἡ συ­νε­χής καί ἀ­δι­ά­λει­πτη πρός τό Θε­ό προ­σευ­χή καί τό νά ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε νά εἴ­μα­στε κα­τώ­τε­ροι ἀ­πό κά­θε ἄν­θρω­πο».

            Καί ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ωάν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος:« Γι­ά νά γί­νει κά­ποι­ος ἀ­λη­θι­νά τα­πει­νός, πρέ­πει νά θε­ω­ρεῖ τόν ἑ­αυ­τό του φτω­χό καί τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­π’ ὅ­λους. Νά ἀ­γω­νί­ζε­ται νά μή θυ­μώ­νει, νά μήν ἀ­γα­να­κτεῖ, νά μή φω­νά­ζει καί νά νοι­ώ­θει πι­κρί­α, θυ­μό καί ὀρ­γή ἐ­να­ντί­ον κα­νε­νός, νά μήν εἶ­ναι ἀ­λα­ζό­νας, φα­ντα­σμέ­νος καί ὑ­πε­ρή­φα­νος. Νά μι­μη­θεῖ τόν Κύ­ρι­ο στήν ἁ­πλό­τη­τα καί τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη».

            Ἀ­π’ ὅ,τι ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει, δι­α­βά­ζο­ντας γι­ά τήν τα­πεί­νω­ση, ἡ ἀρ­χή τῆς κα­τά­κτη­σης τῆς ἀ­ρε­τῆς ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τή συ­νε­χή ἕ­ρευ­να καί τήν πα­ρα­γμα­τι­κή γνώ­ση τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας. Μέ τήν αὐ­το­γνω­σί­α θά δι­α­πι­στώ­σου­με τήν μη­δα­μη­νό­τη­τά μας  καί τήν ἀ­δυ­να­μί­α μας. Θά γνω­ρί­σου­με τίς ἀ­τέ­λει­ες καί τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας. Καί τό ἑ­πό­με­νο βῆ­μα πού πρέ­πει νά κά­νου­με εἶ­ναι νά συ­γκρί­νου­με τίς  δι­κές μας πα­ρα­βά­σεις τοῦ νό­μου τοῦ Θε­οῦ καί τήν ἐ­νο­χή μας ἐ­νώ­πι­όν Του, μέ τίς εὐ­ερ­γε­σί­ες πού μᾶς πα­ρέ­χει κα­θη­με­ρι­νά. Καί τό­τε θά δοῦ­με τήν ἀ­χρει­ό­τη­τά μας, τήν ἀ­χα­ρι­στί­α μας καί τήν ἐ­νο­χή μας καί, ἄν ἔ­χου­με μέ­σα μας κά­ποι­α λο­γι­κή καί  γνώ­ση, θά ἀρ­χί­σει μέ­σα μας νά ρι­ζο­βο­λᾶ ἡ ἁ­γί­α τα­πεί­νω­ση.

            Ζων­τα­νό πα­ρά­δειγ­μα ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος. Ἐν­θυ­μού­με­νος τήν προ­η­γού­με­νη του δι­α­γω­γή ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Ἰ­η­σοῦ καί τῶν μα­θη­τῶν του, ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται τήν ἀ­δι­κί­α πού δι­έ­πρατ­τε καί τα­πει­νώ­νε­ται καί ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι ἐ­δί­ω­ξε τήν Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί ὀ­νο­μά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του«ἔ­κτρω­μα» καί «ἐ­λα­χι­στό­τε­ρο τῶν Ἀ­πο­στό­λων», τή στιγ­μή πού   ἔ­κα­νε τε­ρά­στιον ἔρ­γο καί πολ­λούς κό­πους ἔ­πα­θε καί στε­ρή­σεις ὑ­πέ­μει­νε γι­ά τό Χρι­στό, τα­πει­νού­με­νος ἔ­γι­νε ὑ­πη­ρέ­της πάν­των.

Καί τό νά θυ­μᾶ­ται ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι τόν πε­ρι­μέ­νει θά­να­τος καί σί­γου­ρα θά φύ­γει ἀ­πό τή ζω­ή αὐ­τή, βο­η­θᾶ στήν  τα­πεί­νω­σή του. Ἀλ­λά καί ἡ νο­σταλ­γί­α τοῦ Πα­ρα­δεί­σου βο­η­θᾶ στό νά θυ­σι­ά­σει ὁ ἄν­θρω­πος τόν ἐ­γω­ϊ­σμό του καί  νά γί­νει τα­πει­νός. Καί τό σκό­τος τῆς κό­λα­σης ἐν­θυ­μού­με­νος ὁ ἄν­θρω­πος συ­νέρ­χε­ται. Ὅ­λα αὐ­τά τα­πει­νώ­νουν τό φρό­νη­μα καί συ­ντρί­βουν τήν ψυ­χή, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά δέ­χε­ται τά σπέρ­μα­τα τῆς τα­πεί­νω­σης καί τα­πει­νο­φρο­σύ­νης.

 8. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗΣ

             Πα­ρα­δεί­γμα­τα τα­πεί­νω­σης βρί­σκου­με πολ­λά στήν Ἁ­γί­α Γρα­φή καί στή ζω­ή τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας. Θά προ­βά­λου­με με­ρι­κά, τά πι­ό γνω­στά ὑ­πεν­θυ­μί­ζο­ντάς τα στόν ἀ­να­γνώ­στη μας.

            α) Τό με­γα­λύ­τε­ρο καί θαυ­μα­στώ­τε­ρο πα­ρά­δει­γμα τα­πεί­νω­σης κά­τω ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό εἶ­ναι ἡ τα­πεί­νω­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου, γι­ά τήν ἀ­να­γέν­νη­ση καί ἐ­πα­να­φο­ρά τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους στόν Πα­ρά­δει­σο, τό­ν ὁ­ποῖ­ον εἶ­χε χά­σει μέ τήν πα­ρα­κο­ή του. Αὐ­τήν τήν τα­πεί­νω­ση δέν μπο­ρεῖ νά χω­ρέ­σει ὁ ἀν­θρώ­πι­νος νοῦς, οὔ­τε καί τῶν  Ἀγ­γέ­λων ἀ­κό­μα. Ἕ­νας Θε­ός τα­πει­νώ­νε­ται, σμι­κρύ­νει τή δό­ξα Του, πε­ρι­στέλ­λει τή λα­μπρό­τη­τά Του, ἐν­δύ­ε­ται σάν ἄλ­λο ἔν­δυ­μα, τό εὐ­τε­λές καί τα­πει­νό ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα καί γί­νε­ται ὅ­μοι­ος μέ τούς ἁ­μαρ­τω­λούς, χω­ρίς ὅ­μως ὁ Ἴ­δι­ος νά νά με­τέ­χει κα­μι­ᾶς ἁ­μαρ­τί­ας. Ὅ­λη Του ἡ ζω­ή, ἀ­πό τή γέν­νη­ση μέ­χρι καί τό δι­ά σταυ­ροῦ θά­να­τό Του, εἶ­ναι μι­ά τα­πεί­νω­ση. Τα­πεί­νω­ση πού ὁ­δή­γη­σε στή δό­ξα τῆς Ἀ­νά­στα­σής Του.

Ἀ­φή­νου­με κα­τά μέ­ρος τό εὐ­τε­λές σπή­λαι­ο πού γεν­νή­θη­κε, τήν πε­ρι­φρό­νη­ση πού ἔ­δει­χναν οἱ ἄρ­χο­ντες τῶν Ἰ­ου­δαί­ων στό πρό­σω­πό Του καί στε­κό­μα­στε σ’ ἕ­να γε­γο­νός πού μᾶς δι­έ­σω­σε ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ωάν­νης, πού μᾶς δι­δά­σκει πῶς πρέ­πει νά  ἐ­φαρ­μό­σου­με κι ἐ­μεῖς τήν ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης.

 Ἐ­νῶ ἔ­τρω­γαν τό τε­λευ­ταῖ­ο δεῖ­πνο, πρίν ἀ­πό τό ἑ­βραϊ­κό πά­σχα, « … ση­κώ­νε­ται ἀ­πό τό δεῖ­πνο καί βγά­ζει τά ἐ­ξω­τε­ρι­κά ’εν­δύ­μα­τα, καί, ἀ­φοῦ πῆ­ρε μι­ά πο­δι­ά, ζώ­σθη­κε, ἔ­πει­τα ρί­χνει νε­ρό στή λε­κά­νη καί ἄρ­χι­σε νά πλύ­νῃ τά πό­δι­α τῶν μα­θη­τῶν καί νά τά σκου­πί­ζει μέ τήν πο­δι­ά, μέ τήν ὁ­ποί­α ἦ­ταν ζω­σμέ­νος.» Βέ­βαι­α δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­καν οἱ μα­θη­τές, ἀλ­λά Αὐ­τός μέ ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τούς ἔ­πει­σε καί τούς προ­έ­τρε­ψε μά­λι­στα νά Τόν μι­μη­θοῦν στή ζω­ή τους, λέ­γο­ντας· « πα­ρά­δει­γμα (δη­λα­δή) σᾶς ἔ­δω­σα, γι­ά νά κά­νε­τε καί ἐ­σεῖς, ὅ­πως ἔ­κα­να ἐ­γώ». (Ἰ­ωάν.13 κεφ.)

Αὐ­τό τό πα­ρά­δει­γμα τοῦ Ἰ­η­σοῦ εἶ­ναι γι­ά μᾶς ὁ ὁ­δη­γός πού πρέ­πει νά  μᾶς κα­θο­δη­γεῖ γι­ά τήν ἀ­πό­κτη­ση τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ἄν πρα­γμα­τι­κά τό ἐ­πι­θυ­μοῦ­με. Ἐ­κτός αὐ­τοῦ εἶ­ναι σ’ ὅ­λους γνω­στά αὐ­τά πού ἀ­κου­λού­θη­σαν, οἱ ἐ­μπαι­γμοί, οἱ ἐ­μπτυ­σμοί, τά ρα­πί­σμα­τα καί τά ἄλ­λα πού συ­νέ­βη­σαν μέ­χρι καί τό σταυ­ρό καί τήν τα­φή Του, πού μαρ­τυ­ροῦν τήν ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση πού δέ­χθη­κε γι­ά μᾶς.

            Ἄλ­λο σπου­δαῖ­ο πα­ρά­δει­γμα πού λά­μπει σάν ἄ­στρο φω­τει­νό στό στε­ρέ­ω­μα τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας καί δεί­χνει τό δρό­μο σ’ ὅ­σους θέ­λουν νά  κά­νουν κτῆ­μα τους τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, εἶ­ναι τό πα­ρά­δει­γμα τῆς Πα­να­γί­ας μας. Με­λε­τώ­ντας τή ζω­ή της βλέ­που­με ὅ­τι ἀ­πό τήν παι­δι­κή ἡ­λι­κί­α μέ­χρι καί τήν κοί­μη­σή της, ἦ­ταν ἕ­να ζω­ντα­νό πα­ρά­δει­γμα τα­πει­νο­φρο­σύ­νης καί ὑ­πο­τα­γῆς στό θεῖ­ο θέ­λη­μα. Ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης τῆς Παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας ἦ­ταν ἡ στιγ­μή πού ὁ Ἄγ­γε­λος τῆς ἐ­φα­νέ­ρω­σε τό σχέ­διο τοῦ Θε­οῦ, ὅ­τι θά γεν­νοῦ­σε τό Σω­τῆ­ρα τοῦ κό­σμου. Ἡ ἀ­πάν­τη­σή της ἦ­ταν:«Ἰ­δού ἡ δού­λη Κυ­ρί­ου· γέ­νοι­τό μοι κα­τά τό ρῆ­μα σου» .(Λουκ.1.38).Ἰ­δού ἡ πραγ­μα­τι­κή τα­πεί­νω­ση. Ἐ­ξα­φά­νι­σε τό θέ­λη­μά της, ἀ­γνό­η­σε τό δι­κό της συμ­φέ­ρον, ὑ­πο­τά­χθη­κε στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, χω­ρίς νά ὑ­πο­λο­γί­σει τήν ἀ­δυ­να­μί­αν τῆς  φύ­σε­ώς της καί ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τήν Ἐ­λι­σά­βετ, ὁ­μο­λό­γη­σε τήν τα­πεί­νω­σή της  λέ­γον­τας: «ὅ­τι ἐ­πέ­βλε­ψεν ἐ­πί τήν τα­πεί­νω­σιν τῆς δού­λης αὐ­τοῦ (ὁ Κύ­ριος)» (συ­νέ­χεια τῶν ἁ­νω­τέ­ρω). Ὅ­μως αὐ­τή της ἡ τα­πεί­νω­ση τήν ὕ­ψω­σε καί τήν το­πο­θέ­τη­σε δί­πλα στό θρόνο τοῦ Υἱοῦ της, ἀπ’ ὅπου βοηθᾶ  ὅλους τούς ταπεινούς πού ζητοῦν τή βοήθειά της.

            Ἄλ­λο πα­ρά­δει­γμα με­γά­λης τα­πει­νο­φρο­σύ­νης εἶ­ναι ὁ  μέ­γας Παῦ­λος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­κο­πί­α­σε γι­ά τή τή δι­ά­δο­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λο Ἀ­πό­στο­λο, κι  ὅ­πως μαρ­τυ­ρεῖ ὁ Λου­κᾶς« Με­τά πά­σης τα­πει­νο­φρο­σύ­νης καί πολ­λῶν δα­κρύ­ων καί πει­ρα­σμῶν…» (Πράξ. 20.19) ἐ­κή­ρυτ­τε τό λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου, κι  ὅ­μως ἔ­λε­γε: «…ἐ­γώ γάρ εἰ­μι ὁ ἐ­λά­χι­στος τῶν Ἀ­πο­στό­λων ὅς οὔκ εἰ­μι ἱ­κα­νός κα­λεῖ­σθαι Ἀ­πό­στο­λος, δι­ό­τι ἐ­δί­ω­ξα τήν Ἐκ­κ­λη­σί­αν τοῦ Θε­οῦ.»(Πράξ. 15. 9). Καί σέ ἄλ­λο χω­ρί­ο ὀ­νο­μά­ζει τόν ἑ­αυ­τό του « ἔ­κτρω­μα». Καί τοῦ­το, γι­α­τί ἐν­θυ­μού­με­νος τά προ­η­γού­με­να ἁ­μαρ­τή­μα­τά του λυ­πᾶ­ται καί τα­πει­νο­φρο­νεῖ. Αὐ­τή του ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη ὅ­μως εἶ­ναι ἐ­κεί­νη πού τόν ἀ­νέ­βα­σε μέ­χρι «τρί­του οὐ­ρα­νοῦ.» Ἔ­ζη­σε τή ζω­ή του μέ­σα σέ δο­κι­μα­σί­ες καί θλί­ψεις καί δι­ω­γμούς γι­ά τό Χρι­στό καί τώ­ρα χαί­ρε­ται καί ἀ­γάλ­λε­ται στόν  Πα­ρά­δει­σο τοῦ Θε­οῦ.

            Καί στή  ζω­ή τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας μας ἔ­χου­με πολ­λά πα­ρα­δεί­γμα­τα τῆς ἁ­γί­ας τα­πεί­νω­σης, τά ὁ­ποῖ­α βρί­σκου­με στούς δι­ά­φο­ρους βί­ους τῶν Ἀ­γί­ων, μέ ἀ­πό­κο­ρύ­φω­μα «τούς δι­ά Χρι­στόν σα­λούς», πού δέ­χο­νταν τίς ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ες καί τά πε­ρί­γε­λα τῶν ἀλ­λων χω­ρίς κα­θό­λου νά προ­σβάλ­λο­νται,  νά στε­νο­χω­ροῦ­νται ἤ νά μεμ­ψι­μοι­ροῦν καί στό τέ­λος τους εἶ­χαν τήν κα­λήν μαρ­τυ­ρί­α ἀ­πό τό Θε­ό.

            Ἕ­να γνω­στό πα­ρά­δει­γμα εἶ­ναι ὁ Ἅ­γι­ος Νε­κτά­ρι­ος πού κοι­μή­θη­κε τό 1920. Ὅ­σοι δι­ά­βα­σαν τό βί­ο του, θά δι­α­πί­στω­σαν τή με­γά­λη του τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Συ­κο­φα­ντη­μέ­νος, δι­ω­γμέ­νος ἀ­πό τό Πα­τρι­αρ­χεῖ­ο Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων πη­γαί­νει στήν Ἀ­θή­να, ἀλ­λά, πρίν  φθά­σει ἐ­κεῖ, ἔ­φθα­σεν πρίν ἀ­πό αὐ­τόν ἡ συ­κο­φα­ντί­α καί ἡ δι­α­βο­λή, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά ὑ­πο­φέ­ρει πο­λύ χω­ρίς ὅ­μως νά δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται. Αὐ­τή του ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη καί ὑ­πο­μο­νή, ἔλ­κυ­σε τή Χα­ρη τοῦ Θε­οῦ πού τόν κα­τα­ξί­ω­σε νά κά­νει θαύ­μα­τα τό­σο στό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του ὅ­σο καί με­τά τό θά­να­τό του.

Νο­μί­ζω, ἀ­γα­πη­τέ ἀ­να­γνώ­στη, ὅ­τι τά λί­γα αὐ­τά πα­ρα­δεί­γμα­τα χω­ρίς νά χρει­ά­ζο­νται σχό­λι­α ἤ  φι­λο­λο­γί­α ὁ­δη­γοῦν στόν προ­βλη­μα­τι­σμό. Θά μπο­ρού­σα­με βέ­βαι­α νά  φέ­ρου­με σω­ρεί­αν πα­ρα­δει­γμά­των, ἀλ­λά νο­μί­ζω ὅ­τι τά πολ­λά πα­ρα­δεί­γμα­τα δέ θά βο­η­θοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἁ­πλῶς θά μα­κρυ­γο­ρού­σα­με πρά­γμα πού προ­σπα­θοῦ­με νά ἀ­πο­φύ­γου­με. Ἄν θέ­λα­με αὐ­τά τά πα­ρα­δεί­γμα­τα μπο­ροῦ­με νά τά ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σου­με μέ τόν προ­βλη­μα­τι­σμό μας: Ἄν ἕ­νας Παῦ­λος, πού ἔ­φτα­σε «μέ­χρι τρί­του οὐ­ρα­νοῦ», θυ­μό­ταν τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά του καί τα­πει­νο­φρο­νοῦ­σε καί θε­ω­ροῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του «ἔ­κτρω­μα», τί θά ποῦ­με ἐ­μεῖς; Ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα στόν ἑ­αυ­τό μας πού πρέ­πει νά μᾶς συ­ντα­ράσ­σει.

            Στά πα­ρα­δεί­γμα­τα πού ἀ­να­φέ­ρα­με βλέ­που­με ὅ­τι αὐ­τοί πού τα­πεί­νω­σαν θε­λη­μα­τι­κά τόν ἑ­αυ­τό τους, ὑ­πέ­στη­σαν, βέ­βαι­α, πολ­λούς κό­πους, θλί­ψεις καί τα­πει­νώ­σεις, ἀλ­λά τό τέ­λος φα­νε­ρώ­νει τό με­γά­λο τους κέρ­δος πού εἶ­ναι ἡ τι­μή καί ἡ δό­ξα πού  ἔ­λα­βαν ἀ­πό τό Θε­ό, μέ τά δι­ά­φο­ρα χα­ρί­σμα­τα πού τούς  ἔ­δω­κε. Συ­μπε­ραί­νου­με λοι­πόν ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ ὠ­φέ­λι­μη ἡ τα­πεί­νω­ση καί θά τό δοῦ­με πι­ό κά­τω.

 9. Η ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΩΦΕΛΕΙ

             Ἡ τα­πεί­νω­ση μπο­ρεῖ νά  λο­γα­ρι­ά­ζε­ται ἀ­πό τούς ὑ­ψη­λό­φρο­νες καί ὑ­λό­φρο­νες χα­ζο­μά­ρα, βλα­κεί­α, ἐ­ξευ­τε­λι­σμός, κλπ., ἀλ­λά στήν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα ὠ­φε­λεῖ πο­λύ τόν ἄν­θρω­πο, τό­σο στή ζω­ή αὐ­τή ὅ­σο καί στήν αἰ­ώ­νι­α. Αὐ­τό φά­νη­κε μέ τά λί­γα πα­ρα­δεί­γμα­τα πού εἴ­δα­με πρίν, ἀλ­λά καί θά φανεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο στή συ­νέ­χει­α.

            Ὁ χρι­στι­α­νός ἄν­θρω­πος μέ τήν ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, σι­γά σι­γά κα­θα­ρί­ζε­ται ἀ­πό τά ψυ­χο­φθό­ρα πά­θη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Τόν τα­πει­νό ἄν­θρω­πο ἀ­γα­πᾶ καί ἐ­κτι­μᾶ τό­σο ὁ κό­σμος ὅ­σο καί ὁ Θε­ός πού ἀ­να­παύ­ε­ται στήν ψυ­χήν τοῦ τα­πει­νοῦ. Ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη αὐ­τή ἀ­ρε­τή, πού χρει­ά­ζε­ται κό­πο καί προ­σπά­θει­α γι­ά νά ἀ­πο­κτη­θεῖ, χα­ρί­ζει στόν ἄν­θρω­πο τήν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του καί  ἑ­πο­μέ­νως τή χα­ρά, τήν εὶ­ρή­νη καί τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α. Γι’ αὐτό καί ὁ Δαυΐδ λέγει: « ὁ Κύ­ρι­ος ἐ­πέ­βλε­ψεν ἐ­πί τήν προ­σευ­χήν τῶν τα­πει­νῶν». Πά­ντο­τε δί­νει πολ­λήν προ­σο­χή ὁ Κύ­ρι­ος στίς προ­σευ­χές τῶν τα­πει­νῶν ἀν­θρώ­πων.

            Ὁ τα­πει­νός ἄν­θρω­πος μέ τήν τα­πει­νή του συ­μπε­ρι­φο­ρά ἀ­φο­πλί­ζει τό δι­ά­βο­λο καί δι­α­λύ­ει ὅ­λες του τίς πα­γί­δες. Καί τοῦ­το γι­α­τί, ἄν κα­τη­γο­ρη­θεῖ καί συ­κο­φα­ντη­θεῖ, δέν ἀ­ντι­δρᾶ καί πε­ρι­ο­ρί­ζει τό κα­κό στήν ἀρ­χή του. Ἄν ζη­μι­ω­θεῖ, δέν ἀ­ντα­πο­δί­δει, δέν δί­νει συ­νέ­χει­α ἤ ἀ­ντεκ­δί­κη­ση καί τό κα­κό στα­μα­τᾶ καί πλη­γώ­νει τό δι­ά­βο­λο στήν καρ­δι­ά του. Ὁ τα­πει­νός ἄν­θρω­πος ἀ­γα­πᾶ, συγ­χω­ρεῖ, ἐ­λε­εῖ καί συ­μπα­θεῖ, γι­α­τί μοι­ά­ζει μέ τόν Κύ­ρι­ό του, ὁ Ὁ­ποῖ­ος «λοι­δο­ρού­με­νος οὐκ ἀ­ντε­λοι­δό­ρει καί πά­σχων οὐκ ἠ­πεί­λει». Καί τέ­λος εἶ­ναι μι­ά ψυ­χή πού  ἰ­δι­αί­τε­ρα θά ἐ­πι­βλέ­ψει σ’ αὐ­τήν ὁ βα­σι­λέ­ας τῶν οὐ­ρα­νῶν καί θά τήν το­πο­θε­τή­σει στή βα­σι­λεί­α Του μα­ζί μέ ὅ­λους τούς δι­καί­ους καί ἁ­γί­ους.

            Ἀλ­λά ἡ τα­πεί­νω­ση βο­η­θᾶ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά τήν κοι­νω­νί­α μας ἄν ὅ­λοι τήν ἐ­γκολ­πο­θοῦ­με. Ἡ ση­με­ρι­νή μας κοι­νω­νί­α μα­στί­ζε­ται ἀ­πό πολ­λά καί δι­ά­φο­ρα κα­κά, πού ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με καί γι­ά τά ὁ­ποῖ­α ἀ­γα­να­κτοῦ­με πολ­λές φο­ρές.  Μέ λύ­πη βλέ­που­με νά ὑ­πάρ­χει κοι­νω­νι­κή ἀ­κα­τα­στα­σί­α καί ἔ­ντα­ση στίς δι­α­προ­σω­πι­κές σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων, νά γί­νο­νται ἐ­γκλή­μα­τα καί ἀ­δι­κί­ες, ἐ­πει­δή κυ­ρι­αρ­χεῖ ὁ ἐ­γω­ϊ­σμός, ὁ ἀ­το­μι­κι­σμός,  ἡ φι­λαυ­τί­α. Αἰ­τί­α ἡ ἀ­που­σί­α τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης ἡ ὁ­ποί­α ἐ­ξα­φα­νί­ζει ὅ­λα τά πά­θη. Μέ τήν ἔλ­λει­ψη τῆς ἀ­ρε­τῆς τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ἀ­που­σι­ά­ζει ἡ αὐ­το­γνω­σί­α, ἡ δι­και­ο­σύ­νη, ἡ εὐ­τα­ξί­α καί ἡ ἀ­γά­πη με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τά δυ­σά­ρε­στα πού βλέ­που­με καί  ἀ­κοῦ­με κα­θη­με­ρι­νά.

            Ἄν οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πο­φά­σι­ζαν νά γί­νουν τα­πει­νό­φρο­νες, ἄν ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη γι­νό­ταν ἀ­ρε­τή ὅ­λων τῶν χρι­στι­α­νῶν σί­γου­ρα θά ἐ­ξα­λεί­φο­νταν ἤ καί θά πε­ρι­ο­ρί­ζο­νταν στό ἐ­λά­χι­στο τά  τό­σα κα­κά πού μᾶς βα­σα­νί­ζουν σή­με­ρα. Θά ξε­ρι­ζω­νό­ταν ἡ ἀν­θρώ­πι­νη μα­ται­ο­δο­ξί­α, ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νει­α, ἡ φι­λαυ­τί­α, ὁ θυ­μός, ἡ ὀρ­γή καί κά­θε ἀ­δι­κί­α καί θά βα­σί­λευ­ε ἡ εὐ­τα­ξί­α, ὁ σε­βα­σμός καί ἡ ἀ­γά­πη με­τα­ξύ τῶν ἀν­θρώ­πων καί  σί­γου­ρα θά εἴ­χα­με μι­ά ἰ­δα­νι­κή κοι­νω­νί­α πρός ὄ­φε­λος ὅ­λων.

 συνεχίζεται…

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ

  Χα­ρα­λά­μπους Νε­ο­φύ­του

Πρεσβυ­τέ­ρου

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

ΕΚΔΟΣΗ ΤΡΙΤΗ

‘’Ορθόδοξος Ὁδοδείχτης

http://www.paterikiorthodoxia.com/2012/09/2164.html