Ἀνώτερες σπουδές.Παλαιστίνη καί Ἀλεξάνδρεια 

 Ὁ πληγωμένος Ἀετός. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Βρισκόμαστε στό τέλος τῆς δεκαετίας τοῦ 340.  Περίπου στό 348(ἤ 347).  Τά πράγματα στήν Ἐκκλησία πολύ δύσκολα. Οἱ ἀρειανόφρονες κυριαρχοῦν.  Οἱ ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι στήν ἐξορία. Ὁ αὐτοκράτορας τῆς Ἀνατολῆς, ὁ Κωνστάντιος, ἔγινε ἀπό τήν ἀρχή τῆς βασιλείας του (337) προστάτης τῶν ἀρειανῶν καί διώκτης τῶν ὀρθοδόξων.

Μεγάλος ἀριθμός ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ἀπό δειλία, ὑπολογισμό καί ὀλιγοπιστία, ὑπέκυψε στίς διαθέσεις τοῦ Κωνσταντίου.  Δέν ἀντιδροῦσε στήν πολιτική του ἤ ἁπλῶς προσποιοῦταν νομιμοφροσύνηη γιά ν’ ἀποφύγει διωγμούς κι ἐξορίες.

Ἡ Ὀρθοδοξία ὅλα τά χρόνια τοῦτα, ἀπό τό 328 μέχρι τό 373, κεφαλή ἱερή καί θαρραλέα εἶχε τόν Ἀθανάσιο Ἀλεξανδρείας. Ἦταν ὁ ἄτρομος ἐκφραστής τῆς ἀλήθειας. Κανέναν αὐτοκράτορα δέ φοβήθηκε. Ποτέ δέν ὑπέκυψε.

Οἱ διωγμοί καί οἱ ἐξορίες του διαδέχονταν ἡ μία τήν ἄλλη.Τά βλέμματα τῶν φοβισμένων ὀρθοδόξων ἤτανε πάντα στραμμένα στήν ἱερή μορφή τοῦ Ἀθανασίου. Ὅσο τόν ἔβλεπαν ὄρθιο στίς ἐπάλξεις τῆς ἀληθείας, ὅσο μέ τό λόγο του καί τήν τακτική του κεραύνωνε τούς αἱρετικούς, ἤτανε σίγουροι ὅτι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ζεῖ καί θά ζεῖ. Ἔπαιρναν θάρρος, σιωποῦσαν καί περίμεναν.

Στή Δύση τά πράγματα τῆς Ἐκκλησίας ἦταν καλύτερα. Ἐκεῖ, στό δυτικό ρωμαϊκό κράτος, αὐτοκράτορας ὁ Κώνστας. Εἶχε κάπως φιλορθόδοξα αἰσθήματα καί ἄφηνε τούς δυτικούς χριστιανούς ἐλεύθερους νά ὀρθοδοξοῦν.

Ὁ ἴδιος ὁ Κώνστας πίεζε καί τόν ἀδελφό του Κωνστάντιο, νά δείξει ἐπιείκεια γιά τόν Ἀθανάσιο, πού ζοῦσε  τότε στή Δύση ἐξόριστος. Καί ὁ Κωνστάντιος, βλέποντας ὅτι ἔχει πολιτικό συμφέρον νά ὑποχωρήσει στό θέμα τοῦ Ἀθανασίου, ὑποχώρησε, καί ὁ ἱερός ἄνδρας τόν Ὀκτώβριο τοῦ 346 ἐπανῆλθε στήν Ἀλεξάνδρεια. Γιά λίγα χρόνια, μέχρι τό 352/3, ἔμεινε σχετικά ἥσυχος.  Μετά ὀργανώθηκαν νέοι διωγμοί ἐναντίον του κάι ἐναντίον τῶν ὀρθοδόξων.

Στήν ταραγμένη αὐτή ἐποχή ἄρχισε ὁ Γρηγόριος τίς ἀνώτερες σπουδές του.  Δέν ξέρουμε πόση γνώση τῶν θεολογικῶν προβλημάτων τῆς Ἐκκλησίας εἶχε τότε.  Πρέπει ὅμως νά εἶχε συνείδηση τῆς κρισιμότητας τῆς κατάστασης. Ὁπωσδήποτε εἶχε ἀκούσει γιά τούς διωγμούς καί τίς ἐξορίες, γιά τή γενικότερη ἀναστάτωση καί γιά τόν Ἀθανάσιο.

Ἕνα πρωί ξεκίνησαν.  Αὐτός, ὁ ἀδελφός του Καισάριος καί ὁ παιδαγωγός Καρτέριος.  Φόρτωσαν τά πράγματά τους σέ μουλάρια καί προχώρησαν δυτικά. Ἄφησαν τήν ὄμορφη μικρή πόλη Ναζιανζό μέ τό ποτάμι της.  Πῆραν βαθιά στήν καρδιά τους τά δάκρυα τῶν γονέων, δεμένα μέ τίς εὐχές τους. Ἦταν ὁ πρῶτος μεγάλος χωρισμός γονέων καί τέκνων.

Μπῆκαν στό δρόμο γιά τήν Κολωνία (Aksaray σήμερα), ἐμπορικό καί συγκοινωνιακό κέντρο. Ἐκεῖ θά ἔμπαιναν σ’ ἕνα ἀπό τά καραβάνια πού κατέβαιναν πρός τή Μεσόγειο θάλασσα. Ταξίδι κουραστικό.

Οἱ Ρωμαῖοι βέβαια ἦταν μεγάλοι μαστόροι στήν κατασκευή δρόμων μέσα στήν ἀπέραντη αὐτοκρατορία.

Ὅμως δέν ἔπαυαν οἱ δρόμοι νά εἶναι δύσκολοι, τά μουλάρια καί οἱ γκαμῆλες νά βαδίζουν ἀργά.  Τίς νύχτες ξεκουράζονταν λίγο στά χάνια.

Τό ἴδιο καί τά ζῶα, τά ὁποῖα στήν ἀνάγκη τά ἄλλαζαν.  Πέρασαν, ταξιδεύοντας στούς ρωμαϊκούς δρόμους, ἀπό τά Τύανα (Bahieli) , κατέβηκαν στήν Ταρσό.

Σέ λίγα χιλιόμετρα ἡ Μεσόγειος. Ἀπό κεῖ δέν ξέρουμε ποιό δρόμο ἀκολούθησε ὁ Γρηγόριος.  Μπορεῖ νά τράβηξε βορειοανατολικά, πρός τήν Ἰσσό κι ἔπειτα ὅλο βόρεια πρός Ἀντιόχεια, γιά νά συνεχίσει πρός Παλαιστίνη μέχρι τήν πόλη τῆς Καισάρειας.

Μπορεῖ ὅμως νά πῆγε μέχρι τήν Ἰσσό καί ἀπό κεῖ μέ καράβι νά ἔφθασε στά παράλια τῆς Παλαιστίνης.  Ἤ ἀκομη, ἀπό τήν Ταρσό μπορεῖ νά πῆγε βορειοδυτικά στήν περιοχή τῆς Σελεύκειας (κοντά στή σημερινή Μερσίνα) καί ἀπό κεῖ μέ καράβι στά παράλια τῆς Παλαιστίνης.

Ὅπως καί νά ταξίδεψε ὁ Γρηγόριος, ὅσο καί νά κουράστηκε, ἔμενε ἀκμαῖος. Ἦταν πολύ νέος.  Καί ἡ κούραση πνιγότανε στήν ἀγάπη του γιά γνώση. Ἔτσι, λοιπόν, στήν Καισάρεια.

Λίγα μόλις χιλιόμετρα βόρεια τά Ἱεροσύλυμα, τά ὁποῖα τότε ἦταν μικρή πόλη.  Δέν εἶχε συνέλθει ἀπό τήν ὁλική καταστροφή τοῦ 70 μ.Χ. Ἡ Καισάρεια ἦταν ἐκκλησιαστικά ἰσχυρότερη καί μάλιστα εἶχε παράδοση ἑκατό ἐτῶν στή θεολογική παιδεία.

Ἐκεῖ ὀργάνωσε ὁ πολύς Ὠριγένης τή σχολή του, περί τό 234, καί θεμελιωσε ἀξιόλογη βιβλιοθήκη, τήν ὁποία ἐμπλούτισε ὀ Πάμφυλος (†309) καί ὀργάνωσε ὁ μεγάλος ἱστοριογράφος τῆς Ἐκκλησίας Εὐσέβιος (†339). Ὅλ’ αὐτά ὁ Γρηγόριος δέν τά γνώριζε πρίν φθάσει στήν Καισάρεια.

Αὐτό πού τόν τραβοῦσε στήν πόλη τούτη ἦταν ἡ φήμη τῶν ρητορικῶν σχολῶν της.  Καί ἦταν πράγματι φημισμένο κέντρο γραμμάτων, γιά τά ὁποῖα ὁ Γρηγόριος διψοῦσε καί γιά τά ὁποῖα δέν ἀψηφοῦσε κάπους. Ἕνας ἀπό τούς φημισμένους δασκάλους τῆς ρητορικῆς  ἦταν στήν Καισάρεια ὁ σοφιστής Θεσπέσιος.

Αὐτόν περισσότερο παρακολούθησε ὁ Γρηγόριος καί αὐτός τοῦ ἔκανε τήν πιό μεγάλη ἐντύπωση. Τόσο ἀγάπησε τό δάσκαλό του Θεσπέσιο καί τόσο πολύ τόν κράτησε στήν μνήμη του, ὥστε ἀργότερα, θά γράψει γι’αὐτό Ἐπιτάφιο (Δ΄) ποίημα.

Ἐδῶ στήν Καισάρεια πρέπει νά ἔμεινε ἀπό ἕνα μέχρι δύο ἔτη. Ἐπωφελήθηκε ὅσο μποροῦσε περισσότερο.  Αὐτά πού εἶχαν νά τοῦ δώσουν οἱ δάσκαλοι τά πῆρε. Τό πνεῦμα του ἦταν ἀδηφάγο. Ρουφοῦσε τά πάντα σάν ἀπέραντη χοάνη. Ἡ Καισάρεια ὅμως εἶχε κι ἕν’ ἄλλο πλεονέκτημα.

Καθώς εἴπαμε, βρισκότανε κοντά στά Ἱεροσόλυμα.  Καί ἀσφαλῶς ὁ Γρηγόριος προσκύνησε τούς τόπους ὅπου ἔζησε ὁ Κύριος.  Περπάτησε μ’ ἐρωτηματικά ὅπου μαρτύρησε ὁ Θεάνθρωπος. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος εἶχε χτίσει τόν ἐπιβλητικό ναό τῆς Ἀναστάσεως.  Δίπλα του ὁ φοβερός Γολγοθᾶς καί ἡ Ἀποκαθήλωση.

Πιό δῶ, πιό κεῖ πολλά μαρτυροῦσαν τό πέρασμα, τή δράση, τά θαύματα καί τή θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὅλα τά εἶδε, ὅλα τά ἀναχώνεψε ὁ Γρηγόριος κι ἄς μήν ἦταν ἀκόμη βαπτισμένος χριστιανός. Ἀκολούθησε κι αὐτός τήν κακή παράδοση πολλῶν χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς νά βαπτίζονται σέ ἡλικία μεγάλη, τουλάχιστον σέ ὥριμη.

Τό 348 μάλιστα ἔγινε στά Ἱεροσόλυμα ἐπίσκοπος ὁ Κύριλλος (†387), πού εἶπε κι ἔγραψε τίς περίφημες Κατηχήσεις. Εἶναι δύσκολο νά ποῦμε ὅτι ἄκουσε τίς κατηχήσεις αὐτές, ἀφοῦ δέν ὑπῆρξε κατηχούμενος. Ἀσφαλῶς ὅμως τίς διάβασε, τουλάχιστον ἀργότερα.

Πρίν κλείσουν τά δύο χρόνια στήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης ὁ νοῦς του ἔτρεξε στήν Ἀλεξάνδρεια, στήν Αἴγυπτο. Ἀπό τούς ἑλληνιστικούς χρόνους καί μετά ἡ μεγαλούπολη αὐτή ἔγινε τό πιό φημισμένο ἐκπαιδευτικό κέντρο τῆς Ἀνατολῆς.

Ἦταν ἐποχές πού συναγωνιζόταν ἐπάξια τήν Ἀθήνα καί τή Ρώμη.  Στήν Ἀλεξάνδρεια συγκεντρώνονταν σπουδαῖοι σοφοί, δάσκαλοι καί τυχοδιῶκτες. Ἐπιστήμονες καί τσαρλατάνοι. Ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν φιλοσοφικῶν ρευμάτων καί τῶν ἀναρίθμητων θρησκευμάτων, ἱερεῖς γιά κάθε εἴδους λατεία. Ἐκεῖ ἤκμασε ὁ γνωστικισμός καί προηγουμένως ὁ μεγάλος Ἰουδαῖος φιλόσοφος κι ἑρμηνευτής Φίλων.

Μέ λίγα λόγια στήν Ἀλεξάνδρεια διασταυρώνονταν τά ἀνατολικά κι ἐλληνορωμαϊκά θρησκεύματα καί τά πνευματικά ρεύματα ὅλων τῶν ἀποχρώσεων. Ἦταν ἑπόμενο τό μέγα τοῦτο κέντρο νά ἑλκύσει καί τό πνεῦμα τοῦ Γρηγορίου, πού εἶχε κι ἄλλο λόγο νά ἐπισκεφθεῖ τὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ σπούδαζε ὁ ἀγαπημένος του ἀδελφός Καισάριος.  Σπούδαζε κυρίως ἰατρική, ἀλλά καί μαθηματικά, γεωμετρία, ἀστρονομία καί ἄλλα.

Ὁδικά μᾶλλον παρά μέ πλοῖο ἔφτασε  στήν Ἀλεξάνδρεια.  Δέν ἔμεινε πολύ. Τό γιατί δέν τό ξέρουμε. Ἔμεινε ὅσο τοῦ ἀρκοῦσε νά «δρέψει» λίγο τούς λόγους της, τή σοφία της. Ἀρκοῦσαν ὅμως μερικοί μῆνες; Μᾶλλον ὄχι.  Βέβαια, πρέπει καί ν’ ἀπογοητεύτηκε κάπως ἀπό τήν κατάσταση στήν Ἀλεξάνδρεια.

Τήν ἐποχή ἐκείνη εἰδικά βρισκότανε σέ πνευματική κατάπτωση.  Δέν ὑπῆρχαν σοφιστές (φιλόσοφοι) καί ρητοροδιδάσκαλοι πού νά ἐντυπωσιάζουν. Ἡ πόλη δέν εἶχε τήν παλιά της αἴγλη, ὅπως βεβαιώνει ἡ ἱστορία. Κι ἐπιπλέον ὁ Γρηγόριος κατεχόταν ἀπό μεγάλο «ἔρωτα» γιά τήν Ἀθήνα καί τούς δασκάλους της.

Ὁ ἔρωτας αὐτός, ὁ θαυμασμός γιά τήν Ἀθήνα, θά κυριαρχεῖ συνεχῶς στό πνεῦμα τοῦ Γρηγορίου μέχρι νά πεθάνει. Ἔβλεπε κι ἔνιωθε τήν Ἀθήνα σάν παγκόσμια ἀκρόπολη τῶν γραμμάτων, τῆς σοφίας καί τοῦ πνεύματος.  Τή δόξα καί τήν αἴγλη της δέν μποροῦσε τίποτα νά ἐπισκιάσει.

Γιατί Ἀθήνα δέν ἤτανε μόνο οἱ σημερινοί της δάσκαλοι, ὅπως ὁ Προαιρέσιος καί ὁ Ἱμέριος. Ἤτανε προπάντων οἱ σκιές τῶν μεγάλων ἀρχαίων φιλοσόφων καί ποιητῶν. Ἀθήνα ἦταν καί ὁ Σωκράτης, ὁ Σοφοκλῆς, ὁ Εὐριπίδης… Ὅλοι καί ὅλα τοῦ φαίνονταν ζωντανά στήν πόλη τούτη.  Ζωντανά στή φαντασία του, βέβαια, μά ἰσχυρά νά τόν ἑλκύσουν ἐκεῖ ἀκατανίκητα.

Τό περίεργο εἶναι ὅτι ὁ Γρηγόριος δέ μᾶς λέει τίποτα γιά τήν ἐκκλησιαστική Ἀλεξάνδρεια. Ὁπωσδήποτε γνώρισε κι ἄκουσε τόν μεγάλο ἐπίσκοπο τῆς πόλεως, τόν Ἀθανάσιο. Δέν εἶχε ὅμως τότε τίς προϋποθέσεις νά καταλάβει καί νά ἐκτιμήσει τή θεολογία του καί τή μεγαλωσύνη του.  Θά τό κάνει μ’ ἐκπληκτική ἐπιτυχία 30 χρόνια μετά, ὅταν θά  πεῖ καί θά γράψει τό Λόγο ΚΑ΄, ἀφιερωμένο στόν Ἀθανάσιο.

Ἀκουσε ἄραγε ὁ Γρηγόριος τόν φημισμένο χριστιανό δάσκαλο κι ἐνημερώθηκε καλά γιά τό συγκλονιστικό φαινόμενο τοῦ μοναχισμοῦ στήν Αἴγυπτο; Κι αὐτό ἄγνωστο.

Γενικά στήν Ἀλεξάνδρεια ἔμεινε λίγο καί ἀφήνει νά καταλάβουμε ὅτι ἦταν βιαστικός καί συνεχῶς ἑτοιμαζότανε γιά τήν Ἀθήνα. Ὅ,τι ἐκεῖ γνώρισε, τό γνώρισε κάπως ἐπιφανειακά, ἐπιδερμικά. Ἐπειγόταν γιά τό μεγάλο του ὄνειρο, τήν Ἀθήνα.

Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)

(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)

 σελ.29-52

Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου

Ἔκδοση Δ΄

Ἀποστολική διακονία