10. ΕΜΠΟΔΙΑ  ΣΤΗΝ  ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

            Στή συ­νέ­χει­α θά ἐ­πι­ση­μά­νου­με δύ­ο με­γά­λα ἐ­μπό­δι­α πού δέν ἀ­φή­νουν τήν ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης νά ρι­ζώ­σει στήν ψυ­χή τοῦ χρι­στι­α­νοῦ. Ἡ ἀ­να­φο­ρά αὐ­τή εἶ­ναι ἀ­να­γκαί­α ἐ­νη­μέ­ρω­ση, γι­ά νά προ­φυ­λά­ξει ὅ­λους μας, γι­α­τί τά ἐ­μπό­δι­α αὐ­τά εἶ­ναι πά­θη τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας καί δέν πρέ­πει νά τά ἀ­φή­σου­με νά ρι­ζώ­σουν στήν ψυ­χή, ἐ­πει­δή ἐ­ξα­φα­νί­ζουν κά­θε ἴ­χνος τα­πεί­νω­σης καί ἐ­γκα­θι­στοῦν στήν ψυ­χή τήν ὑ­ψη­λο­φρο­σύ­νη,  τή φι­λαυ­τί­α καί τόν ἐ­γω­ϊ­σμό.

            Σοβαρά ἐμπόδια γιά τήν ταπείνωση ὑπάρχουν πολλά, ἀλλά νομίζω ξεκινοῦν ὅλα  ἀπό  τό δίδυμο,  φιλαυτία καί μα­ται­ο­δο­ξία.

Ἡ φιλαυτία, ἡ ὑπερβολική ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας τυφλώνει τά μάτια τῆς ψυχῆς καί ὁδηγεῖ στή ματαιοδοξία

            Μα­ται­ο­δο­ξί­α εἶ­ναι τό νά κυ­νη­γᾶ­με τή δό­ξα σέ πράγ­μα­τα πού στε­ροῦν­ται τῆς αἰ­ώ­νιας ἀ­ξί­ας ἤ πού ἡ ἀ­ξί­α τους εἶ­ναι μά­ται­α, προ­σω­ρι­νή καί ἐ­φή­με­ρη. Νά με­τα­χει­ρι­ζό­μα­στε κά­θε μέ­σο γιά νά  πά­ρου­με ἕ­να ἀ­ξί­ω­μα, νά κερ­δί­σου­με μιά θέ­ση παραγκωνίζοντας ἄλλους καλλίτερους μας. Δυ­στυ­χῶς ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α δη­μι­ουρ­γεῖ στόν ἄν­θρω­πο  καί ἕ­να προ­σω­πεῖ­ο, ὄ­χι αὐ­τό πού πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος, ἀλ­λά ἕ­να προ­σω­πεῖ­ο φτι­αγ­μέ­νο ὅ­πως θά τό ἤ­θε­λαν οἱ ἄλ­λοι πού δέν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται στόν πραγ­μα­τι­κό μας ἑ­αυ­τό. Αὐ­τό τό ψεύ­τι­κο προ­σω­πεῖ­ο δέν ἀ­φή­νει τόν ἄν­θρω­πο νά δεῖ τά ἐ­λατ­τώ­μα­τά του καί τίς ἐλ­λεί­ψεις του, γι­ά νά τίς δι­ορ­θώ­σει καί ὁ­δη­γεῖ­ται ἀ­πό τό πά­θος νά ἀ­ρέ­σει σέ ἄλ­λους, στό δρό­μο τῆς ὑ­πο­κρι­σί­ας, τῆς προ­σποί­η­σης καί τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, γι­ά νά ἀ­πο­λαύ­σει τή μά­ται­η δό­ξα. Καί τό χει­ρό­τε­ρο, τό προ­σω­πεῖ­ο πού κα­τα­σκευά­ζει ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α μπαί­νει σάν τεῖ­χος με­τα­ξύ μας καί τοῦ Θε­οῦ καί μᾶς χω­ρί­ζει ἀ­πό Αὐ­τόν μέ τρα­γι­κά γι­ά μᾶς ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα.

Πα­ρά­δει­γμα συ­γκε­κρι­μέ­νο: νά ἐ­ξαρ­τοῦ­με τήν ὑ­πό­στα­σή μας, τή κρί­ση μας, γι­ά τόν ἑ­αυ­τό μας καί τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας σ’ ὅ­λη μας τή ζω­ή, ἀ­πό τίς κρί­σεις τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, πράγ­μα πού ἔ­πρε­πε νά μήν ἔ­χει κα­θό­λου ση­μα­σί­α γι­ά μᾶς. Αὐ­τή μας ἡ τά­ση μᾶς ὑ­πο­χρε­ώ­νει νά συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε ὄ­χι ὅ­πως ἐ­μεῖς θέ­λου­με, ἀλ­λά σύμ­φω­να μέ τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες τῶν ἄλ­λων, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἄν εἶ­ναι σω­στό ἤ ὄ­χι.

            Ἡ μα­ται­ο­δο­ξί­α φο­ρεῖ σ’ ὅ­λους μας καί κά­ποι­ο προ­σω­πεῖ­ο καί μᾶς πα­ρα­σύ­ρει ἐ­κεῖ πού δέν πρέ­πει.  Ἕ­να ἁ­πλό πα­ρά­δει­γμα θά τό βε­βαι­ώ­σει .Ξε­κι­νᾶ κά­ποι­α κυ­ρί­α γι­ά νά πά­ει νά ἐκ­κ­λη­σι­α­στεῖ, νά πα­ρα­κο­λου­θή­σει τή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α καί τή βλέ­πεις νά φτι­ά­χνε­ται σάν ψεύ­τι­κη κού­κλα. Γι­α­τί τό κά­νει αὐ­τό, ἀ­φοῦ πά­ει νά συ­να­ντή­σει τό Θε­ό καί νά προ­σευ­χη­θεῖ; Μή­πως τό ζη­τᾶ αὐ­τό ὁ Κύ­ρι­ος; Ἀ­σφα­λῶς ὄ­χι, ἀλ­λά φτι­ά­χνε­ται ἔ­τσι γι­ά τά μά­τι­α καί τήν κρί­ση τῶν ἄλ­λων. Κα­τα­σκευ­ά­ζει ἕ­να προ­σω­πεῖ­ο ξέ­νο πρός τόν ἑ­αυ­τό της πού τή χω­ρί­ζει ἀ­πό τό Θε­ό της. Τό ἴ­δι­ο ἰ­σχύ­ει καί γι­ά τούς ἄν­δρες. Βλέ­που­με συ­χνά με­ρι­κούς νά προ­σποι­οῦ­νται στή συ­μπε­ρι­φο­ρά τους, γιά νά τύ­χουν ἐ­παί­νου ἀ­πό τούς ἄλ­λους, ἐ­νῶ δέν εἶ­ναι αὐ­τοί πού φαί­νο­νται στήν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα. Αὐ­τό ἰ­σχύ­ει καί στίς ἄλ­λες ἐκ­φάν­σεις τῆς ζω­ῆς μας. Ντρε­πό­μα­στε νά κά­νου­με κά­τι πού πρέ­πει, γι­α­τί φο­βό­μα­στε τήν κρί­ση τῶν ἄλ­λων καί φο­ρά­με τό προ­σω­πεῖ­ο καί κα­λύ­πτου­με τόν πρα­γμα­τι­κό μας ἑ­αυ­τό. Τρῶ­με στό Ἑ­στι­α­τό­ρι­ο καί ση­κω­νό­μα­στε χω­ρίς ἕ­να σταυ­ρό, γι­α­τί φο­βό­μα­στε ὅ­τι θά μᾶς πε­ρι­γε­λά­σουν οἱ ἄλ­λοι. Ἄν ἐ­ρευ­νή­σου­με τή ζω­ή μας, θά βροῦ­με πολ­λά καί δι­ά­φο­ρα προ­σω­πεῖ­α πού με­τα­μορ­φώ­νουν τόν πρα­γμα­τι­κό μας ἑ­αυ­τό. Μα­ται­ο­δο­ξοῦ­με χω­ρίς κα­νέ­να κέρ­δος, μάλ­λον κα­τα­στρο­φή κερ­δί­ζου­με.

            Ἐ­πι­βάλ­λε­ται, νο­μί­ζω, νά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει σο­βα­ρά τό κα­κό αὐ­τό· ἄν θέ­λου­με νά  εὐ­α­ρε­στή­σου­με στόν Κύ­ριο, πρέ­πει νά φαι­νό­μα­στε αὐ­τοί πού πραγ­μα­τι­κά εἴ­μα­στε προ­σπα­θών­τας νά βελ­τι­ώ­σου­με τόν κα­κό μας ἑ­αυ­τό καί νά δι­ώ­ξου­με ἀ­πό τή ζω­ή μας τή κα­κή μα­ται­ο­δο­ξί­α.

            Καί σί­γου­ρα μπο­ροῦ­με νά δι­ώ­ξου­με ἀ­πό τή ζω­ή μας τό με­γά­λο αὐ­τό κα­κό. Ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα παίρ­νου­με ἀ­πό τόν τε­λώ­νη Ζακ­χαῖ­ο, στό Εὐ­αγ­γέ­λιο τοῦ Λου­κᾶ ( κεφ.19. 1 καί ἑ­ξῆς). Στήν ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που αὐ­τοῦ, εἶ­χε ἀ­νά­ψει ἡ φλό­γα γι­ά νά δεῖ τόν Κύ­ριον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν. Καί τί σο­φί­στη­κε; Νά ἀ­νε­βεῖ σ’ ἕ­να δέν­δρο, γι­ά νά δεῖ τόν Κύ­ριο πού θά περ­νοῦ­σε ἀ­π’ ἐ­κεῖ. Αὐ­τός ἕ­νας Ρω­μαῖ­ος πο­λί­της, ἕ­νας ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χος τῆς πο­λι­τεί­ας μέ τό­σο ὐ­ψη­λή θέ­ση, νά σκαρ­φα­λώ­νει στό δέν­δρο καί νά τόν βλέ­πει ὁ κό­σμος! Πό­σοι δέ θά γε­λοῦ­σαν βλέ­πον­τάς τον ! Κι­’ ὅ­μως. Δέ σκέ­φτη­κε κα­θό­λου «τί θά πεῖ ὁ κό­σμος», για­τί ἄν ἄ­φη­νε τή μα­ται­ο­δο­ξί­α νά κυ­ρι­αρ­χή­σει, δέ θά ἀ­νέ­βαι­νε στή συ­κο­μο­ρέ­α καί δέ θά ἔ­βλε­πε τό Χρι­στό. Πέ­τα­ξε λοι­πόν τό προ­σω­πεῖ­ο καί ἐκ­δη­λώ­θη­κε ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ἔ­νοι­ω­θε. Καί ἀ­φοῦ κρή­μνη­σε τό χω­ρι­στι­κό τεῖ­χος, τό προ­σω­πεῖ­ο, συ­να­ντή­θη­κε μέ τόν Κύ­ρι­ο. Καί αὐ­τή ἡ συ­νά­ντη­ση ἦ­ταν κα­θο­ρι­στι­κή γι­ά τή σω­τη­ρί­α του. Ἄχ,  αὐ­τό τό προ­σω­πεῖ­ο ! Πό­σο κα­κό μᾶς προ­ξε­νεῖ!  Μᾶς κρα­τᾶ μα­κρυ­ά ἀ­πό τή σω­τη­ρί­α.

            Πρέ­πει, νο­μί­ζω,  νά ψά­ξου­με νά βροῦ­με ἀ­πό ποῦ  ἄ­ντλη­σε τή δύ­να­μη ὁ Ζακ­χαῖ­ος νά  ἀ­γνο­ή­σει,  νά χα­λά­σει τό  προ­σω­πεῖ­ο, τή μά­σκα καί νά δεί­ξει τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α του.

            Μέ  βε­βαι­ό­τη­τα λέ­με ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο πού βο­η­θη­σε τό Zακ­χαῖ­ο νά ἀ­γνο­ή­σει τήν κρί­ση τῶν ἄλ­λων, ἦ­ταν ὁ σφο­δρός πό­θος του νά γνω­ρί­σει τό Χρι­στό. Ἰ­δού τό ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό φάρ­μα­κο ἐ­να­ντί­ον τῆς μα­ται­ο­δο­ξί­ας μας. Ὁ σφο­δρός δι­κός μας πό­θος νά  εὐ­α­ρε­στή­σου­με στόν Κύ­ρι­ο καί νά συ­να­ντη­θοῦ­με μα­ζί Του, θά μᾶς δί­νει τή δύ­να­μη νά  ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με γι­ά τίς κρί­σεις τῶν ἄλ­λων καί νά μήν ἐ­ξαρ­τοῦ­με τίς ἀ­γα­θές μας πρά­ξεις καί ἐ­νέρ­γει­ες ἀ­πό αὐ­τές .

            Ἄν τα­πει­νο­φρο­νοῦ­μεν ἔ­τσι, σί­γου­ρα θά μᾶς ποῦν καί χα­ζούς καί βλά­κες καί ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κούς καί ἄλ­λα. Ἄν πε­ρι­φρο­νή­σου­με ὅ­πως ὁ Ζακ­χαῖ­ος τίς κρί­σεις τῶν ἄλ­λων καί προ­χω­ρή­σου­με στό σκο­πό μας πε­τώ­ντας τό προ­σω­πεῖ­ο, θά συ­να­ντή­σου­με τόν Κύ­ρι­ο, ὅ­πως καί ὁ Ζακ­χαῖ­ος.

            Ἕ­να δεύ­τε­ρο φάρ­μα­κο ἐ­να­ντί­ον τῆς μα­ται­ο­δο­ξί­ας, βρῆ­κα στά κεί­με­να πού ἔ­χω με­λε­τή­σει. Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ κα­λή ὑ­πε­ρη­φά­νει­α. Ἴ­σως ξα­φνι­ά­ζει λί­γο ἡ λέ­ξη, ἀλ­λά, ὅ­ταν δι­α­βά­σε­τε τό πε­ρι­στα­τι­κό, τό­τε θά  κα­τα­λά­βε­τε πε­ρί τί­νος πρό­κει­ται.

 Ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ὁ Ἅ­γι­ος Μα­κά­ρι­ος μι­ά μέ­ρα εἶ­δε με­ρι­κούς μο­να­χούς νά κο­ροϊ­δεύ­ουν ἕ­να νε­ώ­τε­ρό τους μο­να­χό,  ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρ’ ὅ­λα τά πει­ρά­γμα­τα τῶν  ἄλ­λων μο­να­χῶν, δέν ἔ­δει­χνε κα­νέ­να ἴ­χνος τα­ρα­χῆς, δέν ἔ­δι­νε κα­μι­ά ση­μα­σί­α. Τό­τε ὁ Ἅ­γι­ος Μα­κά­ρι­ος ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος ἀ­πό τή γα­λή­νη πού εἶ­χε ὁ νέ­ος αὐ­τός μο­να­χός. Πῆ­γε κο­ντά του καί τόν ρώ­τη­σε, πῶς συμ­βαί­νει ἕ­νας τό­σο νέ­ος μο­να­χός νά ἀ­πο­κτή­σει τό­ση ἀ­πά­θει­α. Ἡ ἀ­πά­ντη­ση τοῦ νέ­ου μο­να­χοῦ ἦ­ταν ἡ ἑ­ξῆς: « Γι­α­τί νά δί­νω ση­μα­σί­α στά γαυ­γί­σμα­τα τῶν σκύλ­λων; Δέν προ­σέ­χω σ’ αὐ­τούς, γι­α­τί ὁ Θε­ός εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κός πού ἀ­πο­δέ­χο­μαι σάν κρι­τή μου». Βλέ­που­με ἐ­δῶ ὅ­τι ὁ νέ­ος αὐ­τός μο­να­χός στη­ρι­ζό­ταν στό Θε­ό, Αὐ­τόν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε γι­ά πρα­γμα­τι­κό κρι­τή του καί γι­’ αὐ­τό τὄ­χε καύ­χη­μα καί ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γι­ά τίς κρί­σεις τῶν ἄλ­λων..

Κι  ἐ­μεῖς, ὅ­ταν δο­θοῦ­με ὁ­λό­ψυ­χα στόν Κύ­ρι­ο, μπο­ροῦ­με νά  καυ­χό­μα­στε γι­ά τό στή­ρι­γμα μας καί νά ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με γι­ά τίς  ἁ­μαρ­τω­λές κρί­σεις τῶν ἄλ­λων, πού εἶ­ναι σάν τά γαυ­γί­σμα­τα τῶν σκύλ­λων πού σβύ­νουν καί χά­νο­νται στόν ἀ­έ­ρα.  Βλέ­πε­τε ὑ­πάρ­χει καί κα­λή ὑ­πε­ρη­φά­νει­α πού  ἐ­φαρ­μό­ζε­ται μέ τή δι­ά­κρι­ση πού χρει­ά­ζε­ται, προ­πά­ντων ὅ­ταν πρό­κει­ται νά ἀ­ντι­στα­θοῦ­με στήν ἁ­μαρ­τί­α. Ἄς ποῦ­με ὅ­τι ἀ­φοῦ ἐ­γώ ἔ­χω τέ­τοι­ο στή­ρι­γμα καί κρι­τή τό Θε­ό μου, γι­α­τί νά προ­σέ­χω τό δι­ά­βο­λο καί πει­ρα­στή καί νά προ­σαρ­μό­ζο­μαι μέ τίς ἁ­μαρ­τω­λές καί πρό­σκαι­ρες κρί­σεις ἀν­θρώ­πων; Ἤ νά ἀντιδρῶ ὅταν μέ κρίνουν ἀρνητικά ἄλλοι ἐνῶ ἔχω τή βεβαιότητα τῆς συνείδησης μου ὅτι πολιτεύοομαι κατά Θεό; Μό­νο τό Θε­ό ἀ­να­γνω­ρί­ζω κρι­τή μου καί  τό θέ­λη­μα Αὐ­τοῦ πρέ­πει νά κά­μνω.

            Και ἕ­να ἄλλο θλιβερό ἐ­μπό­δι­ο καί πο­λύ ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἐ­πι­ση­μά­νου­με. Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ τα­πει­νο­λο­γί­α. Τί ση­μαί­νει αὐ­τό;

            Ὅ­πως σέ κά­θε γνή­σι­ο νό­μι­σμα, οἱ πα­ρά­χα­ρά­κτες δη­μι­ουρ­γοῦν κι  ἕ­να κί­βδη­λο, ψεύ­τι­κο πού ὅ­μως μοι­ά­ζει μέ τό γνή­σι­ο, ἔ­τσι συμ­βαί­νει καί  στίς ἀ­ρε­τές. Ἀ­πέ­να­ντι ἀ­πό κά­θε ἀ­λη­θι­νή ἀ­ρε­τή ὁ δι­ά­βο­λος δη­μι­ουρ­γεῖ καί μι­ά πα­ρό­μοι­α, ἀλ­λά ψεύ­τι­κη, προ­σποι­η­μέ­νη ἀ­ρε­τή καί προ­σπα­θεῖ μέ τό προ­σω­πεῖ­ο αὐ­τό νά πα­ρα­πλα­νή­σει τόν ἄν­θρω­πο. Αὐ­τό συμ­βαί­νει καί μέ τήν ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης πού γί­νε­ται τα­πει­νο­λο­γί­α

Τί εἶ­ναι ὅ­μως ἡ τα­πει­νο­λο­γί­α θά πρέ­πει νά τό δι­ευ­κρι­νή­σου­με καί νά δι­α­φω­τί­σου­με τόν ἀ­να­γνώ­στη.         Τα­πει­νο­λο­γί­α εἶ­ναι ἡ προ­σποι­η­μέ­νη τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Εἶ­ναι μι­ά κα­τά­στα­ση πού πε­ρι­έ­χει φι­λαυ­τί­α καί ὑ­πε­ρη­φά­νει­α καί δέν ἔ­χει κα­θό­λου σχέ­ση μέ τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Ἀ­πέ­χει ὅ­σο ὁ ου­ρα­νός ἀ­πό τή γῆ μέ τήν ἁ­γί­α τα­πει­νο­φρο­σύ­νη.

            Συ­νή­θως ὁ τα­πει­νο­λό­γος προ­σποι­εῖ­ται τόν τα­πει­νό, γι­ά νά εἶ­ναι ψη­λά στά μά­τια τῶν ἄλ­λων, ὅ­πως ὁ Φα­ρισ­σαῖ­ος τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ἐ­πει­δή θέ­λει νά αὐ­το­προ­βάλ­λε­ται, προ­σποι­εῖ­ται τόν τα­πει­νό, γι­ά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σει τό ἀρ­ρω­στη­μέ­νο ἐ­γώ του. Ὁ τα­πει­νο­λό­γος μέ ἐ­ξω­τε­ρι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις ὑ­πο­κρί­νε­ται ὅ­τι εἶ­ναι τα­πει­νός, μέ σκο­πό νά τόν ἐ­παι­νέ­σουν, ἀλ­λά κά­πο­τε ξε­σκε­πά­ζε­ται καί φέρ­νει τό ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα, για­τί δέν ἔ­χει τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ στίς ἐ­νέρ­γει­ές του. Φαί­νε­ται τα­πει­νός μέ­χρι πού νά τοῦ θί­ξουν καί στό ἐ­λά­χι­στο τό συμ­φέ­ρον του. Τό­τε δέν τό ἀ­νέ­χε­ται καί σάν φαρ­μα­κε­ρό φί­δι ξερ­νᾶ τό δη­λη­τή­ρι­ό τῆς συ­γκε­κα­λυμ­μέ­νης κα­κί­ας του.

            Αὐ­τοί οἱ τύ­ποι δυ­στυ­χῶς εἶ­ναι γε­μά­τοι μα­ται­ο­δο­ξί­α, ἡ ὁ­ποί­α δη­μι­ουρ­γεῖ προ­σω­πεῖ­ο καί δέν ἀ­φή­νει τόν ἄν­θρω­πο νά δεῖ τόν πρα­γμα­τι­κό ἑ­αυ­τό του. Εἶ­ναι μι­ά με­γά­λη πλά­νη τοῦ δι­α­βό­λου, πού ἔ­χει σάν σκο­πό νά κρα­τή­σει τόν ἄν­θρω­πο μα­κρυ­ά ἀ­πό τή σω­τη­ρί­α.

            Ἡ τα­πει­νο­λο­γί­α εἶ­ναι ἡ χει­ρό­τε­ρη μορ­φή ὑ­πο­κρι­σί­ας καί φα­ρισ­σαϊ­σμοῦ, ἁ­μαρ­τί­ες πο­λύ ἐ­πι­κίν­δυ­νες καί δυ­σκο­λο­θε­ρά­πευ­τες. Τόν τα­πει­νο­λό­γο σί­γου­ρα τόν ἀ­πο­στρέ­φε­ται ὁ Θε­ός, γι­α­τί ἔ­γι­νε αἰ­χμά­λω­τος καί παί­γνι­ο τῶν δαι­μό­νων καί δύ­σκο­λα μπο­ρεῖ νά θε­ρα­πευ­τεῖ ἄν τό θε­λή­σει ἀ­κό­μα.

            Μπο­ρεῖ ὁ τα­πει­νο­λό­γος νά ξε­γε­λά­σει τούς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λά τό Θε­ό ὄ­χι καί  ἄν δέ με­τα­νο­ή­σει, θά ρε­ζη­λευ­τεῖ τήν ἡ­μέ­ρα τῆς  κρί­σε­ως ἐ­νώ­πι­ον Ἀγ­γέ­λων καί ἀν­θρώ­πων.

            Δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­νας σο­βα­ρός λό­γος νά γί­νε­ται ὁ ἄν­θρω­πος τα­πει­νο­λό­γος, γι­α­τί δέν ἔ­χει νά κερ­δί­σει τί­πο­τε μἄλ­λον ἔ­χει νά χά­σει τή σω­τη­ρί­α του. Ἑ­πο­μέ­νως ἄς φαι­νό­μα­στε αὐ­τοί πού πρα­γμα­τι­κά εἴ­μα­στε ἐ­νώ­πι­ον Θε­οῦ καί ἀν­θρώ­πων, χω­ρίς τό προ­σω­πεῖ­ο τῆς με­τα­μόρ­φω­σης. Μό­νον ἔ­τσι θά  ἀ­να­πτυ­χθοῦ­με πνευ­μα­τι­κά καί θά βο­η­θη­θοῦ­με ἀ­πό τόν Κύ­ρι­ο νά ἀ­πο­κτή­σου­με καί τήν ἀ­λη­θι­νή τα­πεί­νω­ση. Τό­τε θά μᾶς  ἀ­γα­πᾶ ὁ Θε­ός καί θά μᾶς σέ­βο­νται καί οἱ ἄν­θρω­ποι.

            Ὁ σε­βα­στός λευ­ί­της Ἰ­ωάν­νης τῆς Κρον­στάν­δης συμ­βου­λεύ­ει γι­ά τό θέ­μα αὐ­τό τά πι­ό κά­τω: « Νά εἶ­σαι ὅ­σο πι­ό πρᾶ­ος, τα­πει­νός καί πι­ό ἁ­πλός κα­τά τή συ­μπε­ρι­φο­ρά σου καί τίς σχέ­σεις σου πρός τούς ἄλ­λους. Πρό­σε­χε ὅ­μως ἀ­πό τήν ὑ­πο­κρι­σί­α τῆς κού­φι­ας τα­πει­νο­λο­γί­ας. Πρό­κει­ται γι­ά ἕ­να ἀ­πό τά  με­γα­λύ­τε­ρα ἁ­μαρ­τή­μα­τα. Νά πα­ρα­δέ­χε­σαι μέ βα­θι­ά συ­ναί­σθη­ση, κι  ὄ­χι ἁ­πλῶς νά λές, ὅ­τι εἶ­σαι ὁ πρῶ­τος τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν καί ἄ­ρα ὁ ἔ­σχα­τος τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἀ­πό τήν ὑ­πε­ρη­φά­νει­α προ­έρ­χε­ται ἡ αὐ­τοϊ­κα­νο­ποί­η­ση, ἡ ψυ­χρό­τη­τα καί ἡ ἀ­νει­λι­κρί­νει­α στή συ­μπε­ρι­φο­ρά μας πρός ὅ­σους δέν εἶ­ναι σέ θέ­ση νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν τή δι­κή μας ἀ­νά­γκη».

            Ὁ τα­πει­νο­λό­γος κά­πο­τε ξε­σκε­πά­ζε­ται καί γί­νε­ται πε­ρί­γε­λως ἀν­θρώ­πων καί δαι­μό­νων. Μπο­ρεῖ ὀ τα­πει­νο­λό­γος, ἄν τό θέ­λει, νά ἀ­φή­σει τόν ἑ­αυ­τό του στά χέ­ρι­α καί στήν κρί­ση τοῦ Θε­οῦ καί μέ πολ­λήν προ­σευ­χή καί ἐ­γκρά­τει­α νά ἀ­κο­λου­θή­σει τόν πρα­γμα­τι­κό δρό­μο τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ση­κώ­νο­ντας καί τό σταυ­ρό πού συ­νε­πά­γε­ται ἡ ἄ­σκη­ση τῆς ἀ­ρε­τῆς αὐ­τῆς.

 συνεχίζεται…

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ

   Χα­ρα­λά­μπους Νε­ο­φύ­του

Πρεσβυ­τέ­ρου

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

ΕΚΔΟΣΗ ΤΡΙΤΗ

‘’Ορθόδοξος Ὁδοδείχτης

http://www.paterikiorthodoxia.com/2012/09/2164.html