Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία  στίς 21-02-2009 (Σύναξη ἀνδρῶν στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίου Κωνσταντίνου).

Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:Ἀντιμετώπιση τοῦ σαρκικοῦ πολέμου_Εὐεργετινός_mp3

 Πῶς ἐκδηλώνεται ὁ σαρκικός πόλεμος καί πῶς ἀγωνιζόμαστε ἐναντίον του;

Οἱ Ἅγιοι δέν ντρέπονται νά ποῦν τούς πειρασμούς τους. Eἶχαν καί οἱ ἴδιοι πειρασμούς, δυσκολίες καί πτώσεις μερικές φορές, ἀλλά μετανοοῦσαν. Ἔβαζαν κάθε στιγμή ἀρχή. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἠθικοί ἤ πουριτανοί. Δυστυχῶς καί παλιότερα στήν Ἑλλάδα εἶχε περάσει τό μήνυμα ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι ἕνα ἠθικό σύστημα, πού ἔχει ἕνα σύνολο κανόνων, τό ὁποῖο ἀποτελεῖται εἴτε ἀπό ἐντολές, εἴτε ἀπό ἀπαγορεύσεις. Ὁ λογισμός αὐτός ἔκανε κάποιους νά σκεφτοῦν νά φτιάξουν ἕνα ἄλλο σύστημα, πού νά τούς ἐξυπηρετεῖ περισσότερο, μέ δικές τους ἀπαγορεύσεις καί ἐντολές. Πράγματι, σέ μία ἰδεολογία μπορεῖς νά φτιάξεις μία ἀντίθετη ἰδεολογία. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως δέν εἶναι ἰδεολογία, οὔτε ἠθικό σύστημα.

Χάσαμε τούς νέους γιατί τούς προσφέραμε ἕνα σύστημα κανόνων καί τίποτα περισσότερο. Ὅμως οἱ νέοι θέλουν βιώματα. Ὅσοι δέν ἔχουν βιώματα, ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Χριστιανισμό. Δέν ἔχουν ζήσει τί θά πεῖ Χριστός. Χριστός καί Ἐκκλησία εἶναι ἕνα ὁλόκληρο ἰατρεῖο, πού μεταμορφώνει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο. Δέν τοῦ δίνουν ἁπλά κάποιες ἐντολές.

– Πῶς ἀντιμετωπίζουν ὅμως οἱ Πατέρες τό σαρκικό πρόβλημα;

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε αὐτό τό πρόβλημα, αὐτόν τόν πειρασμό. Αὐτό ὀφείλεται στό ὅτι εἴμαστε σάρκα καί πειραζόμαστε ἀπό τόν πονηρό. Οἱ Ἅγιοί μας μᾶς καταθέτουν τήν ἐμπειρία τους.

Τό πάθος τῆς φιληδονίας εἶναι ἕνα ἀπό τά κυρίαρχα πάθη, τό ὁποῖο προκύπτει ἀπό τό μεγαλύτερο πάθος, πού εἶναι ἡ φιλαυτία.

Κάποτε λέει ὁ Παλλάδιος, «ὁ δαίμονας τῆς πορνείας πολέμησε σκληρά τόν μακάριο διάκονο Εὐάγριο». Αὐτός ἦταν ἕνας ἐκκλησιαστικός συγγραφέας. Δέν τόν ἔχει κατατάξει ἡ Ἐκκλησία στούς Ἁγίους γιατί εἶχε πέσει σέ κάποιες αἱρετικές δοξασίες. Ἄφησε ὅμως κείμενα πολύ Ὀρθόδοξα.

«Ὅπως μᾶς διηγήθηκε λοιπόν ὁ ἴδιος, ἔμεινε τόν χειμώνα μία ὁλόκληρη νύχτα γυμνός σέ ἕνα πηγάδι, ὥσπου πάγωσαν οἱ σάρκες του. Μέ τόν τρόπο αὐτό πολέμησε αὐτόν τόν δαίμονα».

«Διηγοῦνταν καί γιά τόν Ἅγιο Ἀμμώνιο τόν μαθητή τοῦ ἀββᾶ Παμβῶ ὅτι οὐδέποτε λυπήθηκε τό σῶμα του, ὅταν ξυπνοῦσε μέσα του κάποια ἐφάμαρτη σαρκική ἡδονή. Μέ πυρωμένο σίδερο ἔκαιγε τά μέλη του καί ἔτσι ἦταν πάντα πληγωμένος».

Πάλευε δηλαδή τήν ἡδονή μέ τήν ὀδύνη. Τό ἀντίθετο τῆς ἡδονῆς εἶναι ἡ ὀδύνη. Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἀποφασισμένοι νά πολεμήσουν τό πάθος τῆς σάρκας, χωρίς νά λογαριάζουν πόνους.

Ὁ γέροντας Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής, γέροντας τῶν τελευταίων χρόνων, χρησιμοποιοῦσε ἀκόμα καί τό ξύλο. Κάποτε σ’ αὐτόν εἶχε πάει ἕνας ἄλλο μοναχός καί τοῦ μιλοῦσε γιά τούς πονηρούς λογισμούς του καί τό σαρκικό πόλεμο πού εἶχε. Ὁ γέροντας τόν συμβούλευσε νά πολεμήσει αὐτό τό πάθος μέ ἀποφασιστικότητα καί τόν πρόετρεψε νά χτυπάει τά πόδια του, ὥστε νά φύγει ἡ ἔξαψη τοῦ πειρασμοῦ. Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ μοναχός, ἔχοντας κάνει αὐτό πού τοῦ εἶπε ὁ γέροντας, τοῦ ἐξομολογήθηκε ὅτι δέν κατάφερε νά ἀντιμετωπίσει αὐτό τό πρόβλημα. Ὁ γέροντας τοῦ ζήτησε νά τοῦ δείξει ἀκριβῶς τί ἔκανε στόν ἑαυτό του. Ἐκεῖνος πῆρε μία μικρή βέργα καί τοῦ εἶπε ὅτι χτύπησε τά πόδια του μέ αὐτήν, ὁ γέροντας θεώρησε ὅτι αὐτό δέν τοῦ προκάλεσε δυνατό πόνο, ὥστε νά φύγει ἡ ἡδονή. Τότε πῆρε μία τσάπα καί χτύπησε τόν ἑαυτό του τόσο δυνατά, πού ἔσπασε πάνω του τήν τσάπα. Ἤθελε νά τοῦ δείξει ὅτι ἔτσι πολεμᾶμε τά πάθη. Αὐτό σημαίνει νά ἀγωνίζεσαι σκληρά.

«Ὁ γενναῖος πρεσβύτερος Φιλόρωμος, στίς ἀρχές τῆς μοναχικῆς του ζωῆς, πολεμήθηκε φοβερά, ὅπως ἔλεγε, ἀπό τήν πορνεία. Κατόρθωσε ὅμως ν’ ἀποδιώξει τό πάθος μέ σκληρή ἀντίσταση, σβήνοντάς το, ὅπως σβήνουμε τήν πυρκαγιά μέ ἄφθονο νερό. Κλείστηκε στό κελί του, φόρεσε σίδερα καί ἐπιδόθηκε σέ ἄκρα ἐγκράτεια, μή τρώγοντας φαγητό καί σταρένιο ψωμί καί ὅσα γενικά ψήνονται στή φωτιά. Δεκαοχτώ χρόνια ἔκανε ὑπομονή σ’ αὐτά, καί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ νίκησε τό πάθος. Δεκαοχτώ χρόνια φοροῦσε σίδερα ἐπίτηδες γιά νά κουβαλᾶ συνέχεια κάτι βαρύ, ὥστε νά κουράζεται τό σῶμα».

Τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Διαλόγου. «Καθώς ἡσύχαζε κάποτε ὁ Ἅγιος Βενέδικτος, ἦρθε κοντά του ὁ πειραστής (διάβολος) μέ τή μορφή μαύρου πουλιοῦ – πού τό λένε κοτσύφι – καί μέ τόσο θράσος πετοῦσε ὁλόγυρα στό πρόσωπό του, ὥστε ἄν ἤθελε ὁ Ἅγιος, θά μποροῦσε νά τό πιάσει μέ τά χέρια του. Μόλις ὅμως ὁ Ὅσιος κατάλαβε τήν παγίδα τοῦ ἐχθροῦ, ὁπλίστηκε μέ τό σημεῖο τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ καί ἔκανε ἄφαντο τόν ἐχθρό. Μετά ἀπό λίγο ὅμως ξεσηκώθηκε μέσα του τέτοιος σαρκικός πόλεμος, πού ποτέ ἄλλοτε δέν εἶχε δοκιμάσει. Συγκεκριμένα ὁ δαίμονας τῆς πορνείας ἀναπαράστησε τή μορφή μιάς γυναίκας, πού ὁ Ἅγιος εἶχε δεῖ κάποτε, ὅταν ἦταν νέος καί τοῦ τήν παρουσίασε μπροστά στά μάτια του, ἀνάβοντάς του, τόσο μεγάλη σαρκική ἐπιθυμία, ὥστε λίγο ἔλειψε νά τόν κλονίσει ἡ ψυχική ἀκηδία καί νά τόν κάνει νά γυρίσει στόν κόσμο, νά ἀφήσει τόν μοναχισμό».

Αὐτός εἶναι πολύ μεγάλος Ἅγιος, θεμελιωτής τοῦ μοναχισμοῦ στήν Δύση. Μέχρι τό 1000 μ.Χ., πού ἔγινε ἡ αἵρεση ἀπό τούς Φράγκους, τό filioque, ἡ Δύση ἦταν Ὀρθόδοξη.

«Ἀλλά τότε ἡ σωτήρια χάρη τοῦ Θεοῦ τόν βοήθησε νά καταβάλει τόν ἐχθρό καί νά κερδίσει νίκη ἐνάντια στά πάθη. Ἀφοῦ δηλαδή στήριξε τόν ἑαυτό του μέ λογισμούς σώφρονες καί γενναίους, ἔβγαλε τά ροῦχα του κι ἔπεσε γυμνός σέ μία πυκνή συστάδα ἀπό τσουκνίδες καί ἀγκάθια. Κυλίστηκε πάνω σ’ αὐτά πολλές ὧρες, ὥσπου ὁλόκληρο τό σῶμα του καταπληγώθηκε ἀπό τά κεντριά τῶν ἀγκαθιῶν καί τῶν τσουκνίδων καί λούστηκε στό αἷμα. Ὑπομένοντας ἔτσι μέ ἀνδρεία τούς φοβερούς πόνους, κατανίκησε τόν σαρκικό πόλεμο. Ἀπό τότε, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, σ’ ὅλη τήν ὑπόλοιπη ζωή του ὁ δαίμονας τῆς πορνείας δέν τόν ξαναπείραξε, καθώς ὁ ἴδιος διηγήθηκε ἀργότερα στούς μαθητές του».

Οἱ Ἅγιοι δέν ὑπολόγιζαν τόν ἑαυτό τους.

Τοῦ ἀββᾶ Μάρκου: «Ὁ νέος πρέπει νά ὑποτάσσει τή νεότητά του στό λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού λέει : ‘Παραστήσατε τά σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τήν λογικήν λατρείαν ὑμῶν’» (Ρωμ. 12,1).

Δηλαδή τά σώματά μας πρέπει νά γίνουν θυσία ζωντανή, ἅγια καί εὐάρεστη στόν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά εἶναι ἁγνός στό σῶμα καί μέσω αὐτοῦ του τρόπου νά λατρέυει τόν Θεό.

«Κάθε ὑγρότητα σαρκικῆς ἐπιθυμίας νά τή σβήνει καί νά τή μαραίνει, μέ τήν ἐγκράτεια στή βρώση καί τήν πόση καί μέ ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, γιά νά μπορέσει νά πεῖ κι αὐτός μ’ ὅλη του τήν καρδιά: «ἐγενήθην ὡς ἀσκὸς ἐν πάχνῃ· τά δικαιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην» (Ψαλμ. 118,83).

Θά πρέπει νά μαραίνεις τή σάρκα μέ νηστεία, ἀγρυπνία καί ἐγκράτεια, ἀκόμα καί στό νερό.

«Ἀφοῦ κατανοήσει ὁ νέος βαθιά ὅτι ἀνήκει στό Χριστό, νά σταυρώσει τή σάρκα του – τό σαρκικό φρόνημα, μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες της καί νά νεκρώσει τά μέλη του, πού ἐπιθυμοῦν τίς γήινες ἡδονές».

«Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς»(Κολ. 3,5). Αὐτά τά λόγια τά ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του.

Εἶναι αὐτό πού λέει ἡ Ἁγία Γραφή ὅτι δέν ἀνήκουμε στόν ἑαυτό μας. Ἔχουμε ἐξαγοραστεῖ μέ τό πολύτιμο αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό μέσα στήν Ἐκκλησία λεγόμαστε δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν λέμε ΄Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησε μέ΄, ἀναγνωρίζουμε ὅτι εἴμαστε δοῦλοι καί ὅτι ἀνήκουμε σῶμα, ψυχή καί σκέψη, στόν Χριστό. Αὐτός πέθανε για μᾶς καί μᾶς ἐξαγόρασε. Ἐμεῖς ἑκούσια μπήκαμε στήν ὑπακοή του, μέσω τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος. Ἑπομένως πρέπει νά τοῦ τά δώσουμε ὅλα καί νά εἶναι καθαρά.

«Ὄχι μόνο τήν πράξη τῆς πορνείας, ἀλλά καί κάθε ἀκαθαρσία ποῦ ἐνεργεῖται στή σάρκα ἀπό τά πονηρά πνεύματα. Δέν σταματάει μονάχα ὡς ἐδῶ τόν ἀγώνα ἐκεῖνος ποῦ περιμένει τό στεφάνι τῆς ἀληθινῆς καί ἀμόλυντης καί ὁλοκληρωτικῆς παρθενίας, ἀλλά ἀκολουθῶντας τήν ἀποστολική διδασκαλία, ἀγωνίζεται νά νεκρώσει καί αὐτοῦ του πάθους -τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας- τήν ἔννοια καί τήν κίνηση. Ὅμως οὔτε καί σ’ αὐτό ἀρκεῖται ὅποιος ἔχει τόν σφοδρό ἔρωτα νά κατασκηνώσει στό σῶμα του ἡ ἀγγελική καί ἀμόλυντη παρθενία, ἀλλά προσεύχεται νά ἐξαφανιστεῖ καί αὐτή ἡ ἐνθύμηση τῆς ψιλῆς, τῆς ἁπλῆς ἐπιθυμίας, πού ἔρχεται μέ τό λογισμό μόνο, χωρίς κίνηση καί ἐνέργεια σωματικοῦ πάθους, ἀλλά ἁπλῶς σάν παραρριπισμός τοῦ νοῦ, δηλαδή σάν αἰφνίδια, στιγμιαία καί ἀσυνείδητη παρεκτροπή τοῦ νοῦ».

Ἀκόμα καί αὐτό προσπαθοῦν νά τό ἐξαλείψουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, οἱ ἀγωνιστές.

«Αὐτό μόνο μέ τήν οὐράνια βοήθεια καί δύναμη καί πλούσια παροχή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι δυνατόν νά κατορθωθεῖ, ἄν βέβαια ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποῦ γίνονται ἄξιοι γι’ αὐτή τή χάρη».

Ὁ πόλεμος αὐτός δέ γίνεται νά ἀντιμετωπιστεῖ κατά μέτωπο. Πρέπει νά συσσωρεύσουμε χάρη μέσα μας μέσω τῆς προσευχῆς, τῆς συμμετοχῆς στίς θεῖες λειτουργίες τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς πνευματικῆς μελέτης. Κάθε στιγμή νά εἶναι δοσμένη στόν Χριστό. Αὐτό, μπορεῖ νά τό κάνει ὁ ἄνθρωπος.

Ἕνας μοναχός, ἤ διάβαζε ἤ προσευχόταν.

Ὅταν θυμόμαστε τό καλό, φεύγουν τά πάθη. Ἄν σκεφτόμαστε τά πάθη, δέν τά νικᾶμε κιόλας. Δέν πρέπει νά ἀσχολούμαστε συνέχεια μέ τά πάθη, μέ τόν διάβολο προκαλῶντας τόν καί λέγοντας ὅτι θά νικήσουμε τά πάθη πού μᾶς στέλνει. Ἄν τό κάνουμε αὐτό, ἀγριεύει ἀκόμα περισσότερο. Ὅσο ἀσχολούμαστε μαζί του, ἔστω καί ἀρνητικά, τόσο πεισμώνει καί μᾶς πολεμᾶ. Ἀντίθετα ὅσο τόν περιφρονοῦμε, ἐπειδή εἶναι ἐγωιστής, δέν τό ἀντέχει καί φεύγει. Ἡ τέχνη, λοιπόν, εἶναι νά μαζέψουμε πλούσια χάρη μέσα μας. Τότε αὐτόματα φεύγει τό κακό.

Ἀντίστοιχα, γιά νά διώξεις τό σκοτάδι, δέν τό κυνηγᾶς, ἀλλά ἀνάβεις τό φῶς, ἀνοίγεις τά παράθυρα καί μπαίνει ὁ ἥλιος. Ἔτσι καί ἀπό τήν ψυχή μας δέ θά κυνηγήσουμε τό σκοτάδι, ἀλλά θά ἀνοιχτοῦμε στό φῶς, πού εἶναι ὁ Χριστός. Ὅσο καταφέρουμε νά βάλουμε τό φῶς μέσα μας, νά καταλάβει ὅλο τό χῶρο τῆς ψυχῆς μας, τόσο δέ θά ὑπάρχει χῶρος γιά τό σκοτάδι, αὐτόματα θά φύγει.

Τό «μυστικό» λοιπόν τῶν Ἁγίων ἦταν ἡ προσευχή. Ἀπασχολοῦσαν συνέχεια τό νοῦ τους μέ τόν Θεό. Δέν ὑπῆρχε καθόλου χῶρος γιά τόν διάβολο. Τόν περιφρονοῦσαν δίνοντας χῶρο μέσα τούς μόνο στόν Θεό. Ἔτσι ἀπέφευγαν τήν ἁμαρτία.

«Ἔτσι λοιπόν ἐκεῖνος ποῦ περιμένει τό στεφάνι τῆς καθαρῆς καί ἀμόλυντης παρθενίας καί λιώνει ἀπό θεῖο ἔρωτα γι’ αὐτό, σταυρώνει τή σάρκα μέ ἀσκητικούς κόπους».

Ἡ παρθενία δέν ἀπευθύνεται μόνο στούς μοναχούς. Ὁ ἔγγαμος καλεῖται νά ἔχει σωφροσύνη καί καθαρότητα. Δέν πρέπει νά εἶναι βρώμικος σαρκικά.

«Νεκρώνει τά γήινα μέλη του μέ τήν ἔνταση καί τήν ἐπιμονή στήν ἐγκράτεια».

Ἐκεῖνο πού φουντώνει τό σαρκικό πάθος εἶναι ἡ ἔλλειψη ἐγκράτειας στό φαγητό, στόν ὕπνο, στή σωματική ἀνάπαυση. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν ἐγκρατεύεται σ’ αὐτά καί εἶναι ἀφημένος, φουντώνουν τά σαρκικά πάθη.

«Ἐξασθενίζει τόν ἐξωτερικό ἄνθρωπο καί τόν ἀδυνατίζει καί τόν λεπταίνει σάν μέ λίμα, καταντῶντας τόν σωστό σκελετό».

Ἔτσι μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά συγκεντρώνει τίς αἰσθήσεις του. Τό σῶμα εἶναι ἀλληλένδετο μέ τίς αἰσθήσεις. Δέν μποροῦμε νά μαζέψουμε τίς αἰσθήσεις μας, ὅταν τρῶμε πολύ. Μετά καί τά μάτια παρεκτρέπονται καί τά αὐτιά.. Ἀντίθετα ὅσο ἐγκρατευόμαστε, συγκεντρωνόμαστε στόν ἑαυτό μας καί προσευχόμαστε πιό εὔκολα. Τήν περίοδο τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἡ προσευχή εἶναι περισσότερη, γιατί τό ἕνα βοηθάει τό ἄλλο. Ἡ νηστεία βοηθᾶ στήν προσευχή καί τό ἀντίστροφο.

«Κι ἔτσι, μέ τήν πίστη καί μέ τούς ἀγῶνες καί μέ τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος, ὁ ἐσωτερικός ἄνθρωπος, δηλαδή ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἀνανεώνεται μέρα μέ τή μέρα προοδεύοντας στό καλύτερο. Αὐξάνει μέσα του τήν ἀγάπη, μεγαλώνει τήν ἐλπίδα, εὐφραίνεται μέ τήν ἀγαλλίαση τοῦ πνεύματος, κυριαρχεῖται ἀπό τήν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγεῖται ἀπό τήν καλοσύνη, φωτίζεται ἀπό σύνεση καί πνευματική γνώση, στολίζεται ἀπό σοφία καί καθοδηγεῖται ἀπό τήν ταπεινοφροσύνη. Μέ αὐτές καί παρόμοιες ἀρετές ἀνανεώνεται ὁ νοῦς ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἀναγνωρίζει ἐπάνω του τά χαρακτηριστικά της θεϊκῆς εἰκόνας καί κατανοεῖ τό νοητό καί ἄρρητο κάλλος τῆς ὁμοιώσεως μέ τόν Κύριο».

Τότε βλέπει ὁ ἄνθρωπος μέσα του τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί καταλαβαίνει ὅτι εἶναι φτιαγμένος γιά νά φτάσει στό καθ’ ὁμοίωσιν. Ἀντιλαμβάνεται τήν ὡραιότητα τοῦ νά πετύχει αὐτόν τόν στόχο, νά μοιάσει μέ τόν Θεό. Μέ αὐτόν τόν τρόπο γεμίζει ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου μέ χαρά.

«Κατακτᾶ τόν πλοῦτο τῆς αὐτοδίδακτης καί αὐτομάθητης σοφίας, πού περιέχει ὁ ἐσωτερικός ἐνδιάθετος νόμος».

Ὁ ἄνθρωπος διδάσκεται μόνος του, ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού ἔχει μέσα του.

Τοῦ Ἁγίου Μαξίμου : «Ὁ δαίμονας τῆς πορνείας εἶναι πολύ δυνατός καί ἐπιτίθεται μέ σφοδρότητα σ’ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ πάθους, καί μάλιστα σέ ὅσους δέν προσέχουν στό θέμα τῆς τροφῆς καί συναναστρέφονται μέ γυναῖκες».

Αὐτά τά δύο πράγματα ξεσηκώνουν αὐτό τό πάθος.

«Γιατί, ξεγελῶντας ἐπιτήδεια τό νοῦ μέ τήν ἁπαλότητα τῆς ἡδονῆς, ἐμφανίζεται ὕστερα τήν ὥρα τῆς ἡσυχίας, καί μέ τή μνήμη φλογίζει τό σῶμα καί παρουσιάζει στό νοῦ διάφορες μορφές, παρακινῶντας τόν ἔτσι νά δώσει τή συγκατάθεσή του στήν ἁμαρτία».

Μπορεῖ δηλαδή τήν ὥρα πού θά εἶσαι μέ γυναῖκες νά μήν νιώθεις τίποτα, ἀλλά ὁ πόλεμος θά ἔρθει μετά στήν ἡσυχία, μέσω τῆς μνήμης. Αὐτό κάνει ὁ πονηρός. Σέ ἀφήνει νά βάλεις μέσα σου εἰκόνες, ἀκούσματα καί αὐτά θά τά χρησιμοποιήσει, γιά νά σέ ξεσηκώσει. Αὐτό ἀφορᾶ ὄχι μόνο τούς νέους, ἀλλά ὅλους τους ἀνθρώπους, ὅλων τῶν ἡλικιῶν.

Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἐπίσης ἀποκλειστική φιλία μεταξύ τῶν δύο φύλων. Πρέπει νά εἶσαι Ἅγιος γιά νά τό πετύχεις αὐτό. Ἀκόμα καί νά μήν πειραστεῖ ὁ ἕνας θά πειραστεῖ ὁ ἄλλος καί θά εὐθύνεται ἐξίσου κι αὐτός πού δέν πειράχθηκε.

«Ἄν δέν θέλεις νά χρονίζουν μέσα σου αὐτές οἱ μορφές, καταπιάσου μέ τή νηστεία καί τούς κόπους (νά βρεῖς τρόπους νά κουράζεις τό σῶμα σου), τήν ἀγρυπνία», νά ἔχεις ἕνα μέτρο στόν ὕπνο σου, «τήν καλή ἡσυχία καί μέ τήν διαρκῆ προσευχή».

Μέ αὐτούς τούς πέντε τρόπους διώχνουμε τίς κακές φαντασίες.

Ἡ καλή ἡσυχία ὑπάρχει ὅταν τήν ἀξιοποιοῦμε μέ τήν προσευχή, τή μελέτη, τήν αὐτοεξέταση. Ἀφοῦ ἐντοπίσεις τούς λογισμούς πού ἔχεις, θά ἀνακαλύψεις καί τά πάθη σου.

«Ὅταν οἱ δαίμονες βγάλουν τό νοῦ σου ἀπό τή σωφροσύνη καί τόν περικυκλώσουν μέ τούς λογισμούς τῆς πορνείας, τότε λέγε μέ δάκρυα στόν Κύριο: «Ἐκβαλόντες μέ νυνί περιεκύκλωσάν με» (Ψαλμ. 16:11). «Τό ἀγαλλίαμά μου, λύτρωσαι μέ ἀπό τῶν κυκλωσάντων μέ» (Ψαλμ. 31:7).

Ἄφησε τόν ἑαυτό σου στόν Κύριο καί ζήτησε νά σέ γλιτώσει ἀπό αὐτούς πού σέ ἔχουν κυκλώσει. Αὐτή εἶναι ἡ πιό σωστή κίνηση. Δέν εἶναι σῶφρον νά κινηθεῖς ἐναντίον τοῦ διαβόλου προκαλῶντας τον. Ἀνοίξου στόν Θεό καί ἀμέσως θά φύγει ὁ πονηρός.

Ἀπό τό Γεροντικό: «Ρώτησαν ἕνα γέροντα ἀπό ποῦ προέρχεται ὁ πόλεμος τῆς πορνείας; Καί ἐκεῖνος ἀπάντησε ὅτι προέρχεται ἀπό τό πολύ φαγητό κι ἀπό τόν πολύ ὕπνο».

Οἱ γέροντες εἶναι σαφέστατοι.

Εἶπε πάλι ὁ ἴδιος γέροντας: «Ἡ φύση τοῦ ἀνθρώπου γεννάει τίς ἐπιθυμίες, ἀλλά ἡ ἐντατική ἄσκηση τίς ἐξαφανίζει».

Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἀνυποχώρητοι καί ἀνελέητοι στόν ἑαυτό τους.

Τό πολύ φαγητό λοιπόν καί ὁ πολύς ὕπνος ξεσηκώνει τίς ἐπιθυμίες, ἐνῶ ἡ ἐγκράτεια τίς καταστέλλει. Ἄν στήν αὐτοεξέτασή σου δεῖς ὅτι δέν τρῶς, οὔτε κοιμᾶσαι πολύ, τότε ψάξε μέσα σου ἄν ὑπάρχει ὑπερηφάνεια ἤ κατάκριση. Ὁ Θεός παραχωρεῖ ὅταν κατακρίνουμε τούς ἄλλους, νά πέφτουμε σέ αὐτό τό πάθος γιά νά ταπεινωθοῦμε.

Ἡ κατάκριση εἶναι τό πρῶτο παιδί τῆς ὑπερηφάνειας. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τό χειρότερο πάθος ἀπ’ ὅλα, ἀκόμα καί ἀπό τά σαρκικά πάθη. Ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά πέσουμε σέ κάτι μικρότερο, ὅπως εἶναι τά σαρκικά ἁμαρτήματα, γιά νά κοπεῖ ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ κατάκριση. Ὑπερηφάνεια ἀκόμα μπορεῖ νά ὑπάρξει ἄν κάνουμε πολλή ἄσκηση, ἀλλά μέ ἐγωισμό, χωρίς εὐλογία ἀπό τόν Πνευματικό μας. Ἡ ὑπερβολική ἄσκηση εἶναι πάλι πλάνη. Οὐσιαστικά δουλεύουμε στόν διάβολο, ὄχι στόν Θεό. Ὁ Θεός μπορεῖ νά ἐπιτρέψει τότε νά πέσουμε στά σαρκικά πάθη πού εἶναι μικρότερα, ὥστε νά ταπεινωθοῦμε καί νά σωθοῦμε.

«Ἕνας ἀδελφός ρώτησε τόν ἀββᾶ Παλλάδιο: Πές μου, πάτερ, τί νά κάνω; Τρία χρόνια τώρα νηστεύω δύο μέρες συνεχόμενες καί τρώγω τήν τρίτη. Καί ὅμως δέν μπορῶ νά λυτρωθῶ ἀπό τό δαίμονα τῆς πορνείας. Παιδί μου, ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας, ὅταν ὁ Θεός ἔστειλε στούς Ἰσραηλῖτες τόν προφήτη Ἡσαΐα, τοῦ εἶπε: «Ἀναβόησον ἐν ἰσχύϊ καὶ μὴ φείσῃ, καὶ ἀνάγγειλον τῷ λαῷ μου τὰ ἁμαρτήματα αὐτῶν. Ἐμὲ ἡμέραν ἐξ ἡμέρας ζητοῦσι καὶ ἐγγίζειν μοι ἐπιθυμοῦσι λέγοντες· τί ὅτι ἐνησταύσαμεν καὶ οὐκ εἶδες; Έταπεινώσαμεν τὰς ψυχὰς ἡμῶν καὶ οὐκ ἔγνως;» (Ἡσ. 58,1-3).

Φώναξε δηλαδή δυνατά καί μήν τούς λυπηθεῖς καί πές στόν λαό τίς ἁμαρτίες τους. Πές τούς καταπρόσωπο, ἀκόμα καί ἄν δέν τούς ἀρέσει, τά λάθη τους. Ἐμένα, λέει ὁ Θεός, μέ ζητᾶνε κάθε μέρα καί λένε ὅτι θέλουν νά Μέ πλησιάσουν. Καί λένε ὅτι νήστεψαν καί ταπεινώσανε τίς ψυχές τους. Τοῦ λένε τότε: Ἐμεῖς τά κάναμε αὐτά καί Σύ κάνεις πῶς δέν τά ξέρεις; Τότε ὁ Θεός τούς ἔδωσε αὐτή τήν ἀπάντηση:

«Ἐν ταῖς ἡμέρες τῶν νηστειῶν ὑμῶν εὑρίσκεστε ποιοῦντες τά θελήματα ὑμῶν καί τούς ὑποχειρίους ὑμῶν κακοποιεῖτε καί πάντας τούς ὑπεναντίους ὑμῶν κατανύσσετε καί νηστεύετε εἰς κρίσεις καί μάχας, ὥστε ἀκονστήν γενέσθαι ἐνώπιον Κυρίου τήν κραυγή ὑμῶν. Οὐ ταύτην τήν νηστεία ἐξελεξάμην, λέγει Κύριος, οὐδ᾿ ἂν κάμψῃς ὡς κρίκον τὸν τράχηλόν σου καὶ σάκκον καὶ σποδὸν ὑποστρώσῃ, οὐδ᾿ οὕτω καλέσετε νηστείαν δεκτήν» (Ήσ. 58,3-5) .

Τίς μέρες δηλαδή πού νηστεύετε, τίς ἴδιες μέρες κάνετε καί τά θελήματά σας. Κακοποιεῖτε τούς ὑποχειριούς σας, τούς κατωτέρους σας καί αὐτούς πού σᾶς ἀντιπαθοῦν. Νηστεύετε, ἀλλά κρατᾶτε κακίες καί ἔχετε διαμάχες καί μίση μεταξύ σας. Αὐτή ἡ ἁμαρτία γίνεται σάν μία βοή πρός τόν Θεό. Δέ θέλω ἐγώ αὐτήν τη νηστεία, λέει ὁ Θεός.

Ὁ Θεός θέλει τήν ἐλευθερία μας, τή βούλησή μας. Νά τά δώσουμε, νά τά προσφέρουμε στό Θεό, ζητώντας νά γίνει τό δικό του θέλημα. Αὐτό θέλει ὁ Θεός. Συνεχίζει λέγοντας στούς νηστεύοντες ὅτι ἀκόμη καί ἄν ἀπό τήν πολλή νηστεία ὁ λαιμός σου γίνει σάν κρίκος καί δέ στηρίζεται τό κεφάλι σου, ἀκόμα καί ἄν κάθεσαι πάνω σέ στάχτη καί φορᾶς στάχτη -ἦταν ὁ τρόπος γιά νά δείξουν τήν μετάνοιά τους οἱ Ἑβραῖοι- καμία ἀπό αὐτές τίς νηστεῖες δέν εἶναι ἀποδεκτή στό Θεό.

«Κι ἐσύ λοιπόν, παιδί μου, ἄν νηστεύεις ἀπό φαγητά καί κακολογεῖς κάποιον ἤ κατακρίνεις, ἤ μνησικακεῖς, ἤ ἀποδέχεσαι πονηρούς λογισμούς, ἤ ἐπιθυμεῖς κάτι ἡδονικό, ἤ ἀπαγορευμένο καί μέ τό νοῦ σου συγκατατίθεσαι στήν ἐπιθυμία, πῶς θέλεις νά λυτρωθεῖς ἀπό τόν πόλεμο τῆς πορνείας;».

Ἀκόμα καί ἄν κάνεις μεγάλες ἐξωτερικές νηστεῖες, ἄν δέν τηρήσεις τά παραπάνω, δέν θά νικήσεις τόν πόλεμο. Δέν πρέπει νά ρίχνουμε τό βάρος καί τήν εὐθύνη στόν δύσκολο πόλεμο, ἀλλά καί σ’ ἐμᾶς. Φταῖμε και ’μεῖς. Γιά νά ἐπιμένει ὁ διάβολος καί νά μᾶς πειράζει, αὐτό δείχνει ὅτι βρίσκει ἔδαφος. Ἄν τόν περιφρονούσαμε καί λειτουργούσαμε στό ‘κατά φύσιν’, θά ἔφευγε.

«Ἡ μήπως δέν ξέρεις, πῶς ὁποῖος ἱκανοποιεῖ νοερά τήν ἐπιθυμία του, αὐτός χορταίνει καί μεθάει ἀκόμα καί χωρίς τά ὑλικά φαγητά καί ποτά;»

Μπορεῖ νά μήν ἁμαρτάνεις μέ τό σῶμα σου, ἀλλά μέ τό νοῦ σου. Κι αὐτό εἶναι πτώση πού τρέφει τόν διάβολο καί δέ σέ ἀφήνει.

«Ἄν λοιπόν θέλεις νά γίνει δεκτή ἤ νηστεία σου ἀπό τό Θεό, φυλάξου πρῶτα-πρῶτα ἀπό κάθε πονηρό λόγο, ἀπό κάθε καταλαλιά καί κατάκριση», πού εἶναι ὑπερηφάνεια καί προκαλεῖ τόν πονηρό. «Γενικά, ὅπως εἶναι γραμμένο, ‘οὐ παραδέξη ἀκοήν ματαίαν’»(Εξ. 23,1).

Ἀρνήσου νά ἀκούσεις πονηρά καί μάταια πράγματα γιατί αὐτό θά βλάψει καί ἐσένα πού ἀκοῦς καί αὐτόν πού σοῦ τά λέει.

«Καθάρισε τήν καρδιά σου ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἀπό κάθε μνησικακία καί αἰσχροκέρδεια. Δάμασε τό σῶμα σου μέ πολλές μετάνοιες καί ἀγρυπνίες καί ἄλλους κόπους, καθώς καί μέ ἰδιαίτερη μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ».

Μᾶς ἀναφέρει καί τά ἄλλα ὄπλα πού δαμάζουν τό σῶμα. Οἱ μετάνοιες καί οἱ γονυκλισίες εἶναι καί αὐτές σωματικός κόπος, ἀλλά καί ψυχοσωματική ταπείνωση. Μέ τόν τρόπο αὐτό καί ταπεινώνεσαι καί κουράζεσαι. Τότε ἔρχεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί διώχνεις τόν δαίμονα τῆς πορνείας καί τῆς ὑπερηφάνειας. Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἐπίσης ἐξαγνίζει τήν ψυχή καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστιανός πρέπει καθημερινά νά διαβάζει τό Εὐαγγέλιο.

«Ὅταν πηγαίνεις γιά ὕπνο, νά μήν ξαπλώνεις ἀναπαυτικά στό κρεβάτι, ἀλλά νά κοιμᾶσαι καθιστός. Μ’ αὐτά καί τά παρόμοια ὅταν παιδαγωγοῦνται οἱ νέοι, μποροῦν, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἐπιβληθοῦν στόν πόλεμο τῆς πορνείας. Γι’ αὐτό καί οἱ πατέρες θέσπισαν νά μή μένουμε σέ κελί ἤ ἐρημητήριο, ἀλλά νά ζοῦμε σέ κοινόβιο καί νά μπαίνουμε σέ κοινό πρόγραμμα καί νά δαμάζουμε τόν ἑαυτό μας μέ πολλούς κόπους».

Μέ τούς πολλούς κόπους δαμάζεις τήν σάρκα. Στό κοινόβιο θά φᾶς μία ἤ δύο φορές τήν ἡμέρα καί μετά ἡ τράπεζα κλειδώνει. Δέν μπορεῖς νά τρῶς ὅποτε θέλεις ἐσύ.

Ὁ ἀββάς Ἀντώνιος εἶπε: «Κατά τή γνώμη μου, τό σῶμα ἔχει φυσική καί ἔμφυτη κλίση πρός τίς ἐπιθυμίες, ἡ ὁποία ὅμως δέν ἐνεργεῖ χωρίς νά θέλει ἡ ψυχή».

Τό σῶμα δέν κάνει κάτι αὐτονομημένα, ἄν δέν τό θέλει καί ἡ ψυχή. Ἔχει μέν τήν κλίση πρός τίς ἐπιθυμίες, ἀλλά ἄν δέν συγκατατεθεῖ καί ἡ ψυχή δέν μπορεῖ νά κάνει κάτι.

«Παραμένει ἁπλά στό σῶμα σάν μία κλίση ἀπαθής. Ὑπάρχει βέβαια καί ἄλλη κλίση, πού γεννιέται ἀπό τή διατροφή καί τήν καλοπέραση τοῦ σώματος μέ φαγητά καί ποτά. Ἀπ’ αὐτά παράγεται θέρμη, ποῦ διεγείρει τό σῶμα πρός τήν πραγματοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν».

Μπορεῖς δηλαδή νά ξεσηκώσεις τίς ἐπιθυμίες καί τό σῶμα, ἄν τό κακομάθεις μέ τά φαγητά καί μέ τά ποτά.

«Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος λέει: «μὴ μεθύσκεσθε οἴνῳ ἐν ᾧ ἐστὶ ἀσωτία» (Εφ. 5,18). Ὁ Κύριος στό Εὐαγγέλιο λέει: «Προσέχετε ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ»(Λουκ. 21,34).

Νά μή βαρεθοῦν οἱ καρδιές μας ἀπό κρεπάλη, ξεφαντώματα καί μέθη. Κάποιοι λένε ὅτι ἡ Ἐκκλησία πρίν τίς μεγάλες νηστεῖες, ἔχει κατάλυση εἰς πάντα, ὥστε νά μπορέσουμε νά ξεδώσουμε ἐν ὄψει τῆς νηστείας πού ἔρχεται. Δέν ἰσχύει αὐτό. Κάθε ἄλλο, ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὁδηγεῖ πολύ ἁπαλά στό νά προσαρμοστοῦμε στή νηστεία. Εἶναι ἀδιανόητο νά συμμετέχει ὁ Χριστιανός στίς γιορτές πού ξεφαντώνουν καί μεταμφιέζονται. Εἶναι μεγάλη ἁμαρτία.

«Ὑπάρχει, τέλος, καί μία τρίτη κλίση, ποῦ προκαλεῖται ἀπό τήν ἐπιβουλή καί τόν φθόνο τῶν δαιμόνων σέ ὅσους ἀγωνίζονται».

Ὑπάρχει λοιπόν, ἡ ἀπαθής φύση τῆς σάρκας πρός τίς σαρκικές ἡδονές. Ὑπάρχει μία δεύτερη ροπή πού τήν δημιουργοῦμε ἐμεῖς μέ τό πολύ φαγητό καί τήν πολλή ἀνάπαυση. Τέλος, ὑπάρχει καί μία τρίτη πρός τήν σαρκική ἁμαρτία, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τόν διάβολο, πού μᾶς ξεσηκώνει. Ἐνῶ κάποιος προσέχει, κάνοντας ἐγκράτεια, ἐπειδή ὁ διάβολος ζηλεύει αὐτήν τήν πνευματική πρόοδο, τόν πειράζει ὁ ἴδιος.

«Πρέπει λοιπόν νά γνωρίζουμε, ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς κλίσεις σωματικῆς ἐπιθυμίας: μία φυσική, μία ἀπό κατάχρηση φαγητῶν καί μία ἀπό τούς δαίμονες. Γι’ αὐτό, ὁποῖος ἀγωνίζεται, πρέπει νά γνωρίζει καλά τή διαφορά τους καί νά μήν ἀγνοεῖ τά αἴτιά τους, ὥστε νά ἀντιμετωπίζει τήν καθεμιά μέ τόν πιό κατάλληλο καί πρόσφορο τρόπο».

«Ἕνας ἀδελφός ρώτησε τόν ἀββᾶ Ποιμένα: Τί νά κάνω, ποῦ μέ πολεμοῦν ἤ πορνεία καί ὁ θυμός; Τότε ὁ γέροντας, παραπέμποντάς τον στήν Ἁγία Γραφή, τοῦ ἀπάντησε: Ὁ Δαβίδ ἔλεγε: «Τόν μέν λέοντα ἐπάτασσον, τήν δέ ἄρκτον ἀπέπνιγον» (Α’ Βασ. 17,34-37). Αὐτό συμβολικά σημαίνει, ὅτι τό θυμό πρέπει νά τόν κόβουμε μέ τή μακροθυμία», μέ τήν ἀναβολή τοῦ θυμοῦ, τήν αὐτοσυγκράτηση, «καί τή σαρκική ἐπιθυμία νά τήν καταστέλλουμε μέ σωματικούς κόπους καί μέ νηστεία».

Τό θυμό νά τόν πνίγεις, ἐνῶ τή σαρκική ἐπιθυμία νά τήν καταστέλλεις. Αὐτή εἶναι καί ἡ ἔννοια τῆς νηστείας. Νά μειωθοῦν οἱ δυνάμεις τοῦ σώματος, ν’ ἀδυνατίσει ἡ σάρκα, ὥστε νά πάψει καί ὁ πόλεμος.

«Ἕνας γέροντας εἶπε σέ κάποιον ἀδελφό, ποῦ τόν πολεμοῦσε ἤ πορνεία: ‘Ἀδελφέ, θέλεις νά σωθεῖς ἐνῶ κοιμᾶσαι;» Δέ γίνεται αὐτό. «Πήγαινε, μόχθησε, κοπίασε, ζήτησε καί θά βρεῖς.

Τό εἶπε καί ὁ Χριστός μας ὅ,τι ἄν Τοῦ ζητήσουμε, θά τό βροῦμε.

«Ξύπνα, χτύπησε τή θύρα τοῦ θείου ἐλέους καί θά σοῦ ἀνοιχθεῖ. Εἶπε πάλι ὁ Χριστός νά τοῦ χτυπήσουμε τήν πόρτα καί Αὐτός θά μᾶς ἀνοίξει» (Ματθ. 7,7-8).

Ἄν λοιπόν ἔχουμε πρόβλημα, νά ἀπευθυνθοῦμε στόν Θεό μέ τήν προσευχή καί τούς σωματικούς κόπους. Ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τήν θυσία καί κοπιάζει, ἔρχεται ἡ Θεία Χάρη. Αὐτό ὅμως μπορεῖ νά προκαλέσει ὑπερηφάνεια. Ἄρα δέν εἶναι ὁ κόπος πού θά κάνει κάποιος, ἀλλά ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, πού καταστρέφει τά πάθη. Μέ τή δική μας ὅμως προσπάθεια, δείχνουμε τή διάθεσή μας καί τήν ταπείνωσή μας καί ἕλκουμε τήν Θεία Χάρη.

«Ὑπάρχουν στόν κόσμο ἄνθρωποι, ποῦ καλοτυχίζονται ἀπ’ ὅλους καί στεφανώνονται ἐπειδή, ἄν καί δέχονται πολλά χτυπήματα, ὅμως στέκονται ἀκλόνητοι. Πολλές φορές μάλιστα καί ἕνας μόνο, μολονότι χτυπιόταν ἀπό δύο, ἔκανε κουράγιο στίς πληγές καί νίκησε αὐτούς ποῦ τόν χτυποῦσαν. Ἄν λοιπόν ἐκεῖνοι δείχνουν τέτοιαν ὑπομονή γιά ἐπίγειο κέρδος, δέν πρέπει νά σταθεῖς ἐσύ μέ μεγαλύτερη καρτερία γιά τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, τή στιγμή μάλιστα ποῦ ἔχεις καί τό Θεό σύμμαχο;».

Ὁ πόλεμος ὁ σαρκικός εἶναι ἀδυσώπητος. Στόν γέροντα Ἰωσήφ τόν Ἡσυχαστή, ὁ διάβολος γιά ὀκτώ χρόνια τόν ταλαιπωροῦσε κάνοντάς του σαρκικό πόλεμο. Ἐκεῖνος ὅμως δέν ἔπαυε νά προσπαθεῖ. Ἔκανε νηστεία. Ὅμως ὁ διάβολος πού τόν φθονοῦσε, τόν βασάνιζε.

Πολλοί γιά νά πάρουν ἐπίγεια δόξα, ἕνα χειροκρότημα, κάποια χρήματα, νά λάβουν ἐπαίνους, κάνουν φοβερές θυσίες. Γιά παράδειγμα, οἱ ἀθλητές κάνουν πολλή ὑπομονή ταλαιπωρώντας τό σῶμα τους, ὥστε νά πάρουν τό κύπελλο καί νά τούς δοξάσουν οἱ ἄνθρωποι. Δέν κερδίζουν ὅμως κάτι οὐσιαστικό, καθώς μετά ἀπό κάποια χρόνια θά ξεχαστοῦν ἀπό τούς ἀνθρώπους, παρ’ ὅλους τους κόπους πού κατέβαλαν. Ἄν λοιπόν αὐτοί δείχνουν τόση ὑπομονή γιά τό ἐπίγειο κέρδος, δέν πρέπει νά σταθοῦμε ἐμεῖς μέ μεγαλύτερη καρτερία, γιά τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔχοντας ὡς σύμμαχό μας τόν Θεό; Ἄν γίνεις Ἅγιος, θά διαρκέσει αἰώνια, θά σέ θυμοῦνται οἱ πάντες καί πάνω ἀπό ὅλα ὁ Θεός. Ἀξίζει λοιπόν νά ὑπομείνεις τούς κόπους. Αὐτό τό κάνεις γιά τά ἐπίγεια πράγματα, πόσο μᾶλλον γιά τά αἰώνια.

Ἀπορίες:

– Ὁ Ἅγιος Βενέδικτος, δημιούργησε τούς Βενεδικτίνους. Αὐτοί ὅμως ἦταν καθολικοί.

– Ὁ Ἅγιος Βενέδικτος ἦταν Ὀρθόδοξος Ἅγιος. Ἀργότερα, οἱ αἱρετικοί πάπες ἵδρυσαν αὐτό τό τάγμα καί γενικά τά αἱρετικά τάγματα πού ὑπάρχουν στήν Δύση.

– Κάποιος γέροντας ἔλεγε ὅτι δέν εἴμαστε σωματοκτόνοι, ἀλλά παθοκτόνοι. Αὐτό ὅμως ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ αὐτό πού ἀναφέραμε παραπάνω μέ τόν γέροντα πού χτυποῦσε τόν ἑαυτό του κάνοντας κακό στό σῶμα του. Αὐτό, ὅπως ἀκούγεται, ἦταν ἀκραῖο.

– Ὁ γέροντας Ἰωσήφ στό τέλος τῆς ζωῆς του ὁμολόγησε, ὅτι ἄν εἴχαμε συνειδητοποιήσει τί σημαίνει Θεῖος ἔρωτας, θά μπορούσαμε κάποια πράγματα νά μήν τά εἴχαμε κάνει. Θά μπορούσαμε νά πηγαίναμε πιό εὔκολα καί πιό ἀναίμακτα. Τό γεγονός αὐτό ἀναφέρθηκε σάν παράδειγμα, γιά νά καταλάβετε τήν ἀποφασιστικότητα πού πρέπει νά ἔχουμε, ὥστε νά καταπολεμήσουμε τό σαρκικό πόλεμο, ὄχι γιά νά τό κάνετε κι ἐσεῖς. Φυσικά δέν πρέπει νά τό κάνετε. Ἄν κάποιος θελήσει νά τό κάνει, πρέπει πρῶτα νά ρωτήσει τόν πνευματικό του.

Ἐκεῖνο ὅμως πού πρέπει ὅλοι νά κάνουμε, εἶναι ν’ ἀγαπήσουμε τόν Θεό. Ὁ Θεός θέλει τήν πρώτη ἀγάπη μας νά τήν δώσουμε σέ Αὐτόν. Νά Τόν ἀγαπήσουμε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον. Γι’ αὐτό εἶπε ὅτι ἄν δέν μισήσουμε τήν γυναίκα μας, τήν μητέρα, τό παιδί μας ἀκόμα καί τόν ἑαυτό μας, τήν ζωή μας, δέν μποροῦμε νά εἴμαστε μαθητές Του (Ματθ.10,37). Δέν μποροῦμε ν’ ἀρχίσουμε νά πραγματώνουμε τόν σκοπό τῆς ὕπαρξής μας, τό κάθ΄ ὁμοίωσιν. Αὐτό σημαίνει νά εἴμαστε μαθητές τοῦ Χριστοῦ.

Πρέπει λοιπόν ν’ ἀρνηθοῦμε τόν ἑαυτό μας καί νά σηκώσουμε τόν σταυρό μας. Νά ἔχουμε αὐτό τό ἅγιο μίσος πρός κάθετι πού μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Ὁ Θεός ζητάει τά πάντα. Εἶναι ἀπόλυτος. Θέλει νά «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης της ἰσχύος σου»(Λουκ. 10,27). Δέν μπορεῖς ν’ ἀγαπᾶς κι ἄλλα καί νά εἶσαι καί δικός Του, τότε εἶσαι πόρνος καί μοιχός.

Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό φρόνημα τῶν Ἁγίων καί ἔτσι πρέπει νά σκεφτόμαστε κι ἐμεῖς, ἀφοῦ πρέπει νά γίνουμε Ἅγιοι. Πρέπει νά ἀφήσουμε πίσω ὅλα ὅσα μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Χριστό (τί θά πεῖ ὁ κόσμος, τά ὑλικά ἀγαθά, τούς δικούς μας ἀνθρώπους).

Γιά παράδειγμα πολλοί νέοι σήμερα δέν παντρεύονται μέ θρησκευτικό γάμο, γιατί ὅπως λένε χρειάζεται νά μαζέψουν ἕνα μεγάλο χρηματικό ποσό. Τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ ποσοῦ, τό δίνουν στό γλέντι. Ὅμως τό γλέντι δέν χρειάζεται νά γίνει. Ἡ οὐσία εἶναι νά ἑνωθεῖ τό ζευγάρι μέ τά ἱερά δεσμά τοῦ γάμου. Ὅμως διστάζουν νά μήν κάνουν γλέντι, γιατί σκέφτονται τά ἀρνητικά σχόλια τοῦ κόσμου. Ἔτσι πορνεύουν, μέχρι νά μαζέψουν χρήματα γιά νά κάνουν τά κοσμικά! Ὅμως δέν σκέφτονται ὅτι κανείς δέν ξέρει πότε ὁ Θεός θά τόν πάρει ἀπό αὐτήν τήν μάταιη καί ἐπίγεια ζωή. Τότε τί θά πεῖ κατά τήν Κρίση;

Αὐτό εἶναι ἕνα παράδειγμα ἐξάρτησης πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό.

Πλέον βάζουν τόν μαμωνά πάνω ἀπό τόν Χριστό. Ἀποφασίζουν δηλαδή νά κάνουν πολιτικό γάμο, γιά νά πάρουν χρήματα, ἐπιδόματα, δάνεια πού χορηγεῖ τό κράτος καί μετά λένε ὅτι θά κάνουν ὅταν μπορέσουν καί θρησκευτικό γάμο. Βάζουν τόν Θεό σέ δεύτερη μοίρα. Κάποιοι κάνουν καί βάφτιση μέ τόν γάμο. Αὐτό εἶναι ἐμπαιγμός. Ἀκολουθώντας τή μόδα ἔρχεσαι σέ ἀντίθεση μέ τόν Χριστό. Ἡ μόδα εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα συνήθεια τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος εἶναι ὁ ἐχθρός του Χριστοῦ. Γιατί δέ γίνεται μόδα νά ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ταπείνωση καί ἁγνότητα;

Ὅλα ὅσα ὑπάρχουν στόν κόσμο (τηλεόραση, διαδίκτυο, ἐφετεῖο, καναλάρχες κ.λ.π.) δέν ὑποστηρίζουν τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, γιατί εἶναι μέ τό μέρος τοῦ πονηροῦ. Γι’ αὐτό χρειάζεται σκληρός ἀγώνας, ἄσκηση καί ἐγκράτεια, ἀλλά κυρίως ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση νικάει κυρίως τόν σαρκικό πειρασμό, ἐνῶ τόν φουντώνει ἡ ὑπερηφάνεια, ὁ ἐγωισμός. Ἡ ἐγκράτεια ταπεινώνει τό σῶμα καί συνταπεινώνει καί τήν ψυχή. Ὅταν ἀδυνατίσεις τό σῶμα μέ τήν ἐγκράτεια, τοῦ ὕπνου ἤ τοῦ φαγητοῦ τό ταπεινώνεις.

Ἡ ψυχή ἀνάλογα μέ τό σῶμα διαμορφώνεται πάντα.

Οἱ Ἅγιοι ὅλα τά ὑλικά ἀγαθά τά εἶχαν δεύτερης ποιότητας, φτωχικά, ταπεινά (τό φαγητό, τά ροῦχα). Ὁ Χριστός μας ἔτρωγε κριθαρένιο ψωμί πού εἶναι δεύτερης ποιότητας, δέν ἔτρωγε σιταρένιο. Ἐπέλεξε νά ἀνέβει σέ γαϊδουράκι πού εἶναι ταπεινό ζῶο, ὄχι σέ ἄλογο πού εἶναι ὑπερήφανο. Ὅλα ἦταν φτωχικά. Δέν εἶχε σπίτι, οὔτε περιουσία, ζοῦσε μέ ἐλεημοσύνες. Κάποιες γυναῖκες, πού εἶχαν θεραπευτεῖ, ἔβαζαν χρήματα στό κοινό ταμεῖο καί ἔτσι ἔτρωγαν, ὁ Χριστός καί οἱ Ἀπόστολοι. Ἔτσι ζοῦσαν καί οἱ Ἅγιοι. Ὅλα αὐτά γίνονται γιά νά ταπεινωθεῖ τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά ἑλκυσθεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί νά γίνεις ἕνα μέ τόν Θεό. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο μυστικό.

Τό δεύτερο μυστικό γιά νά πετύχουμε τό καθ’ ὁμοίωσιν εἶναι νά μπαίνουμε ἑκούσια κάτω ἀπό ὅλους, νά θεωροῦμε ὅτι εἴμαστε κατώτεροι. Ὁ κοσμικός ἄνθρωπος κάνει τό ἀντίθετο. Πιστεύει ὅτι εἶναι ἐξέχουσα προσωπικότητα, ὅτι εἶναι ἀνώτερος ὅλων.

Τό τρίτο μυστικό εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Εἶναι μία ζητιανιά, μία ταπείνωση. Ἐνῶ ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος στηριζόμενος στόν ἑαυτό του, δέν προσεύχεται. Ὁ ταπεινός ζητά ἀπό τόν Θεό νά τακτοποιήσει τά θέματα πού τόν ἀπασχολοῦν, γιατί ἐκεῖνος δέν ξέρει πῶς νά τά χειριστεῖ. Αὐτό εἶναι ταπείνωση κι ἔτσι ἔρχεται ἡ Χάρις, ὁ Θεός.

Ξέρουμε ὅτι μποροῦμε νά θλιβόμαστε, ἀλλά ὄχι νά στεναχωριόμαστε. Ποιά εἶναι ὅμως ἡ διαφορά θλίψης ἀπό τήν στεναχώρια;

Ἡ θλίψη εἶναι κάτι πού ἔρχεται ἀπό ἔξω. Γιά παράδειγμα, ἕνας πειρασμός, μία ἀρρώστια, μία οἰκονομική δυσπραγία, ἕνας τυφώνας, σεισμός, πρόβλημα στό σπίτι καί πολλά ἄλλα, ἔρχονται ἀπό τόν Θεό, εἴτε κατ’ εὐδοκία, εἴτε κατά παραχώρηση. Σίγουρα εἶναι γιά τό καλό μας. Ὡς ἐκ τούτου, δέν πρέπει νά στεναχωριόμαστε γι’ αὐτά, ἀφοῦ ὁ Θεός μᾶς τά στέλνει γιά πνευματική μας ὠφέλεια. Πρέπει λοιπόν νά τά ἀξιοποιήσουμε σωστά. Αὐτό σημαίνει νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό γιά ὅτι μᾶς συμβαίνει. Νά νιώσουμε ὅτι μᾶς ἀξίζουν οἱ δυσκολίες πού μᾶς στέλνει.

Ἐκεῖνο πού μᾶς προξενεῖ μία στεναχώρια, εἶναι οἱ ἁμαρτίες πού τίς κάνουμε μόνοι μας. Ὡστόσο, ἀκόμα κι αὐτό δέν πρέπει νά μᾶς κάνει νά στεναχωριόμαστε. Αὐτό διορθώνεται μέσω τῆς συντριβῆς,. Ὁ Ἅγιος Νικόδημος λέει ὅτι αὐτό εἶναι τό ἔσχατο μέσο. Ἄν δέ διορθωθοῦμε μέ τίς ὑποδείξεις καί τίς ἐξωτερικές καταστάσεις πού θά παραχωρήσει ὁ Θεός καί δέν συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ Θεός μᾶς στέλνει μηνύματα μετάνοιας, θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά πέσουμε σέ χειρότερες ἁμαρτίες, ὥστε στό τέλος νά συντριβοῦμε. Ἄρα ἡ συντριβή εἶναι τό μέσο γιά νά ταπεινωθοῦμε, νά μετανιώσουμε.

Οἱ ἄνθρωποι πού φτάνουν σέ ἀκραῖα σημεῖα, μετανιώνουν πικρά καί συντρίβονται καί στό τέλος ἐκτοξεύονται στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός ἀναφέρει ὅτι οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες προλαβαίνουν τούς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους στήν Βασιλεία Του. Μετανοοῦν καί πηγαίνουν πιό γρήγορα ἀπό τούς ὑποτιθέμενους καλούς ἀνθρώπους. Κατά συνέπεια δέν πρέπει νά κατακρίνουμε κανέναν.

– Ἄν, γιά παράδειγμα, ἕνας ἰατρός κάνει λάθος μία διάγνωση καί ἐπιδεινώνει τήν ὑγεία τοῦ ἀσθενοῦς μέ τήν ἀγωγή πού δίνει, μπορεῖ νά στεναχωρηθεῖ γιά τό λάθος του;

– Κι αὐτό δέν πρέπει νά τόν στεναχωρήσει! Εἶναι ἐγωιστικό νά στεναχωρηθεῖ νά πεῖ πῶς τό ἔπαθα ἐγώ αὐτό. Ἡ ὑπερβολική στεναχώρια γιά τά λάθη μας εἶναι ἁμαρτία πού πηγάζει ἀπό τόν ἐγωισμό μας. Ὁ ὑπερήφανος, δέν μπορεῖ νά δεχτεῖ πῶς ἔπεσε τόσο χαμηλά, πῶς ἔκανε αὐτός τέτοιο λάθος. Μπαίνει μπροστά τό ἐγώ του. Ἀντίθετα ὁ ταπεινός ἄνθρωπος συνειδητοποιώντας τήν ἀναξιότητά του, ζητᾶ συγχώρεση καί βοήθεια ἀπό τόν Παντοδύναμο Θεό.

Ἀκόμα καί στά λάθη μας νά μήν καταθλιβόμαστε γιατί καί αὐτό εἶναι κρυμμένος ἐγωισμός.

– Πολλοί ὑποστηρίζουν ὅτι ἐπειδή ὁ Χριστός ἦταν Ἑβραῖος, ἡ θρησκεία μας ἔχει ἑβραϊκές ρίζες. Τί θά μπορούσαμε νά ποῦμε;

– Ὁ χριστιανισμός δέν εἶναι θρησκεία, εἶναι θεραπεία, ἐμπειρία καί ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι ἕνα ἐργαλεῖο γιά νά ἱκανοποιηθοῦν οἱ ἀνάγκες μας καί οἱ ἐπιθυμίες κάποιων ἀνθρώπων γιά εὐδαιμονία. Αὐτό εἶναι θρησκεία. Θέλουν σέ αὐτό καί ἕναν σύμμαχο τόν Θεό. Ἀλλά οὐσιαστικά οἱ ἄνθρωποι μέ αὐτό τόν τρόπο, δέν ἔχουν ψυχική ὠφέλεια. Αὐτό κάνουν ὅσοι πιστεύουν ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι θρησκεία. Ἀνάβουν μία λαμπάδα, κρεμᾶνε ἕνα σταυρό στό αὐτοκίνητο, κάνουν ἕνα ἐκκλησάκι ἐκεῖ πού σώθηκαν ἀπό τρακάρισμα, ἀλλά συνεχίζουν τήν ἄπιστη ζωή τους.

Οἱ σωστοί Ὀρθόδοξοι ὅμως, ἀλλάζουν ζωή. Τότε ζοῦν τόν Θεό, ἔρχεται ὁ Θεός καί μᾶς βρίσκει. Ὁ π. Πορφύριος ἔλεγε ὅτι δέν ξέρουμε τίποτα ἀπό τόν Χριστό. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τελείως ἄλλος καί βρίσκεται τελείως ἀλλοῦ. Ὁ νοῦς του εἶναι στόν Χριστό. Ὁ Χριστιανός εἶναι μία καινούρια δημιουργία. Θά λέγαμε ὅτι ἡ δημιουργία δέν ἔχει σταματήσει. Ὁ Θεός συνεχίζει νά φτιάχνει καινούριες κτίσεις, καινούριους ἀνθρώπους μέσα στήν Ἐκκλησία. Αὐτή εἶναι τό ἐργαστήριο τοῦ Θεοῦ, ὅπου συνεχίζεται ἡ δημιουργία. Ὅποιος μπαίνει ἐκεῖ μέσα, ξαναπλάθεται καί γίνεται τελείως καινούριος ἄνθρωπος. Αὐτό εἶναι ὁ Χριστιανός, ἕνας πλήρως ἀνακαινισμένος ἄνθρωπος.

– Πῶς ἐξηγεῖται ἡ ἐμπειρία;

– Ἡ ἐμπειρία δέν ἐξηγεῖται, βιώνεται. Ὅταν μπεῖς μέσα στήν Ἐκκλησία, μετά θά τόν ζήσεις τόν Χριστό. Τότε θά ἔχει ἐμπειρίες θεϊκές. Ὁ κόσμος σήμερα ψάχνει γιά ἐμπειρίες. Γι’ αὐτό χάσαμε τά παιδιά. Καί ὄχι μόνο χάσαμε τά παιδιά , ἀλλά καί τόν ἑαυτό μας. Τό πρόβλημα καί τήν ζημιά τά προκαλοῦν οἱ μεγάλοι, ὄχι τά παιδιά. Τά παιδιά πού ἔρχονται κοντά στήν Ἐκκλησία πορεύονται σωστά. Μέ τούς μεγάλους ὑπάρχει πρόβλημα, τούς μεσήλικες, πού ἔχουν ἀντιληφθεῖ λάθος τόν χριστιανισμό. Οἱ μεγάλοι γογγύζουν, ὄχι τά παιδιά. Γογγύζουν λέγοντας ὅτι ὅσα πρέπει νά κάνουμε εἶναι ἀκατόρθωτα, ὅτι δέν γίνονται. Μά φυσικά καί δέν γίνεται νά τά πετύχεις ἐσύ! Θά τά κάνει ὅλα ὁ Χριστός ἄν Τόν ἀκολουθήσεις, ἄν Τόν βιώσεις.

Ὅταν δέν ἔχουμε τήν ἐμπειρία, δέν αἰσθανόμαστε τόν Θεό μέσα μας. Τότε ὅλα αὐτά φυσικά καί εἶναι ἀδύνατο νά ἐπιτευχθοῦν. Ὅσο πιό καθαρός γίνεται κάποιος, τόσο περισσότερο αἰσθάνεται τόν Χριστό. Αὐτό ψάχνουν τά παιδιά. Ὑπάρχουν παιδιά πού ἔπερναν ναρκωτικά καί πῆγαν σέ μία ἀγρυπνία. Αὐτά τά παιδιά ὁμολόγησαν μετά τήν ἀγρυπνία ὅτι αὐτό πού ἔζησαν στήν ἀγρυπνία, ἦταν ἀκριβῶς ὅ,τι ἔψαχναν στά ναρκωτικά. Φυσικά ἐκεῖ βρῆκαν μία καρικατούρα, μία δαιμονική ἔκδοση. Ἔψαχναν αὐτήν τήν πληρότητα καί τήν βρῆκαν στήν ἀγρυπνία, στόν Θεό.

Ἔδωσε ἕνας πάτερ σέ κάποιο παιδί ἕνα κομποσκοίνι. Ἐκεῖνο δέν ἤξερε κάν ὅτι αὐτό πού τοῦ δόθηκε ἦταν κομποσκοίνι, οὔτε τήν χρησιμότητά του. Ρώτησε τότε τί νά κάνει μέ αὐτό τό σκοινί. Ὁ πάτερ τοῦ ἐξήγησε ὅτι σέ κάθε κόμπο θά λέει «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μέ». Μέσα σέ μία ὥρα τό παιδί ἔκλαιγε μέ λυγμούς. Τότε ὁ γέροντας τόν ρώτησε τί ἔπαθε. Ἐκεῖνο τοῦ εἶπε ὅτι μέ αὐτήν τήν εὐχή πού ἔλεγε τοῦ ἦρθαν δάκρυα καί δέν γνώριζε τό γιατί. Ἐνήργησε ἡ εὐχή μέσα του. Τό παιδί τό εἶχαν μαζέψει ἀπό νυχτερινά κέντρα. Βρέθηκε σέ μία ἀγρυπνία καί τόν βρῆκε ὁ Θεός, ὄχι ἐκεῖνος τόν Θεό.

Στήν Ὀρθοδοξία ὁ Θεός βρίσκει τόν ἄνθρωπο, ὄχι ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό. Ἀντίθετα στίς ὑπόλοιπες θρησκεῖες ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά βρεῖ τόν Θεό. Δέν μπορεῖ τό κτιστό νά ἀνέβει στό ἄκτιστο. Τό παιδί αὐτό εἶχε τό βάπτισμα, τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί αὐτή ἡ Χάρη ἐνεργοποιήθηκε μέ τήν εὐχή. Αὐτή εἶναι ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ.

Τήν βρῆκε τόσο γρήγορα γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη. Λίγο νά δεῖ ὅτι προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος καί συμβαίνει ὅπως μέ τόν ἄσωτο Υἱό. Βγαίνει ἀπ’ ἔξω καί σέ προϋπαντᾶ. Δέν περιμένει νά μπεῖς στό σπίτι, τρέχει καί σέ καλωσορίζει.

Ἐμᾶς μᾶς ἔχουν παρουσιάσει ἕναν Θεό αὐστηρό, ἀστυνομικό. Μήν τυχόν καί παραβοῦμε κάποια ἐντολή γιατί τελειώσαμε. Δέν εἶναι ἔτσι ὁ Θεός.

Ἕνας ἀγράμματος κι ὅμως καταλαβαίνει ἐξίσου, μέ ἕναν πανέξυπνο, τόν Θεό. Δέν εἶναι θέμα μυαλοῦ, ἀλλά καρδιᾶς. Μία γριά ἀγράμματη καί λέει πόσο ὡραῖα ἦταν ἡ ἀγρυπνία, ἄν καί δέν ἔχει καταλάβει τίποτα, γιατί ὅλο τό κείμενο πού διαβάζεται στήν ἀγρυπνία, εἶναι στά ἀρχαῖα. Ὅμως αἰσθάνθηκε τήν ἴδια χάρη. Τό ἴδιο κι ἕνα μωρό. Κι ἐκεῖνο καταλαβαίνει, γιατί ἡ ψυχή του εἶναι σάν τήν δική μας. Μπορεῖ διανοητικά νά μήν καταλαβαίνει τίς λέξεις, ἀλλά αἰσθάνεται τήν χάρη καί τρέφεται τό μωρό. Μόνο νά μπεῖ κάποιος στήν Ἐκκλησία, εἶναι μεγάλη ὠφέλεια κι ἄς μήν καταλαβαίνει τίποτα.

Δυστυχῶς ὑπάρχει αὐτή ἡ δυτική κουλτούρα – κατάρα πού μᾶς ἐπηρεάζει καί μᾶς κυβερνᾶ. Θέλουμε βάσει αὐτῆς νά τά περνᾶμε ὅλα ἀπό τό μυαλό, κάνοντάς τα ὅλα ἐγκεφαλικά. Θέλουμε νά κάνουμε καί τόν Θεό ἕνα ἐγκεφαλικό κατασκεύασμα καί νά Τόν βρίσκουμε μέ τό μυαλό. Δέν βρίσκεται ἔτσι ὁ Θεός, ἀλλά μέ τόν ἐξαγνισμό τῆς καρδιᾶς, τήν κάθαρση.

Ἦταν ἕνας παπάς ἁπλούστατος καί εἶπε σέ ἕναν Δεσπότη ὅτι σέ κάποιο βιβλίο διάβασε – δέ θυμόταν πού- ἕνα χωρίο πού ἔλεγε «Χαίρετε καί ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθός ὑμῶν πολύς ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Αὐτό ἐν τῷ μεταξύ τό βιβλίο εἶναι τό Εὐαγγέλιο κι αὐτά τά λόγια του Χριστοῦ. Παραδέχτηκε ὁ παπάς ὅτι εἶχε αὐτήν τήν ἐμπειρία. Εἶχε ἐμπειρία θεώσεως. Ἦταν ἁπλούστατος, ἀλλά εἶχε αὐτήν τήν ἐμπειρία. Δέν εἶναι τά γράμματα, ἡ διανοητική κουλτούρα, ἀλλά τό ἄφημα, ἡ ταπείνωση, ἡ ἁπλότητα πού πρέπει νά ἔχει κάποιος γιά νά βιώσει τόν Θεό, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἁπλός.

Ἄς θυμηθοῦμε τί ἔλεγαν στά κατηχητικά. Μᾶς περνοῦσαν ἕναν προτεστάντικο χριστιανισμό. Γι’ αὐτό καί σήμερα δέν ἔχουμε ἱερεῖς. Ποῦ εἶναι οἱ ἱερεῖς; Εἴχαμε χιλιάδες παιδιά στά κατηχητικά. Ποῦ εἶναι οἱ ἱερεῖς ἀπό αὐτά τά παιδιά; Ἔφυγαν ὅλα. Αὐτό λέει ὁ προτεσταντισμός, ὅτι δέν χρειάζονται παπάδες.

Ἀσχολούμασταν μέ δευτερεύοντα πράγματα καί βάζαμε κανόνες, λ.χ πῶς νά γίνω ὁ καλύτερος μαθητής στό σχολεῖο. Ἡ σύνδεση μέ τόν Χριστό; Πῶς θά ἔρθει ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Δέν ἀσχοληθήκαμε μέ αὐτά.

Σίγουρα ὁ κόσμος δέν θά εἶναι ἰδανικός, γεμάτος Ἁγίους. Αὐτό δέ γίνεται νά συμβεῖ γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος καί θά πορευτεῖ ἀπό τό κακό στό χειρότερο, ὅπως λέει καί ἡ Ἀποκάλυψη. Ὅμως τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ πρέπει καί μπορεῖς νά τήν φέρεις μέσα σου. Νά γίνεις φορέας τοῦ Χριστοῦ. Νά βασιλέψει ὁ Θεός μέσα σου. Αὐτό σημαίνει τό «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» πού λέμε στό «Πάτερ ἠμων». Ἄν δέν ὠθήσεις τό νέο νά τό κάνει αὐτό, νά κάνει προσευχή, νά κάνει ὑπακοή, ἔχεις ἀποτύχει.

Στή Δύση, τήν Ὀρθοδοξία τήν ἔκαναν ἰδεολογία, φιλοσοφία. Σέ κάθε ἰδεολογία μπορεῖς νά φτιάξεις μία ἀντίθετη ἰδεολογία. Ἔτσι προέκυψε ἡ ἀθεΐα. Χάσανε τήν ἐμπειρία, τήν θεραπεία στήν Δύση. Κινδυνέψαμε κι ἐμεῖς νά τό πάθουμε αὐτό, γιατί ἀκολουθήσαμε τά προτεστάντικα πρότυπά τους.

Ὅταν μπῆκε αὐτό τό προτεστάντικο πνεῦμα χάσανε οἱ ἄνθρωποι τήν ἐμπειρία καί στή συνέχεια τό θαῦμα. Παλιότερα, οἱ παπποῦδες καί οἱ γιαγιάδες μας, ζοῦσαν μέ τά θαύματα. Ἔβλεπαν τούς Ἁγίους καί τήν Παναγία καί δέν ἦταν πλάνη, δαίμονες, ἀλλά πραγματικά θαύματα. Γιατί τά χάσαμε αὐτά σήμερα; Χάσαμε τό θαῦμα γιατί ἔλειψε ἡ ἐμπειρία, ἡ ἐκκλησιαστική ζωή. Ἡ γιαγιά καί ὁ παππούς δέν ἤξεραν γράμματα, ἀλλά ἤξεραν ὅτι ἔπρεπε νά πᾶνε στήν Ἐκκλησία, νά κοινωνήσουν, νά νηστέψουν. Ἤξεραν ὅτι ἔπρεπε τήν Σαρακοστή νά ζητήσουν συγχώρεση. Ἤθελαν νά βοηθοῦν καί νά ἐξυπηρετοῦν τούς συνανθρώπους τους, νά εἶναι τίμιοι καί ἠθικοί.

  Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης