Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΒΑΡΝΑΚΟΒΙΤΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ
Λίγο πρίν φθάσει ὁ Χειμῶνας τοῦ 1079, ἑτοιμάστηκαν καί τά πρῶτα λιτά κελλιά, ἀντικρυστά στήν ἐκκλησία κατά τόν νοτιά.
Κατάφεραν καί ἄνοιξαν καί μία μικρή κατ᾿ ἀρχάς στέρνα βορειοδυτικά τῆς ἐκκλησιᾶς γιά νά μαζεύουν τά νερά τῆς βροχῆς. Ἔκαναν προμήθειες καί γιά τά ξύλα τοῦ Χειμῶνα καί τά πρῶτα χιόνια τούς βρῆκαν ἕτοιμους γιά τή χειμωνιάτικη ζωή.
Τό πρῶτο αὐτό Κοινόβιο τῆς Βαρνάκοβας, ἐπειδή εἶχε ὀλιγάριθμα σχετικά μέλη, εἶχε τή μορφή μιᾶς μικρῆς εὐτυχισμένης πνευματικῆς οἰκογένειας.
Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος “ὡς ὄρνις ἐπισυνάγουσα τά νοσσία ἑαυτῆς”, συγκέντρωσε κάτω ἀπό τίς φτεροῦγες τῆς ἀγάπης του τούς φιλόθεους νέους. Παρ᾿ ὅλο πού στό ξεκίνημά του ἦταν ἀσκητής, μέ τή φώτιση τοῦ Κυρίου ἀνεδείχθη ἰδανικός Κοινοβιάρχης καί ἡγούμενος.
Διέθετε διάκριση, ὑπομονή, μακροθυμία καί στοργή. Δέν τούς ἐπέβαλε τίποτε. Ὅλα τούς τά ἐνέπνεε.
Ὅταν κοιτοῦσε τόν φράχτη, τό βλέμμα του μέσα εἶχε κάτι ἀπό τό σιωπηλό παράπονο τοῦ Χριστοῦ καί ἡ συντριβή ἐρχόταν ἄμεσα καί καίρια στόν ἔνοχο.

Καθόταν μέ τίς ὧρες στό ταπεινό του σκαμνάκι καί ἄκουγε μέ ἀτέλειωτη ὑπομονή τά μικροβάσανα τῶν ἄπειρων στούς πνευματικούς ἀγῶνες ὑποτακτικῶν του. Τούς συμβούλευε ἕναν-ἕναν χωριστά καί τούς παρηγοροῦσε καί ἀτσάλωνε τό χαρακτῆρα τους μ᾿ ἕνα δικό του τρόπο, ἤρεμο, ἀθόρυβο, πρᾶο, ἀλλά καί ἰσχυρό.
Ἔψαχνε μέ ὑπομονή καί μέ ὁδηγό πάντα τήν προσευχή, ἔβρισκε σέ κάθε περίπτωση καί σέ κάθε ψυχή, τό κακό πού κρυβόταν ὕπουλα καθώς καί τή ρίζα του. Ἐργαζόταν ἐπάνω στίς ψυχές μέ τή μέθοδο τοῦ Θεοῦ. Ὄχι σάν θύελλα, ὄχι σάν καταιγίδα, ἀλλά σάν αὕρα πού ζωογονοῦσε καί ἀνάσταινε.
Κανένας ὑποτακτικός του δέν ἔφευγε ἀδάκρυτος ἀπό τήν ἰδιαίτερη συνομιλία μαζί του. Ἄλλος εἶχε δάκρυα μετανοίας καί ἄλλος χαρᾶς.
Ἡ “ζεστασιά” τῆς ψυχῆς του πού ἔνοιωθαν καί ἔζησαν ἐπί χρόνια οἱ πρῶτοι Μοναχοί τῆς Παναγίας τῆς Βαρνάκοβας, δέ χάθηκε. Ὑπάρχει μέχρι σήμερα καί ὅποιος τόν εὐλαβεῖται καί ἐπικαλεῖται τίς πρεσβεῖες του, τή νοιώθει. Κι ὅποιος στοχάζεται πώς δέν ἔπαψε ποτέ νά εἶναι ὁ πρῶτος καί μεγάλος Γέροντας τῆς Βαρνάκοβας, πού παρακολουθεῖ καί μεσιτεύει γιά τούς πνευματικούς του ἀπογόνους (Μοναχούς καί Μοναχές) κάθε ἐποχῆς, ἀναπνέει μέ τά αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς του τά μῦρα τῆς ἁγίας παρουσίας του.
Θαυμάζει κανείς τό πόσο εὐλογήθηκε ὁ ταπεινός Ἀρσένιος!
Ὀλίγων τό ἔργο διατηρήθηκε “ἐν ζωῇ” πρός δόξαν Θεοῦ μιά ὁλόκληρη χιλιετηρίδα· καί ὁ Θεός γνωρίζει πόσο ἀκόμη.
Αὐτή ἡ εὐλογία ἀπό ποῦ ἐπήγασε, ἄν ὄχι ἀπό τήν πραεῖα καί ταπεινή ψυχή τοῦ Ἁγίου πού ἀνέπαυε τόν Θεό;
Μπροστά στήν ταπεινή μεγαλωσύνη του ντρέπονταν οἱ ὑποτακτικοί του νά προβάλουν ἐπηρμένη τή σμικρότητά τους. Τό σκέφτονταν νά παραφερθοῦν γιατί δέν ἄντεχαν μετά νά τόν δοῦν σάν ἕνα ἀνθρώπινο κουβάρι μαζεμένον ἀπό τόν ψυχικό πόνο στή γωνίτσα τοῦ κελλιοῦ του νά τούς κοιτάη σάν πληγωμένο παιδί.
Κι ὅταν πήγαιναν οἱ ἔνοχοι κι ἔπεφταν στά πόδια του γιά νά συγχωρεθοῦν, ἔβλεπαν τά δάκρυα νά τρέχουν ἀπό τά γαλήνια μάτια του καί τόν ἄκουγαν νά ψυθιρίζει: “Πικράναμε τόν Κύριό μας, παιδιά μου, Τόν πικράναμε…”! Ἄλλη τιμωρία δέ θέλανε. Τούς ἔφτανε αὐτή!
Αὐτή ἦταν ἡ μεγάλη ἔγνοια τῆς ζωῆς τοῦ Ὁσίου· νά μή λυπεῖται τό Πανάγιον Πνεῦμα. Ὅλα τ᾿ ἄλλα τά ἄντεχε. Τό κρῦο, τήν κούραση, τήν πεῖνα, τόν πόνο, ὄχι ὅμως αὐτό. Ἡ ἁμαρτία τόν τάραζε καί τόν πονοῦσε. Κάθε παράπτωμα τῶν ὑποτακτικῶν του τό θεωροῦσε καί δικό του. Κάθε ἀρετή καί προκοπή τήν ἀπέδιδε στήν εὐλογία καί στή Χάρι τοῦ Χριστοῦ.
Τά πρῶτα αὐτά χρόνια τούς συντρόφευσε “ἡ ἅγια φτώχεια”. Δέν ὑπῆρχαν κτήματα, δέν ὑπῆρχαν στρωμένα περιβόλια καί ποίμνιο. Μονό κατεῖχαν μερικές κατσικοῦλες πού τίς χάρισαν οἱ βοσκοί τῆς περιοχῆς στήν Παναγία.
Τελείωνε τό ἀλεῦρι; Κάποιος εὐλογημένος Χριστιανός ἀνέβαινε μέ τό γαϊδουράκι του φορτωμένο ἀλεῦρι. Καί τό λάδι δέν ἔλειπε, γιατί συχνά – πυκνά ξωμάχοι τῆς περιοχῆς ἀλλά καί εὐσεβεῖς κυροῦλες ἔφερναν πήλινα ἐλαιοδοχεῖα γεμάτα λάδι γιά τήν Κυρά τῆς Βαρνάκοβας.
Ἄν εἶχαν δικά τούς ἀγαθά οἱ Μοναχοί καί ἄφθονα, δέ θά μποροῦσαν νά βιώσουν καί νά καταλάβουν τή θαυμαστή Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἡ φτώχεια εἶναι ὁ μεγάλος δάσκαλος. Εἶναι μία ἀναγκαστική ἀποξένωση ἀπό τήν ψευδαίσθηση τῆς αὐτάρκειας πού δημιουργεῖ ὁ πλοῦτος, γιά νά μπορέση ὁ ἄνθρωπος νά “ἰδῆ” καί νά νοιώση τό βάθος καί τήν ἔκταση τῆς Θείας Προνοίας.
Αὐτή ἡ πολύτιμη ἐμπειρία ἦταν μία ἀνεξίτηλη σφραγίδα, ἕνα “μπόλιασμα” πού ἔκανε τίς ψυχές τους εὔκαρπες σέ καρπούς Πίστεως.
Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ φτώχεια ἀκόνιζε καί τό μυαλό καί τούς ἔσπρωχνε σέ ἐργασία. Στήν ἐργασία πού εἶναι ὁ φύλακας τῆς σωφροσύνης.
Ἔτσι οἱ εὐσεβεῖς καί εὐέλπιδες τοῦ Μοναχισμοῦ νέοι, ἦσαν ἀεικίνητοι καί ἐφευρετικοί γιά ὅλες τίς ἐργασίες καί γιά ὅλες τίς ἀνάγκες πού παρουσιάζονταν. Ἔφτειαξαν φοῦρνο ἀπό πηλό καί πλάκες πού κατέβασαν σιγά-σιγά ἀπό τή σπηλιά τοῦ Γέροντά τους. Ἔκοβαν ξύλα καί μαστόρευαν τά ἀπαραίτητα ἔπιπλα τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Καί ὅταν ἦρθε ἡ Ἄνοιξη, ἔσκαψαν, ξεχέρσωσαν γύρω ἀπό τό Μοναστῆρι καί φύτεψαν ὅλα τ᾿ ἀπαραίτητα γιά τή συντήρηση τῆς Ἀδελφότητος.
Ἔτσι ζοῦσαν εὐλογημένα, χωρίς νά στεροῦνται τίποτε μέσα σέ μιά χαριτωμένη λιτότητα πού ξεκούραζε τίς ψυχές.
Ἀπό ἁπλό ἀκατέργαστο ξύλο ἦσαν τά τραπέζια τους. Ξύλινες καί οἱ κοῦπες πού ἔπιναν τά χειμωνιάτικα βράδυα τό μυρωδᾶτο φλασκούνι τους κοντά στήν πυρά. Πήλινα τά τσουκάλια τους πού μαγείρευαν τό λιτό φαγητό τους. Μέ χοντροσάνιδα ἦσαν φτειαγμένα καί τά κρεββάτια τους, σκεπασμένα μέ προβιές καί χοντρά ὑφαντά. Τά βράδυα φωτίζονταν μέ λαδοφάναρα καί λυχνάρια. Τότε σταματοῦσαν καί οἱ δουλιές. Ἦταν οἱ ὧρες τῆς γαλήνης καί τῆς περισυλλογῆς ἀλλά καί τῆς ἀγαπητικῆς συντροφικότητος Γέροντα καί ἀδελφῶν.
Ὅλα ἁπλᾶ, παρθενικά, εὐλογημένα. Ὁ καθένας ἔνοιωθε τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Κυρίου πού εἶπε “ὅπου εἰσί δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί ἐν μέσῳ αὐτῶν.”
Ἡ ὀμορφιά μιᾶς τέτοιας ζωῆς, πού προϋπόθεση ἔχει τήν ἁγιότητα καί τήν ἁπλότητα, εἶναι κτῆμα κάθε Μοναστικῆς Ἀδελφότητος, ἀλλά καί κάθε ψυχῆς πραγματικά δοσμένης στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτό, γιατί “Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας.”
Γιά νά φέρουμε πιό κοντά μας τή χαριτωμένη αὐτή συνοδεία, ἄς ἀναγράψουμε καί μερικά ὀνόματα συμβουλευόμενοι τόν κατάλογο τῶν Ἡγουμένων. Ἐκτός ἀπό τόν Γέροντα Ἀρσένιο, ἦταν ὁ Τιμόθεος, στόν ὁποῖο ἤδη ἀναφερθήκαμε, ὁ Ἰωάννης, ὁ Ἰάκωβος κλπ. Νά τούς δοῦμε καί στίς χαρούμενες στιγμές τους, πού δέν ἦσαν λίγες.
Δέ θά μιλήσουμε βέβαια γιά τίς θεοδώρητες στιγμές τῆς Χάριτος μέσα στήν προσωπική πνευματική τούς ζωή. Αὐτά τά γνωρίζει ὁ Θεός κι ἐκεῖνοι. Ἄς τούς δοῦμε ὅμως μαζί μέ τόν ἀγαπημένο τους Γεροντάκο μέσα στό πυρόξανθο δάσος τοῦ Φθινοπώρου νά μαζεύουν χαρούμενοι κάτω ἀπό τίς μεγάλες ἀγριοκαστανιές τά μικρά ἀλλά γλυκά καστανάκια πού ἦσαν κρυμένα ἀνάμεσα στά πεσμένα κίτρινα φῦλλα. Ἄς τούς δοῦμε καθισμένους κοντά στήν πυρά τό Χειμῶνα, πού τό δάσος ἀνταριαζόταν σάν πολύβουη θάλασσα ἀπό τούς ἄγριους βοριάδες, νά συζητοῦν μέ τό Γέροντά τους τά τοῦ Θεοῦ. Ἄς τούς δοῦμε εὐτυχισμένους μέσα στό “ἱερόν παλάτιον” τῆς Μάννας Παναγιᾶς ἀπομονωμένους ἀπό κάθε ἀνθρώπινη ἐπαφή –λόγω τοῦ ἄφθονου χιονιοῦ τό καταχείμωνο πού τούς ἐξασφάλιζε παρθενική ἡσυχία– νά χαίρονται τή μοναδικότητα τῆς Θεϊκῆς συντροφιᾶς. Ἄς τούς δοῦμε τέλος καί τήν Ἄνοιξη στή χαρά τῆς Πασχαλιᾶς καί τῆς δημιουργίας καθώς καί τό Καλοκαίρι νά διακονοῦν πρόθυμα τούς προσκυνητές τῆς Μεγαλόχαρης.
Τή χαρά οὔτε ὁ κόπος τήν ἔδιωχνε, γιατί μποροῦσε νά τούς ἰδῆ κανείς νά θερίζουν τά χρυσᾶ στάχυα τό καλοκαίρι βουτιγμένοι στόν ἱδρῶτα καί ἀργότερα πού φύτεψαν ἀμπελάκια νά τρυγοῦν, χωρίς νά φεύγη τό χαμόγελο ἀπό τήν καρδιά καί ἀπό τά χείλη τους. Καί αὐτό, γιατί ἡ μεγάλη ἀλήθεια εἶναι ὅτι τή χαρά, τό πρῶτο δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν τή διώχνει ἀπ᾿ τήν καρδιά οὔτε ὁ κόπος, οὔτε ὁ πόνος, οὔτε ἡ δυσκολία· τή διώχνει μόνο ἡ ἁματία.
Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὅμως, βιγλάτορας ἄγρυπνος, ὄχι στή σπηλιά τώρα, ἀλλά στό εὐλογημένο Κοινόβιο, προστάτευε τά πνευματικά του τέκνα ἀπό τόν ἀνθρωποκτόνο ἐχθρό, τόν προαιώνιο κλέφτη τῆς χαρᾶς…
συνεχίζεται…
Ἀπό τό βιβλίο: Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΒΑΡΝΑΚΟΒΙΤΗΣ

ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ Ι.ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ
(1077Μ.Χ.)”
Ἔκδοσις: Ἱ. Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας
Δωρίδα 2005