Ένα πρωινό, κινήσαμε γιά νά λειτουγηθοῦμε στό ναό τοῦ ἁγίου Νικολάου, πού  βρίσκεται δίπλα στό παλάτι τῆς Ἀφθονίας, καθώς τό λένε.
Φτάσαμε πρίν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία. Μά ὁ δίκαιος ἄρχισε ἀμέσως νά προσεύχεται στόν Κύριο, τραβηγμένος σέ μιά ἄκρη.  Γρήγορα βυθίστηκε στή μυστική θεωρία. (Ἐδῶ ἄς σημειώσω πώς, ὅταν προσευχόταν καί δέν ἔβλεπε ὁλοφάνερα τόν Κύριο, θεωροῦσε τήν προσευχή του χαμένο χρόνο).
Μετά ἀπό ἀρκετή ὥρα τόν ἄκουσα νά συζητάει μέ κάποιον.  Παραξενεύτηκα, γιατί ἤξερα πώς δέν ἦταν ἀκόμα κανένας στήν ἐκκλησία.
Σέ μιά στιγμή σταμάτησε τή συνομιλία, καί μετά ἀπό λίγο κάθισε συλλογισμένος στό στασίδι του. Ἤθελα νά τόν ρωτήσω μέ ποιόν μιλοῦσε, μά στό μεταξύ ἄρχισε ἡ θεία λειτουργία.

Τήν ὥρα πού τό ἐκκλησίασμα ἔψαλλε, ὁ ὅσιος ἦταν ὄρθιος, μέ τό βλέμμα του καρφωμένο ἐπίμονα στό ἅγιο θυσιαστήριο. Ἔλαμπε ἀπό εὐφροσύνη καί ἱλαρότητα. Ἡ ὄψη του εἶχε ἀλλοιωθεῖ. Τό πρόσωπό του ἦταν λαμπερό καί ρόδινο σάν φρέσκο τριαντάφυλλο.

Ὅταν γινόταν ἡ μεγάλη εἴσοδος, ὁ ὅσιος ἅπλωσε μέ πόθο τά χέρια του στ’ ἅγια καί φάνηκε νά προσεύχεται μέ συγκλονιστική ἔνταση. Ἡ καρδιά του χτυποῦσε δυνατά, πήγαινε λές νά σπάσει. Πλημμυρισμένος ἀπ’ τή χάρη τοῦ Πνεύματος καί κυριευμένος ἀπό τόν θεῖο ἔρωτα, λαχταροῦσε νά τρέξει πίσω ἀπ’ τ’ ἅγια, νά πέσει πάνω τους, νά τά καταφιλήσει… Μά γιά νά μήν σκανδαλίσει κανένα καί ἀπό σεβασμό στήν τάξη, συγκρατοῦσε τήν ἔνθεη ὁρμή του κι ἔμεινε στή θέση του, δοξάζοντας τό Θεό.
Φεύγοντας, μετά τήν ἀπόλυση, ἀπό τήν ἐκκλησία, τόν παρακάλεσα νά μοῦ ἀποκαλύψει μέ ποιόν μιλοῦσε ἐκεῖ, νωρίς τό πρωί, καί τί θεωρία εἶχε. Κι ἐκεῖνος, σάν πατέρας φιλόστοργος, τίποτα δέν μου ἔκρυψε. Γι’ αὐτό κι ἐγώ τώρα καταγράφω ἐδῶ ὅσα ἄκουσα, γιά νά δοξαστεῖ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί νά εὐφρανθοῦν ὅσοι ἐλπίζουν σ’ Αὐτόν.
Στήν ἐκκλησία λοιπόν ὁ μακάριος εἶχε συνομιλία μ’ ἕναν ἄγγελο! Ἦταν ὁ ἄγγελος πού φρουροῦσε τό ἅγιο θυσιαστήριο. Αὐτός φανερώθηκε σέ μιά στιγμή στόν ὅσιο καί τοῦ εἶπε:
-Ἀπό καιρό ἤθελα πολύ νά συναντήσω τήν ἐνδοξότητά σου!  Παρακαλοῦσα λοιπόν τό Θεό νά ἔρθεις καμιά φορά καί ἐδῶ γιά προσευχηθεῖς, ὥστε, μ’ αὐτή τήν εὐκαιρία, νά σέ γνωρίσω καί ν’ ἀπολαύσω τήν προσευχή σου.
Ὁ ὅσιος ἀπόρρησε.
-Καλά, ποῦ μέ ξέρεις, θειότατε; Καί γιατί εἶχες τόσο πόθο νά συναντήσεις ἐμένα, ἕνα γέρο σαπισμένο ἀπ’ τήν ἁμαρτία;
-Νά, γι’ αὐτό ἀκριβῶς εἶχα ἕνα τέτοιο πόθο: Γιά νά γνωρίσω αὐτή σου τήν ταπείνωση. Γιατί εἶχα ἀκούσει στόν οὐρανό, πώς σοῦ τή χάρισε ὁ Κύριός μέ τό ἴδιο Του τό χέρι.
-Ἄκουσες ἐσύ τέτοιο πράγμα; Μά εἶναι δυνατό νά γίνεται λόγος στόν οὐρανό γιά ἕνα σίχαμα σάν κι ἐμένα;
-Ἀλήθεια σοῦ λέω, ἀγαπημένε τοῦ Θεοῦ, ἀποκρίθηκε μ’ ἕνα ἱλαρό χαμόγελο ὁ ἅγγελος. Δόλος σ’ ἐμένα δέν ὑπάρχει. Ἄκουσε λοιπόν: Ὅποτε πηγαίνω στό ἐπουράνιο θυσιαστήριο, γιά νά μεταφέρω στό Θετό ἀπό τοῦτο, τό ἐπίγειο, τίς ἱκεσίες καί τίς προφορές τῶν χριστιανῶν, φτάνουν στ’ αὐτιά μου ὅσα λένε οἱ ἄλλοι ἄγγελοι γιά σένα-ὅτι ὁ Νήφων εἶναι εὐάρεστος στόν Ὕψιστο, γιατί μέ τή βαθειά του ταπείνωση κάνει στάχτη τούς δαίμονες· ὅτι θυμᾶται στίς προσευχές του τίς οὐράνιες δυνάμεις, καί γι’ αὐτό ὁ Κύριος πρόσταξε κάθε ἄγγελο νά τόν μνημονεύει ἀδιάκοπα…. καί ἄλλα παρόμοια. Νά γιατί ἐπιθυμοῦσα τόσο νά σέ γνωρίσω. Καί τώρα εὐχαριστῶ τό Θεό, πού πραγματοποίησε τήν ἐπιθυμία μου…
-Μά, δέν εἶναι δυνατόν, ὑπέρλαμπρε φωστήρα τ’ οὐρανοῦ! Κάποιο λάθος πρέπει νά ’χει γίνει…. Αὐτά πού λές πώς ἄκουσες, ὁπωσδήποτε γιά κάποιον ἄλλο Νήφωνα θά τά εἶπαν οἱ ἄγγελοι. Γιά μένα τούτη μόνον εἶναι ἡ ἀλήθεια: Ὅτι κανένα καλό δέν ἔχω κάνει.
Κατάπληκτος πιά καί θαμπωμένος ὁ ἄγγελος ἀπ’ τήν ἀπέραντη ταπείνωσή του, ἔγινε ἄφαντος χωρίς νά πεῖ ἄλλο λόγο.
Ὁ ὅσιος ἐσκυψε καί προσκύνησε τό σημεῖο ὅπου εἶχε σταθεῖ. Ὕστερα βυθίστηκε σέ σκέψεις.
‟Πρόσεξε, ταλαίπωρε Νήφων!’’, συλλογίστηκε. ‟Ἀκόμα κι ἄν εἶναι καλός ὁ ἀγώνας σου καί ἀξιέπαινος τάχα ἡ ἄσκησή σου καί γλυκύς ὁ καρπός τῶν κόπων σου, ὡστόσο μοιάζεις μ’ ἕνα ἐμπορικό πλοῖο, γεμάτο ἀπ’ ὅλα τά καλά, πού ταξιδεύει ἀκόμα μεσοπέλαγα. Ποιός ξέρει ὅμως ἄν θά φτάσεις στό λιμάνι, ὅπου θά συναντήσεις τό Χριστό, ἤ ἄν θά ναυαγήσεις, ὁπότε θά χάσεις τήν καλή σου πραμάτεια; Καί τότε; Ὤ, τί συμφορά!… Πές πώς εἶσαι κι ἕνα χωράφι σπαρμένο, γεμάτο στάχυα. Μά ποιός ξέρει… Θ’ ἀντέξεις ὥς τή μέρα τοῦ θερισμοῦ; Ἤ θά φᾶνε τά πουλιά καί τά ζῶα τοῦ ἀγροῦ τά στάχυα σου, κι ἡ φωτιά τ’ ἄχυρα πού θ’ ἀπομείνουν;….’’.
Μέ τέτοιους λογισμούς ἦρθε σέ κατάνυξη καί ταπεινώθηκε ἀκόμα περισσότερο. Τότε ἦταν πού κάθισε στό στασίδι του, ὅπως εἶπα πιό πάνω, λίγο πρίν ἀρχίσει ἡ λειτουργία.

130.Β΄Κορ. 7:1.
131. Ψαλμ. 34:1-3.
132. Ψαλμ. 142:10.
133.Ἰω. 1:29.
134.Ψαλμ. 103:2.
135.Ἀποκ. 21:1. Πρβλ. Β΄Πετρ.3:13.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(209-212)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/05/blog-post_7.html