Μια μέρα, μετά τήν ἀπόλυση τῆς ἐκκλησίας, τόν εἶδα πολύ βαρύθυμο καί σκεφτικό. Καθόταν ἀπόμερα, ἀμίλητος, «ὡς στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος»175. Τό πρόσωπό του τή μιά στιγμή ρόδιζε σάν τριαντάφυλλο καί τήν ἄλλη σκοτείνιαζε. Πρῶτα χαμογελοῦσε κι ἔπειτα σοβάρευε. Ἦταν φανερό πώς τό ἀπασχολοῦσε κάποιο πολύ σπουδαῖο ζήτημα. Λές κι ἔκανε συμβούλιο μέ τόν ἑαυτό του.

Πολύ παραξενεμένος ἀπ’ αὐτό, τόν πλησίασα δειλά καί τόν ρώτησα τί τοῦ συμβαίνει. Δέν ἀπόκριθηκε ἀμέσως. Σέ δεύτερη ἐρώτησή μου, σήκωσε ἀργά τά μάτια του, μέ κοίταξε ἐπίμονα καί εἶπε ἤρεμα:

-Νά, παιδί μου… Ὁ πατέρας σου, πού τόσο ἀγαπᾶς…. σύντομα θά φύγει σωματικά ἀπό κοντά σου….

Ὁ λόγος του μέ κεραυνοβόλησε. Ἔπεσα στά πόδια του.

-Μή, πάτερ μου, μήν ἀφήσεις τό παιδί σου!  Τό ξέρεις πώς, ἀπό τότε πού σέ γνώρισα, δέν σ’ ἀποχωρίστηκα, γιά νά βρῶ κι ἐγώ λίγη χάρη καί ἔλεος Θεοῦ κοντά σου.

-Μή φοβᾶσαι, παιδί μου, μέ καθησύχασε. Ἄν βρῶ παρρησία στόν ἀγαθό καί φιλάνθρωπο Θεό, νά ξέρεις ὅτι θά σέ πάρω σύντομα ἐκεῖ πού θά βρίσκομαι κι ἐγώ. Ἄν ὅμως δέν βρῶ παρρησία,…..ἔ, τότε! Τότε ἀγωνίσου, παιδί μου, μ’ ὅλη σου τή δύναμη, γιά νά μπορέσεις καί τόν πατέρα σου νά γλυτώσεις ἀπ’ τή γέενα καί στήν ψυχή σου νά ἐξασφαλίσεις τό στεφάνι τῆς οὐράνιας δόξας.

Ταραγμένος ἐγώ ἀκόμα, τόν ρώτησα:

-Καλά, πάτερ, καί πῶς κατάλαβες ὅτι πλησιάζει τό τέλος σου; Πές μου, σέ παρακαλῶ;

-Ἀπό σένα δέν θά τό κρύψω, ἀγαπητό μου παιδί. Σήμερα τό βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα, ὅταν τελείωσα τήν προσευχή μου, νύσταξα. Τά γόνατά του λύγισαν καί μέ πῆρε γιά λίγο ὁ ὕπνος. Ἀμέσως ἔπεσα σέ θεϊκή ἔκσταση, καί εἶδα πώς μπῆκα σέ κάποιο ἀνάκτορο, πού ἄστραφτε ἀπό πολυτέλεια καί ὀμορφιά. Στή μέση, μετέωρος, ἕνας πύρινος θρόνος σκόρπιζε οὐράνιες μαρμαρυγές. Πάνω του ἀναπαυόταν ὁ Κύριος μέσα σέ ἀνείπωπτη δόξα, ἐνῶ ὁλόγυρά Του κρέμονταν στέμματα βασιλικά. Πολυποίκιλες κι ἐξαίσιες εὐωδίες ξεχύνονταν παντοῦ, εὐφραίνοντας τίς οὐράνιες δυνάμεις. Χίλιες χιλιάδες Τόν παράστεκαν καί μύριες μυριάδες Τόν διακονοῦσαν….

Ὁ γέροντας μοῦ ἐξιστοροῦσε τήν ἔκστασή του συνεπαρμένος καί ἀλλοιωμένος.

Ἔπειτα, ἐκεῖ πού στεκόταν –συνέχισε τή διήγησή του-, ἄκουσε μιά ἤρεμη φωνή ἀπό τόν πύρινο θρόνο νά λέει:

-Μιχαήλ, Μιχαήλ, δεῖξε στόν ἀγαπητό μας Νήφωνα τόν τόπο τῆς καταπαύσεώς του.

Ἀμέσως ἕνα πύρινος στύλος, μεγάλος καί φοβερός, πῆρε τό γέροντα καί τόν πῆγε σ’ ἕνα τόπο μέ ἀναρίθμητα παλάτια. Ἡ ὀμορφιά τους ἦταν ἀπερίγραπτη, οὐράνια. Ὁ ὅσιος ὁδηγήθηκε σέ κάποιο ἀπ’ αὐτά μέσ’ ἀπό μιά πύλη ψηλή, περίτεχνη καί μέ πολύτιμα πετράδια στολισμένη, πού ἦταν ὅμως σάν ἄυλη καί οὐρανόφωτη. Ἀπότομα ἡ πύλη ἄνοιξε, καί ὁ ὅσιος μέ τόν ὁδηγό του μπῆκαν μέσα. Τί φῶς καί τί ἀρώματα θεσπέσια ἦταν ἐκεῖνα πού τους τύλιξαν!  Συνάμα πολλοί λευκοντυμένοι νέοι τούς πλησίασαν.

-Δέσποτα Μιχαήλ, ἔλεγαν στόν ὁδηγό τοῦ γέροντα, ὥς πότε θά κρατᾶς μακριά μας τόν ἀγαπητό μας Νήφωνα, πού μᾶς τόν χάρισε ὁ Θεός γιά πάντα;

-Ἡ βουλή τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπάντησε ἐκεῖνος, εἶναι νά σᾶς χαρισθεῖ μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες.

Μόλις τ’ ἄκουσαν, σκίρτησαν ἀπό χαρά καί ἀγαλλίαση. Ἄρχισαν μάλιστα νά κάνουν τίς σχετικές ἑτοιμασίες.

-Νά, ἐδῶ εἶν’ ὁ τόπος τῆς καταπαύσεώς σου, τοῦ εἶπε ὁ ὁδηγός του. Ἐδῶ σ’ ἔταξε ἡ ἀγαθή πρόνοιά καί ἄφατη φιλανθρωπία τοῦ Θεου. Ἀλλ’ ἄς προσωρήσουμε πιό μέσα…

Μπῆκαν σ’ ἕναν πάντερπνο θάλαμο, καί μετά σ’ ἄλλον καί σ’ ἄλλον… κι ἦταν ὅλοι γεμάτοι μ’ ὀμορφιές καταπληκτικές, ἀπερίγραπτες, πού ἔκαναν τά μάτια νά θαυμάζουν καί τό νοῦ νά τά χάνει –θρόνους ὁλόφωτους, ἀνάκλιντα θεϊκά, ἄνθη ἀμάραντα, φορεσιές χρυσοποίκιλες, στέμματα διαμαντοστόλιστα καί θεόφωτα!…. Ξεπερνοῦσαν ὅλα κάθε φαντασία.

-Αὐτά σοῦ τά χάρισε ὁ Χριστός, ἐπειδή ἀγάπησες κι Ἐκεῖνον κι ἐμᾶς, εἶπε στόν ὅσιο ὁ ἀρχάγγελος ὁδηγός του. Νά, ἔχεις θρόνους ἀνθοστόλιστους, φεγγοβόλες φορεσιές καί στρώματα ἀνάλαφρα, γιατί ὅλη σου τή ζωή τήν πέρασες ξαπλώνοντας κατάχαμα. Τά μάτια σου θά βλέπουν σημεῖα καί τέρατα, κατανοητά μόνο ἀπ’ τούς σοφούς καί συνετούς.  Κοίτα!  Κοιτῶνες καί θάλαμοι ἀμέτρητοι!  Ὅλ’ αὐτά τά ἔχει ἑτοιμάσει μέ τό ἴδιο Του τό χέρι ὁ Θεός!

Κοίταξε ὁ ὅσιος καί θαμπώθηκε!  Μέσ’ ἀπό τά θάλαμο ὅπου στεκόταν, μποροῦσε ν’ ἀπολαμβάνει ὅλων τήν τερπνότητα, γιατί ὁ ἕνας σά νά τή μεταβίβαζε στόν ἄλλο.  Καί πάλι ὅλων μαζί ἡ εὐφροσύνη συγκεντρωνόταν στόν καθένα. Δέν ἦταν, βλέπεις, φτιαγμένοι ἀπό πέτρες καί ξύλα καί πλίθες, ἀλλ’  ἀπό μιά θεία νεφέλη καί Πνεῦμα Ἅγιο. Ὅπως ὁ ἥλιος, ὅταν γέρνει στή δύση του, στέλνει σάν φωτιά τίς ἀκτίνες, ἔτσι κι οἱ θάλαμοι ἀκτινοβολοῦσαν.

Μόλις λοιπόν ὁ ὅσιος εἶδε ἐκεῖνο τό φαντασμαγορικό θέαμα, καί κατανόησε, μέ τή βοήθεια τοῦ ἀρχαγγέλου πού τόν ὁδηγοῦσε, τό μυστικό του νόημα, ξύπνησε..

-Κι ἔτσι εἶναι φανερό πιά, παιδί μου, συμπλήρωσε, ὅτι σέ τρεῖς μέρες πηγαίνω κοντά στό Χριστό. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο θά ἔρθω ὁ ἴδιος νά παραλάβω κι ἐσένα, γιά νά εἶσαι μαζί μου. Γι’ αὐτό μήν κλάψεις πού φεύγω. Καλύτερα νά χαίρεσαι καί νά εὐφραίνεσαι.

Αὐτά μοῦ εἶπε καί σώπασε.

Σιγά-σιγά ἡ εἴδηση διαθόθηκε σ’ ὅλη τήν Κωνσταντιανή. Σέ κλάματα καί θρήνους ξέσπασαν οἱ χριστιανοί. Ἀλλά ὁ ἅγιος τούς γαλήνεψε ὅλους μέ τίς νουθεσίες καί τίς διδαχές του.

-Νά χαίρεστε, τούς ἔλεγε, καί νά σκιρτᾶτε ἀπό πνευματική ἀγαλλίαση.  Γιατί τώρα, πού θά βρεθῶ πιό κοντά στό Θεό, θά Τόν παρακαλῶ γιά τή σωτηρία ὅλων σας, ἄν βέβαια βαδίζετε κι ἐσεῖς στό δρόμο τῆς εὐσεβείας, πού σᾶς ἔδειξα.

Μέ θεία ἀποκάλυψη πληροφορήθηκε καί ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιος -ὁ διάδοχος τοῦ μακαρίου Ἀλεξάνδρου, πού εἶχε ἤδη κοιμηθεῖ- τό ἐπικείμενο τέλος τοῦ ὁσίου. Ἔτρεξε λοιπόν κοντά του μαζί μέ πολλούς ἀκόμη ἀδελφούς.

Ἀφοῦ ἀσπάσθηκαν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, λέει ὁ δίκαιος στόν ἀρχιεπίσκοπο:

-Γιατί, δέσποτα, μπῆκες σέ τόσο κόπο γιά χάρη μου;

-Ἦρθα, τιμιότατε, γιά νά κατευοδώσω τήν ὁσιότητά σου. Μοῦ φανέρωσε ὁ Κύριος, πώς αὔριο ταξιδεύεις γιά τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ!  Μονάχα σέ παρακαλῶ, θυμήσου με κι ἐμένα, ὅταν θά προσκυνήσεις τό Θεό καί πατέρα μας καί ὅλους τούς ἀγγέλους Του.

-Κι ἐσύ, παιδί μου, τόν παρακάλεσε ὁ ὅσιος, ὅταν θά τελεῖς τή θεία λειτουργία, μήν ξεχνᾶς νά μνημονεύεις καί τό ὄνομα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καί τιποτένιου Νήφωνος, προσκομίζοντας πάντοτε γιά τήν ψυχή μου στό Θεό. Εἶναι πολύ εὐεργετικό γιά τόν μεταστάντα, νά τόν μνημονεύουν στήν ἁγία πρόθεση!  Ὅποιος λοιπόν θά μοῦ κάνει αὐτή τήν εὐεργεσία, ὅποιος θά δέεται γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μου μέ πίστη εἰλικρινή, αὐτός, τήν ὥρα τῆς ἐξόδου του ἀπό τή ζωή αὐτή, θά δεῖ νά τόν ἐπισκέπτεται ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα θά καλύψουν τό πλῆθος τῶν παραπτωμάτων του καί θά τόν καλέσουν στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Γιατί δέν θά τόν ξεχάσω στόν τόπο τῆς καταπαύσεώς μου καί δέν θά ἡσυχάσω, ὥσπου νά τόν φέρω κι αὐτόν κοντά μου.

Μετά ἀπ’ αὐτά τά λόγια ὁ ὅσιος σώπασε.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος

Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς

 (σελ.278-283)

Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου

Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

  http://makkavaios.blogspot.gr/2015/11/blog-post_81.html#more