Έφτασε λοιπόν στους άρχοντες αυτό το φοβερό και αντίθετο διάταγμα, με τον ερχομό σ’ όλα τα σημεία του κράτους των απεσταλμένων του σκληρού τυράννου. Στην περιοχή κυβερνούσε κάποιος που δεν είχε ανάγκη της ανώτερης εξουσίας για να επιδοθεί στο κακό έχοντας από μόνος του την ωμότητα και τη σκληρότητα από τη φύση του και όντας εχθρικός σ’ εκείνους πού είχαν προσέλθει στην πίστη. Δημοσιεύεται από αυτόν το φοβερό δημόσιο διάταγμα ότι πρέπει να αρνηθούν την πίστη τους ή να υποστούν κάθε είδος τιμωρίας και θανάτου. Και όσοι τότε διαχειρίζονταν τα κοινά δεν έκαναν και δεν επεδίωκαν τίποτε άλλο, παρά να φυλακίζουν και να βασανίζουν εκείνους πού έμειναν σταθεροί στην πίστη τους.
 
 
Οι φοβέρες και οι απειλές δεν περιορίζονταν μόνο στα λόγια, αλλά μαζί μ’ αυτές τα ποικίλα όργανα βασανισμού προκαλούσαν μεγάλο τρόμο, φοβίζοντας τους ανθρώπους προτού τα δοκιμάσουν. Ξίφη, φωτιά, θηρία, λάκκοι και όργανα για στρεβλώσεις των μελών, σιδερένια καθίσματα πάνω στη φωτιά και ξύλα όρθια, όπου τέντωναν τα σώματα όσων αντιστέκονταν και τα ξέσχιζαν με φοβερά σιδερένια νύχια, και μύρια άλλα μέσα επινοούσαν που είχαν βρει για κάθε είδος βασανισμού των σωμάτων. Για ένα μονάχα ενδιαφέρονταν όποιοι είχαν λάβει αυτή την εξουσία, να μη φανεί κανένας τους ηπιότερος από τον άλλο στην υπερβολή της κακίας. Άλλοι κατήγγελλαν, άλλοι φανέρωναν, άλλοι ερευνούσαν για κρυμμένους, άλλοι κυνηγούσαν όσους έφευγαν άλλοι έποφθαλμιώντας τα κτήματα των πιστών, πως να τα ιδιοποιηθούν, καταδίωκαν με το πρόσχημα της ευσέβειας όσους κρατούσαν την πίστη τους. Επικρατούσε μεγάλη σύγχυση σ’ όλη την περιοχή και πολλή αμηχανία· όλοι υποψιάζονταν όλους· δεν έβρισκε θέση μέσα σ’ αυτά τα φοβερά η αγάπη των παιδιών προς τους γονείς ούτε η φύση εγγυόταν τη σταθερότητα της πατρικής κηδεμονίας. Οι οικογένειες χωρίζονταν ανάλογα με τις θρησκείες και διασπώνταν. Ο γιός που ακολουθούσε την εθνική θρησκεία γινόταν προδότης πιστών γονέων και ο πατέρας που έμενε στην απιστία του γινόταν κατήγορος του παιδιού του που είχε πιστέψει. Και ο αδελφός για την ίδια αίτια πολεμούσε κατά της φύσης, θεωρώντας ιερό καθήκον να εκδικηθεί τον αδελφό του, αν έμενε πιστός στο Χριστιανισμό. 

Έτσι γέμισαν οι ερημιές από καταδιωκόμενους και τα σπίτια έμεναν άδεια απο τους ένοικους τους. Πολλά από τα δημόσια κτήρια είχαν οριστεί για τις ανάγκες όσων φυλακίζονταν. Οι φυλακές δε χωρούσαν το πλήθος εκείνων που τιμωρούνταν για την πίστη. Οι αγορές όλες και οι συναθροίσεις, δημόσιες και ιδιωτικές αντί τη συνηθισμένη φαιδρότητά τους μοιράζονταν τις συμφορές αυτές, καθώς οι μισοί καταδίωκαν και οι άλλοι μισοί καταδιώκονταν, κι άλλοι για όσα γίνονταν γελούσαν ή έκλαιγαν. Δεν υπήρχε έλεος για τα νήπια, τιμή για τούς γέροντες, σεβασμός της αρετής από τούς εχθρούς. Άλλα όπως σέ άλωση πόλης, κάθε ηλικία ήταν στη διάθεση των εχθρών της πίστης. Ούτε τις γυναίκες δεν εξαιρούσε η φυσική ασθένεια του φύλου τους από τις ανάγκες αυτές. Αλλά μόνο ο νόμος της σκληρότητας ίσχυε για όλους, υποβάλλοντας στο ίδιο μέτρο της τιμωρίας όποιον αποδοκίμαζε τα είδωλα, χωρίς να διακρίνει φύλο. 
Παρατηρώντας τότε εκείνος ο μεγάλος την ασθένεια της ανθρώπινης φύσης, ότι δεν μπορούσαν οι πολλοί να υπερασπιστούν την πίστη μέχρι θανάτου, συμβουλεύει την εκκλησία να υποχωρήσει λίγο στη φοβερή έφοδο, κρίνοντας προτιμότερο να σώσουν με τη φυγή τις ψυχές τους παρά να σταθούν στις γραμμές του αγώνα και να γίνουν λιποτάκτες της πίστης. Καί για να πειστούν όσο γινόταν οι άνθρωποι ότι δεν διατρέχει κανένα κίνδυνο η ψυχή διατηρώντας την πίστη της με τη φυγή, γίνεται σύμβουλος της αναχώρησης με το ίδιο του το παράδειγμα αναχωρεί ο ίδιος πριν από τους άλλους μπροστά στο σφοδρό κίνδυνο. Γιατί και αυτό το επιδίωκαν με όλη τους τη δύναμη οι στρατιώτες, κάνοντας υποχείριο τους εκείνον, όπως έναν στρατηγό, να διαλύσουν όλη την παράταξη της πίστης, και γι’ αυτό προσπάθησαν οι εχθροί να τον συλλάβουν.
Αυτός αποσύρθηκε σ’ ένα έρημο λοφάκι κι είχε μαζί του το νεωκόρο που είχε γίνει χριστιανός τότε στην αρχή και τώρα υπηρετούσε ως διάκονος. Οι διώκτες του πλήθος πολύ τον ακολουθούσαν καταπόδας, γιατί κάποιος τους είχε αποκαλύψει το μέρος πού κρυβόταν. Άλλοι περικύκλωσαν τις υπώρειες του λόφου και φύλαγαν, ώστε να μην μπορέσει αν το επιχειρούσε να διαφύγει από πουθενά, κι άλλοι ανέβηκαν στο βουναλάκι, ερευνώντας σε κάθε σημείο, και ήδη ο μεγάλος άγιος τους έβλεπε ολοφάνερα ότι έτρεχαν έτσι κατ’ επάνω του. Εκείνος πρότρεψε το σύντροφο του να σταθεί μπροστά στο Θεό με σταθερή και αταλάντευτη πίστη και να εμπιστευθεί σ’ αυτόν τη σωτηρία του, υψώνοντας τα χέρια του σε προσευχή και να μην αρνηθεί την πίστη του από φόβο ακόμα κι αν έρθουν μπροστά του οι διώκτες του. Υπόδειγμα της σύστασης του έκανε τον εαυτό του στο διάκονο, ατενίζοντας στον ουρανό με ακίνητο βλέμμα, όρθιος με υψωμένα τα χέρια. Αυτοί λοιπόν έτσι προετοιμάζονταν. Οι άλλοι όμως που είχαν εξορμήσει εναντίον τους, αφού έψαξαν σ’ όλο τον τόπο και ερεύνησαν με κάθε προσοχή κάθε θάμνο και κάθε πέτρα που προεξείχε και κάθε χαράδρα και κάθε βαθούλωμα, κατεβαίνουν πάλι στις υπώρειες, μήπως από το φόβο αυτών πού έψαχναν τραπούν σε φυγή και πέσουν στα χέρια εκείνων που τους είχαν περικυκλώσει στα χαμηλά. Όπως όμως δεν τους βρήκαν αυτοί, έτσι δεν έπεσαν και στα χέρια εκείνων. Αυτός που είχε κατασκοπεύσει το μέρος όπου κρυβόταν ο μεγάλος τον προσδιόριζε με σημεία· εκεί όμως βεβαίωναν εκείνοι που έψαξαν ότι δεν είδαν κανένα, παρά δύο δέντρα μόνο σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο.
Όταν έφυγαν εκείνοι που τον ζητούσαν, έμεινε πίσω αυτός που τον κατήγγειλε. Βρίσκοντας τους τότε να προσεύχονται και ο μεγάλος και ο σύντροφός του και κατανοώντας τη θεία φρούρηση που έκανε να τους νομίσουν οι διώκτες τους ως δέντρα, πέφτει στα πόδια του και πιστεύει στο κήρυγμα του. Κι αυτός που πριν από λίγο ήταν διώκτης, έγινε ένας από τούς διωκόμενους. Έμειναν στην έρημο πολύ διάστημα και όλοι είχαν τραπεί στη φυγή (γιατί ο πόλεμος κατά της πίστης συνεχιζόταν, αφού είχε πιάσει φοβερή λύσσα τον αρχηγό εναντίον εκείνων πού προσχωρούσαν στο κήρυγμα της ευσέβειας). Επειδή είχαν απελπιστεί σχετικά με τον μεγάλο, ότι ποτέ δεν θα τον έπιαναν οι διώκτες του, έστρεψαν τη λύσσα τους κατά των υπολοίπων, ερευνούσαν σε κάθε μέρος της χώρας για όλους, άνδρες γυναίκες και παιδιά, όσοι σέβονταν το όνομα του Χριστού. Τους έσερναν στην πόλη και γέμιζαν τις φυλακές κι αντί για άλλο αδίκημα, θεωρούσαν ως έγκλημα τους την ευσέβεια. Τότε τα δικαστήρια δεν ασχολούνταν με τίποτε άλλο· οι κρατούντες ένα μόνο επιδίωκαν, να σκεφτούν και να εφαρμόσουν όλες τις τιμωρίες και όλα τα βασανιστήρια εναντίον εκείνων που έμεναν σταθεροί στην πίστη.
Τότε ακριβώς γίνεται φανερό σ’ όλους ότι δεν σκεφτόταν τίποτε χωρίς θεία έμπνευση ο μέγας εκείνος άγιος. Αφού με τη φυγή του εξασφάλισε τον εαυτό του για χάρη του λαού, ήταν κοινός σύμμαχος όλων όσοι αγωνίζονταν για την πίστη. Όπως ακούμε για το Μωυσή ότι, αν και ήταν μακριά από τη παράταξη των Αμαληκιτών, έβαζε με την προσευχή του δύναμη στην ψυχή των ομοφύλων του κατά των εχθρών, με τον ίδιο τρόπο κι αυτός, σα να έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του όσα γίνονταν, καλούσε τη θεία συμμαχία για χάρη εκείνων που αθλούσαν ομολογώντας την πίστη τους.
ΒΙΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ 
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ 
ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΕΡΓΑ 9 
ΕΠΕ σελ.457-465
https://wra9.blogspot.com/2020/12/blog-post.html