ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ

Α΄

ΣΤΑΛΜΕΝΗ ΣΕ ΜΕΡΙΚΟΥΣ «ΚΕΛΛΙΩΤΕΣ»

ΠΟΥ ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΑΝ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ

Ν᾿ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΕΣ

  Ἀββᾶ Δωροθέου ἔργα ἀσκητικά

 Λένε οἱ Πατέρες:

«Τό νά κάθεται κανείς στό κελλί εἶναι μισή ἐπιτυχία καί τό νά συναντάει Γέροντες εἶναι ἐπίσης ἄλλη μισή».

Ὁ λόγος αὐτός σημαίνει ὅτι καί μέσα στό κελλί καί ἔξω ἀπ᾿ αὐτό ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό πνευματική ἀγρυπνία καί πρέπει νά συναντᾶμε πνευματικούς Πατέρες καί ἀδελφούς. Γιατί, ἄν ζεῖ κανείς αὐτό τό σκοπό μέ πνευματική ἀγρυπνία, τότε φροντίζει νά κάνει ὅπως εἶπαν οἱ Πατέρες1. Καί ὅταν μέν κάθεται στό κελλί του προσεύχεται, μελετάει, κάνει λίγο ἐργόχειρο, φροντίζει ἀνάλογα μέ τή δύναμή του νά ἐλέγχει τούς λογισμούς του. Ὅταν πάλι κάποτε συναντιέται μέ κάποιον, παρατηρεῖ καί ἀντιλαμβάνεται τήν πνευματική κατάστασή του. Ἄν δηλαδή ὠφελεῖται ἀπό τίς συναντήσεις μέ τούς ἀδελφούς ἤ ὄχι καί ἄν μπορεῖ νά γυρίσει στό κελλί του, χωρίς νά ἔχει ὑποστεῖ κάποια πνευματική βλάβη. Καί ἄν συνειδητοποιήσει ὅτι σέ κάτι ἔχει ζημιωθεῖ, τότε ἀντιλαμβάνεται τήν ἀσθένιά του καί τότε καταλαβαίνει ὅτι ἀκόμα δέν κέρδισε τίποτα ἀπό τή ζωή τῆς ἡσυχίας. Ἔτσι γυρίζει στό κελλί του ταπεινωμένος, κλαίγοντας, μετανοώντας, παρακαλώντας τό Θεό γιά τήν ἀσθένειά του καί ἔτσι ζεῖ στό ἑξῆς προσέχοντας τόν ἑαυτό του. Μετά πάλι, ἔρχεται κοντά στούς ἀνθρώπους καί παρατηρεῖ τόν ἑαυτό του, ἄν νικήθηκε σ᾿ ὅσα εἶχε καί πρίν νικηθεῖ ἤ σέ ἄλλα καί ἔτσι γυρίζει πάλι στό κελλί του κάνοντας τά ἴδια, δηλαδή μετανοώντας, κλαίγοντας, παρακαλώντας τό Θέο γιά τήν κατάστασή του. Γιατί τό κελλί ἀνυψώνει, ἡ δέ συνάντηση μέ τούς ἀνθρώπους θέτει σέ δοκιμασία τήν κατάστασή μας. Ὥστε λοιπόν πολύ καλά εἶπαν οἱ Πατέρες ὅτι τό νά κάθεται κανείς στό κελλί του εἶναι μισή ἐπιτυχία καί τό νά συναντάει πνευματικούς Γέροντες εἶναι ἐπίσης ἄλλη μισή.

Καί σεῖς λοιπόν, ὅταν συναντιόσαστε, νά μήν βγαίνετε ἀνεξέλεγκτα. Γιατί αὐτός πού τριγυρνάει ἄσκοπα, ὅπως εἶπαν οἱ Πατέρες2, χάνει τόν κόπο του. Καθένας λοιπόν πού κάνει κάτι πρέπει νά ἔχει βάλει ὁπωσδήποτε κάποιο σκοπό καί νά ξέρει γιατί τό κάνει. Ποιός ὅμως εἶναι ὁ σκοπός πού πρέπει νά ἔχουμε ἐμεῖς ὅταν συναντιόμαστε; Πρῶτα – πρῶτα ὁ σκοπός μας πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη, γιατί λέει: «Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριο τό Θεό σου»3. Δεύτερον, γιά ν᾿ ἀκοῦμε λόγο Θεοῦ. Γιατί ὁπωσδήποτε ὅταν βρίσκονται πολλοί μαζεμένοι τότε συμμετέχουν πιό βαθιά καί πιό πλατιά στό λόγο τοῦ Θεοῦ, γιατί ἐνῶ πολλές φορές ὑπάρχει κάτι πού δέν τό ξέρει κανείς, τυχαίνει ὁ ἄλλος νά τό φέρει στή συζήτηση, κάνοντας μιά σχετική ἐρώτηση. Ἔπειτα γιά νά καταλάβουμε, ὅπως εἶπα πρίν, τήν πνευματική κατάστασή μας. Νά, τί ἐννοῶ. Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι πηγαίνει κανείς νά φάει μέ ἄλλους. Παρατηρεῖ τότε τόν ἑαυτόν του καί βλέπει ἄν μπορεῖ νά ἐγκρατευτεῖ – ὅταν προσφερθεῖ ἕνα καλό φαγητό, πού τοῦ ἀρέσει – καί νά μήν δοκιμάσει ἀπ᾿ αὐτό, ἤ ἀντίθετα ἄν προσπαθεῖ νά παραγκωνίσει τόν ἀδελφό καί νά πάρει περισσότερα ἀπ᾿ αὐτόν. Ἀκόμα, ὅταν προσφερθεῖ κάτι χωρισμένο σέ μερίδες, ἄν προσέχει νά μήν πάρει τή μεγαλύτερη, ἀφήνοντας στόν ἄλλο τή μικρότερη. Γιατί πολλές φορές δέν ντρέπεται κανείς ἀκόμα καί ν᾿ ἁπλώσει τό χέρι του καί νά σπρώξει τή μικρή μερίδα στή θέση τοῦ ἀδελφοῦ του, καί νά πάρει τή μεγάλη μπροστά του. Ἄραγε, πόση εἶναι ἡ διαφορά τῆς μικρῆς ἀπό τή μεγάλη μερίδα; Πόσο τάχα μπορεῖ νά διαφέρουν οἱ δυό μερίδες, ὥστε γιά τόσο εὐτελή πράγματα νά καταδέχεται κανείς νά προσβάλλει τόν ἀδελφό του ἀπό πλεονεξία καί ν᾿ ἁμαρτάνει; Ἀκόμα, ὅταν τρώει μαζί μέ ἄλλους παρατηρεῖ, ἄν μπορεῖ νά συγκρατήσει τόν ἑαυτόν του ἀπό τήν πολυφαγία καί νά μήν τόν ἀφήσει νά χορτάσει μέχρι κορεσμοῦ, γιατί ὅπως εἶναι φυσικό, σέ τέτοιες συναντήσεις, βρίσκει κανείς πολλά εἴδη φαγητῶν. Βλέπει ἀκόμα ἄν προσέχει τόν ἑαυτόν του ἀπό τήν παρρησία, ἄν μπορεῖ νά βλέπει τόν ἀδελφό του νά τόν τιμοῦν καί νά τόν περιποιοῦνται περισσότερο ἀπ᾿ αὐτόν, χωρίς νά στενοχωριέται. Ἀκόμα παρατηρεῖ ἄν μπορεῖ νά βλέπει κάποιον νά ἔχει οἰκειότητα μ᾿ ἕναν ἄλλον ἤ νά μιλάει πολύ ἤ νά γυροφέρνει ἀσκοπα, καί αὐτός νά μήν τόν προσέχει οὔτε νά τόν κατακρίνει, ἀλλά νά προσέχει μᾶλλον κάποιον ἄλλον πού εἶναι εὐλαβέστερος. Καί γενικά προσπαθεῖ νά συμπεριφέρεται ὅπως λένε ὅτι ἔκανε ὁ ἀββάς Ἀντώνιος4, πού ὅταν πήγαινε νά συναντήσει μερικούς ἄλλους ἀσκητές, ἄν ἔβλεπε σέ κάποιον κάτι καλό, τό ἔπαιρνε καί τό τηροῦσε. Ἀπό τόν ἕναν ἔπαιρνε τήν πραότητα, ἀπό τόν ἄλλο τήν ταπείνωση, ἀπό ἄλλον τήν ἡσυχία, καί ἔφτανε νά ἔχει ἀποκτήσει τοῦ καθενός τήν ἀρετή. Νά, ἔτσι πρέπει νά κάνουμε κι ἐμεῖς, καί αὐτόν τόν σκοπό νά ἔχουμε ὅταν συναντιόμαστε. Καί ὅταν γυρίζουμε στά κελλιά μας, νά ἐξετάζουμε τούς ἑαυτούς μας καί νά βλέπουμε σέ τί ὠφεληθήκαμε καί σέ τί ζημιωθήκαμε. Καί γιά ἐκεῖνα πού βλέπουμε ὅτι μᾶς σκέπασε ὁ Θεός, ἄς εὐχαριστοῦμε Αὐτόν πού μᾶς σκέπασε, ὥστε νά περάσουμε τήν περίσταση χωρίς νά ζημιωθοῦμε. Καί γιά ὅσα πάλι σφάλαμε, νά μετανοοῦμε, νά κλαῖμε, νά θρηνοῦμε τήν κατάστασή μας.

Γιατί καθένας ὠφελεῖται ἀπό τήν ἴδια τήν κατάστασή του. Κανένας δέν βλάπτει τόν ἄλλον. Ἀλλά, ἄν ζημιωθοῦμε, ὅπως εἶπα, ζημιωνόμαστε ἀπό τήν κατάστασή μας. Ἄν θέλουμε λοιπόν μποροῦμε, ὅπως συνήθως σᾶς λέω, ἀπό καθετί νά ὠφελούμαστε ἤ νά ζημιωνόμαστε. Καί σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα, γιά νά δεῖτε ὅτι ἔτσι εἶναι τό πράγμα.

Ἄκουσα γιά ἕναν ἀδελφό ὅτι, ὅταν ἐπισκεπτόταν κάποιον ἄλλον ἀδελφό καί ἔβλεπε τό κελλί του ἀσυγύριστο, ἀπεριποίητο, σκεπτόταν: «Εἶναι μακάριος αὐτός ὁ ἀδελφός, γιατί κατάφερε καί ξεπέρασε τή μέριμνα ὅλων τῶν γήινων πραγμάτων καί ἀνύψωσε ἔτσι ὅλο τό νοῦ του στό Θεό, ὥστε δέν διακόπτει τήν πνευματική του ἐργασία οὔτε γιά νά τακτοποιήσει καί αὐτό ἀκόμα τό κελλί του». Πάλι, ἄν πήγαινε σέ ἄλλον καί ἔβλεπε τό κελλί του συγυρισμένο, καθαρό, περιποιημένο, σκεπτόταν: «Ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀδελφοῦ καθαρή, τό ἴδιο καθαρό εἶναι καί τό κελλί του. Ἀνάλογα μέ τήν κατάσταση τῆς ψυχῆς του εἶναι καί ἡ κατάσταση τοῦ κελλιοῦ του». Καί ποτέ δέν ἔλεγε γιά κανέναν: «Εἶναι ἀνοικοκύρευτος ἤ εἶναι ματαιόδοξος». Ἀλλά ἐπειδή ὁ ἴδιος βρισκόταν σέ καλή πνευματική κατάταση, τόν ὠφελοῦσαν καί οἱ δυό.

Ὁ φιλάγαθος Θεός νά μᾶς χαρίσει καλή πνευματική κατάσταση, γιά νά μποροῦμε καί ἐμεῖς νά ὠφελούμαστε ἀπ τόν καθέναν καί ποτέ νά μήν βάζουμε κακό στό νοῦ μας γιά τόν πλησίον μας. Καί ἄν καμιά φορά βάλουμε τό κακό στό νοῦ μας ἤ σκεφτοῦμε καχύποπτα ἐξαιτίας τῆς δικῆς μας κακίας, ἀμέσως ἄς στρέψουμε ἀλλοῦ τό λογισμό μας, ὥστε νά σκεφθεῖ τό καλό. Γιατί, μέ τό νά μήν βάζουμε στή συνείδησή μας κακό γιά τόν πλησίον, ἀποκτοῦμε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγαθότητα.

 Τῷ Θεῷ πρέπει κάθε δόξα τιμή καί προσκύνηση,

τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Ἀμήν!

 Ἀπό τό βιβλίο: «Ἀββᾶ Δωροθέου ἔργα ἀσκητικά» (ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ Α΄ σελ. 389-393, 397)

Ἐκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»,

Ἱερά Μ. Τμίου Προδρόμου Καρέα

1«Ἀδελφός ἠρώτησε τόν ἀββᾶν Ποιμένα, λέγων· Πῶς δεῖ με καθίσαι ἐν τῷ κελλίῳ; Λέγει αὐτῷ· Τό ἐν τῷ κελλίῳ καθίσαι, τό φανερόν, τοῦτό ἐστί τό ἐργόχειρον καί τό μονοσιτίσαι, καί τί σιωπᾶν, καί ἡ μελέτη· τό δέ ἐν κρυπτῷ προκόπτειν εἰς τό κελλίον ἐστί τό βασανίζειν τήν ἑαυτοῦ μέμψιν ἐν παντί τόπῳ προκόπτειν εἰς τό κελλίον ἐστί τό βασανίζειν τήν ἑαυτοῦ μέμψιν ἐν τόπῳ ὅπου ἐάν ἀπέρχῃ καί τῶν συνάξεων τάς ὥρας καί τῶν κρυπτῶν μή ἀμελεῖν. Ἐάν δέ καί συμβῇ καιρόν ἀργῆσαι τοῦ ἐργοχείρου σου, εἰσελθών εἰς τήν σύναξιν ἀταράχως ἐπιτέλεσον. Τό δέ τέλος τούτων, συνοδίαν καλήν κτῆσαι, ἀπόσχου δέ ἀπό κακῆς συνοδίας». (Ἀβ. Ποιμ. P.G. 65, 361C).

2«Μηδέν λογίζου ἤ πρᾶττε ἄνευ σκοποῦ. Ὁ γάρ ἀσκόπως ὁδοιπορῶν ματαιοπονήσει». ( Μαρκ. Ἐρ. P. G. 65, 912D).

3«Ὁ αὐτός εἶπεν περί τῆς ὑποδοχῆς τῶν ἀδελφῶν, ὅτι “Δεῖ ἐρχομένους τούς ἀδελφούς προσκυνεῖν· οὐ γάρ αὐτούς, ἀλλά τόν Θεόν προσκυνοῦμεν. Εἶδες γάρ, φησί, τόν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου· καί τοῦτο, φησί, παρά τοῦ Ἀβραάμ παρειλήφαμεν. Καί ὅτι δέχεσθε πρός ἀνάπαυσιν παραβιάζεσθε· καί τοῦτο γάρ παρά τοῦ Λῶτ μεμαθήκαμεν παραβιασαμένους τούς ἀγγέλους». (Ἀβ. Ἀπολλώ P.G. 65, 136B).

4«Οὕτω μέν οὖν ἑαυτόν ἄγων, ἠγαπᾶτο παρά πάντων ὁ Ἀντώνιος· αὐτός δέ τοῖς σπουδαίοις, πρός οὕς ἀπύρχετο, γνησίως ὑπετάσσετο, καί καθ᾿ ἑαυτόν ἑκάστου τό πλεονέκτημα τῆς σπουδῆς καί τῆς ἀσκήσεως κατεμάνθανε· καί τοῦ μέ τό χαρίεν τοῦ δέ τό πρός τάς εὐχάς σύντονον ἐθεώρει· καί ἄλλου μέν τό ἀόργητον, ἄλλου δέ τό φιλάνθρωπον κατενόει· καί τῷ μέν ἀγρυπνοῦντι, τῷ δέ φιλολογοῦντι προσεῖχε· καί τῷ μέν ἐν καρτερίᾳ, τόν δέ ἐν αὐταῖς νηστείαις καί χαμευνίαις ἐθαύμαζε· τοῦ μέν τήν πραότητα, τοῦ δέ τήν μακροθυμίαν παρετηρεῖτο· πάντων δέ ὁμοῦ τήν εἰς τόν Χριστόν εὐσέβειαν, καί τήν πρός ἀλλήλους ἀγάπην ἐσημειοῦτο· καί οὔτω πεπληρωμένος, ὑπέστρεφεν εἰς τόν ἴδιον τοῦ ἀσκητηρίου τόπον». ( Μ. Ἀθαν. P.G. 26, 846B).