Βίος καὶ θαύματα τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀρσενίου τοῦ νέου τοῦ ἐν τῇ νήσῳ Πάρῳ ἀσκήσαντος

Φιλοθέου Ζερβάκου ἀρχιμανδρίτου

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ´

Ἀποδημία τοῦ Ἁγίου πρὸς Κύριον. Ἡ μεγάλη θλῖψις τῶν κατοίκων τῆς νήσου καὶ τῶν Πνευματικῶν του τέκνων.

«Τίς ἐστὶν ἄνθρωπος ὃς ζήσεται καὶ οὐκ ὄψεται θάνατον». (Ψαλμ. 40).
«Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Κυρίου καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος». (Παροιμ.).

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπεν εἰς τοὺς Μαθητὰς αὐτοῦ ὅτε ἀπέστειλεν αὐτοὺς νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὴν οἰκουμένη: «Διὰ πολλῶν θλίψεων θὰ εἰσέλθητε εἰς τὴν ζωήν… καὶ ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε, ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωαν. 16: 33). Αἱ δὲ ἐνοχλήσεις τὰς ὁποίας ἐδοκίμαζε ὁ Ἅγιος ἀπὸ τοὺς ἀσάρκους δαίμονας, τοὺς ὁποίους ἐπολέμει διό, τῆς προσευχῆς καὶ τῶν ἀγρυπνιῶν, μόνον ὁ Θεὸς γινώσκει. Ἑνίοτε δὲ ἤκουον καὶ οἱ ὑποτακτικοί του τὸν πόλεμον ὃν εἶχε μὲ τοὺς πονηροὺς δαίμονας. Ἀγωνισθεὶς τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν καὶ τηρήσας καθαρὰν καὶ ἀνόθευτο τὴν Ὀρθόδοξο πίστιν τοῦ Χριστοῦ, τελειώσας τὸν δρόμον καὶ φθάσας εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ ἦτο ἄνθρωπος καὶ ὡς ἄνθρωπος ὑπέκειτο εἰς τὴν παρὰ τοῦ Θεοῦ δοθεῖσαν κοινὴν ἀπόφασιν τοῦ θανάτου, τὴν δοθεῖσαν ἀρχικῶς εἰς τοὺς προπάτορας ἡμῶν, «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» κατὰ δὲ τὸν Προφητάνακτα Δαυὶδ «οὐδεὶς ἐστὶν ὃς ζήσεται καὶ οὐκ ὄψεται θάνατον» καὶ τὸν θεοκήρυκα Ἀπόστολο Παῦλον «πάντες ἀποθνῄσκομεν, ἀπόκειται γὰρ τοῖς ἄνθρωποις ἅπαξ ἀποθανεῖν καὶ μετὰ τοῦτο κρίσις» φθάσας εἰς ἡλικία 77 ἐτῶν τὴν 31ην Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1877 ἀπεδήμησε πρὸς ὃν ἐκ παιδικῆς ἡλικίας ἐπόθησε καὶ πιστῶς ἐδούλευσεν Θεόν.

Τὴν τελευτὴν αὐτοῦ προειδῶς πρὸ ἡμερῶν προεῖπεν εἰς τὰ πνευματικά του τέκνα πρὸ ἑνὸς μηνὸς κατὰ τὴν Λειτουργίαν τὴν ὁποίαν ἐτέλεσεν εἰς τὴν 1ην Ἰανουαρίου κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Μ. Βασιλείου, εἰπὼν αὐτοῖς «νὰ ἠξεύρετε τέκνα μου, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας θὰ εὑρίσκομαι μεθ᾿ ὑμῶν. Θὰ ἀναχωρήσω διὰ τὴν Οὐράνιον Πατρίδα. Μετὰ τὴν Λειτουργίαν ἐπῆγεν εἰς τὸ κελλίον του καὶ ἀνεκλίθη· παρέμεινε ἐπὶ κλίνῃς διότι ἠσθάνετο ὅτι αἱ δυνάμεις του αἱ σωματικαί, ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ, ἠλαττοῦντο καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ περιπατήσῃ καὶ νὰ κινηθῇ. Εἰς τὴν ἑορτὴν τῶν Θεοφανείων κατῆλθεν εἰς τὸν Ναὸν καὶ μετὰ πολλοὶ κόπου ἐτέλεσε τὴν θείαν Λειτουργίαν καὶ τὸν Μέγαν Ἁγιασμὸν καὶ ἀπελθὼν ἐξηπλώθη ἡσύχως εἰς τὴν κλίνην του καὶ εἶπεν εἰς τὰς παρισταμένας μοναχάς: «Αὕτη, τέκνα μου, ἦτο ἡ τελευταία Λειτουργία τὴν ὁποίαν ἐτέλεσα. Εὐχαριστῶ τὸν Πανάγαθον Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ βοήθησε, διότι ἐὰν δὲν μὲ ἐβοήθει δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ τελειώσω τὴν Λειτουργίαν καὶ τὸν Ἁγιασμόν. Δόξα τῇ Παναγάθῳ Βουλῇ αὐτοῦ καὶ τῇ Ἀπείρῳ Ἀγαθότητι. Εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου, τῷ οὕτως ἀγαπήσαντί με καὶ παραδόντι Ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ εἰς τὸν ἐπονείδιστον Σταυρικὸν Θάνατον, οὐκ ἔχω ἄξιον τί νὰ ἀνταποδώσω Αὐτῷ ὑπὲρ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ μοι. Ὑπερευχαριστῶ καὶ πάλιν τὸν Δημιουργὸν καὶ Πλάστη μου, τὸν Χορηγὸν τῶν ἀπείρων δωρεῶν, εὐλογιῶν καὶ χαρίτων καὶ ἀγαθῶν ἃ δέδωκέ μοι. Οὐδὲν ἄλλο θέλω, οὐδὲν ἄλλο ἐπιθυμῶ, οὐδὲν ἄλλο ζητῶ, εἰ μὴ συγχωρήσῃ τὰς πολλάς μου ἁμαρτίας καὶ νὰ παραλάβῃ τὴν ψυχήν μου».

Διαδοθείσης ἀστραπιαίως τῆς φήμης εἰς ὅλην τὴν νῆσον, ὅτι ὁ Πατὴρ Ἀρσένιος ἀσθενεῖ καὶ πρόκειται νὰ ἀποθάνῃ, ἔτρεχον ἀπὸ ὅλα τὰ χωρία τῆς νήσου, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νέοι, γέροντες, μεγάλοι καὶ μικροί, πλούσιοι καὶ πτωχοὶ καὶ πάσης ἡλικίας, τάξεως καὶ καταστάσεως ἄνθρωποι, κλαίοντες καὶ θρηνοῦντες διὰ τὴν ὀρφάνεια των, διότι ἔχαναν τὸν Πνευματικόν των Πατέρα, τὸν Πατέρα τῆς ψυχῆς των, ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοὺς ἠγάπα καὶ ἐφρόντιζε νὰ τοὺς ἀποσπᾷ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸν διάβολον καὶ νὰ τοὺς ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν μετάνοιαν καὶ τὸν Θεόν. Ἔτρεχον ὡς διψασμένα ἐλάφια νὰ προφθάσουν νὰ τὸν ἀποχαιρετήσουν καὶ νὰ λάβουν τὴν εὐχὴν καὶ τὴν εὐλογίαν του. Τὴν δὲ παραμονὴν τῆς τελευτῆς του ἐκάλεσε τὰς ἀδελφὰς τῆς Μονῆς καὶ ἀνήγγειλε αὐταῖς τὸ διὰ τὸν ἑαυτόν του εὐχάριστον μήνυμα τοῦ θανάτου, ἀλλὰ δι᾿ ἐκείνας δυσάρεστον καὶ λυπηρόν. «Νὰ ἠξεύρετε τέκνα μου ὅτι αὔριον ἀναχωρῶ τῆς προσκαίρου ζωῆς καὶ πατρίδος καὶ μεταβαίνω εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ τὴν Οὐράνιον Πατρίδα διότι ἐδῶ δὲν ἔχομε Πατρίδα, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἴμεθα ξένοι καὶ πάροικοι». Μόλις ἤκουσαν αἱ μοναχαὶ τὸ θλιβερὸν δι᾿ αὐτὰς μήνυμα, ἐξέσπασαν εἰς λυγμοὺς καὶ ἤρχισαν γοερῶς νὰ θρηνοῦν. «Πατέρα μας, Πνευματικέ, μὴ μᾶς ἀφήνεις ὀρφανάς. Σὺ γνωρίζεις πόσους κινδύνους διατρέχομε. Ἐν ὅσῳ ἔζης σύ, ὡς Πατὴρ συμπαθὴς καὶ φιλόστοργος μᾶς ἠγάπας ὡς τέκνα σου, καίτοι ἡμεῖς πολλάκις σὲ παρωργίσαμε. Σὲ παρηκούσαμε καὶ σὲ ἐλυπήσαμε ἀλλὰ οὐ ὡς συμπαθὴς μᾶς ὑπέμεινας καὶ μᾶς συνεβούλευες καὶ μᾶς παρηγόρεις καὶ ὡς Πνευματικὸς Ἰατρὸς ἐθεράπευες τὰς ψυχικὰς ἀσθενείας. Τώρα διατί μᾶς ἀφήνεις; Εἰς ποίον θὰ καταφύγωμεν; Ποῖος θὰ ἐνδιαφερθῆ δι᾿ ἡμᾶς τὰς ἀθλίας, ὡς σύ, Πάτερ; Βλέπων αὐτὰς ὁ Ἅγιος οὕτως θρηνούσας τὰς παρηγορεῖ. «Παύσετε τέκνα μου τὸν θρῆνον, μὴ θρηνεῖτε οὕτω, μὴ ἀπελπίζεστε, διότι ἁμαρτάνετε. Ἐγὼ μὲν ἀναχωρῶ ἀλλὰ σᾶς ἀφήνω εἰς τὴν προστασία ἄλλου Πατρός, ὅστις πολὺ-πολὺ ἀνώτερός μου καὶ σᾶς ἀγαπᾷ περισσότερον ἀπὸ ἐμέ, ἀκόμη σᾶς ἀγαπᾷ περισσότερον καὶ ἀπὸ ὅτι ἀγαπᾶτε σεῖς αἱ ἴδιαι τὸν ἑαυτόν σας. Ἐγὼ σᾶς ἀφήνω εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Χριστοῦ ὅστις εἶναι Πατὴρ καὶ ἰδικός σας καὶ πάντων ἀνθρώπων καὶ ἀγαπᾷ πάντας καὶ φροντίζει περὶ πάντων καὶ προνοεῖ καὶ μεριμνᾷ ὄχι μόνον δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐξαιρετικῶς μᾶς ἐτίμησε μὲ τὸ «κατ᾿ εἰκόνα αὐτοῦ καὶ ὁμοίωσιν, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν πτηνῶν καὶ ὅλων τῶν ζῴων, χερσαίων καὶ θαλασσίων.

Πιστεύσατε εἰς αὐτόν, ἐλπίσατε εἰς αὐτόν, ἀγαπήσατε αὐτὸν μὲ ὅλην σας τὴν ψυχὴν καὶ καρδίαν καὶ ὅ,τι ζητήσετε ἀπὸ αὐτὸν μὲ πίστιν καὶ εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον σας, θὰ σᾶς τὸ δώσῃ. Καὶ ἰδίως νὰ ζητῆτε τὴν Βασιλείαν Σου τὴν Οὐράνιον. Νὰ ἠξεύρετε δὲ καὶ νὰ πιστεύετε ὅτι ὅταν τὸν ἀγαπᾶτε καὶ ποιῆτε τὰς ἔντολάς του θὰ σᾶς ἀγαπήσει καὶ Αὐτὸς καὶ θὰ εἶσθε ἡνωμέναι μαζί του καὶ ὅταν ἔχητε τὸν Θεὸν μαζί σας δὲν ἔχετε ἀνάγκην οὔτε ἀπὸ ἐμὲ οὔτε ἀπὸ ἄλλον τινα. «Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ». Αὐτὴ τεκνία μου εἶναι ἡ τελευταία μου πρὸς ὑμᾶς παραγγελία καὶ ἐντολή: νὰ εἰρηνεύετε ἀναμεταξύ σας, νὰ ἔχετε ταπείνωσιν, νὰ ἐνθυμῆσθε τὸν Χριστὸν καὶ νὰ μιμεῖσθε τὴν ταπείνωσιν αὐτοῦ τὴν ὑπακοὴν καὶ πρὸς πάντας ἀγάπην, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀδύνατον νὰ σωθεῖτε, ἄνευ τῆς ὁποίας ὅλαι αἱ ἀρεταὶ αἱ ἄλλαι δὲν ὠφελοῦσι. Μὴ λησμονεῖτε τὸν ἀρχικὸ σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἀνεχωρήσατε ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ γίνατε Μοναχαί. Ὁ σκοπός σας ποὺ ἀφήσατε τὸν κόσμον, τοὺς γονεῖς, ἀδελφούς, φίλους καὶ συγγενεῖς σας καὶ ὅλα του κόσμου τὰ ἀγαθά, δὲν ἦτο ἄλλος παρὰ νὰ νυμφευθῆτε τὸν Χριστὸν καὶ τὰ οὐράνια ἀγαθὰ νὰ κερδίσετε. Διὰ νὰ ἀποκτήσετε τὸν Χριστὸν πρέπει νὰ τὸν μιμηθεῖτε κατὰ τὸν δυνατόν, πρέπει νὰ γεμίσετε ὡς αἱ φρόνιμοι Παρθένοι τὰς λαμπάδας τῶν ψυχῶν σας ἔλαιον, δηλαδὴ ἀγάπη καὶ τότε ὅταν ἔλθῃ ὁ Νυμφίος Χριστὸς κατὰ τὴν δευτέραν Παρουσίαν θὰ εἰσέλθετε μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τὸν Οὐράνιον νυμφῶνα. Ἐὰν ὅμως ἀμελήσετε, μεριμνήσετε καὶ δὲν γεμίσετε τὰς λαμπάδας τῶν ψυχῶν σας ἔλαιον, δηλαδὴ ἀγάπην, ὅταν ἔλθῃ ὁ Νυμφίος θὰ ὑπάγετε διὰ νὰ εἰσέλθετε καὶ σεῖς εἰς τὸν νυμφῶνα, ἀλλὰ θὰ σᾶς κλείσει τὴν θύραν καὶ θὰ μείνετε ἔξω τοῦ νυμφῶνος ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι, θὰ κτυπᾶτε τὴν θύραν ἀλλὰ πλέον δὲν θὰ σᾶς ἀκούει. Θὰ μετανοεῖτε τότε, θὰ κλαίετε, θὰ θρηνεῖτε, ἀλλὰ ματαίως. Ἐκλείσθη ἡ θύρα, ἐκλείσθη διὰ πάντα. Λοιπὸν ἀγαπητά μου τέκνα, διὰ νὰ μὴ μείνετε ἔξω τοῦ Οὐρανίου νυμφῶνος καὶ στερηθῆτε τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, ἀγαπήσετε τὸν Θεὸν διὰ νὰ εὕρητε χάριν αἰώνιον. Μηδὲν προτιμήσετε τῆς ἀγάπης αὐτοῦ, ἵνα ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ εὕρητε ἀνάπαυσιν μετὰ πάντων τῶν ἁγίων. Ἄλλα καὶ ἐγὼ ὁ ἐλάχιστος ἐὰν εὕρω παρρησίαν πλησίον εἰς τὸν Θεὸν δὲν θὰ παύσω νὰ σᾶς ἀγαπῶ καὶ νὰ παρακαλῶ τὸν Οὐράνιον Θεὸν καὶ Πατέρα νὰ σᾶς σκέπῃ καὶ διαφυλάττῃ ἀπὸ τὰς παγίδας τοῦ δολίου δράκοντας καὶ νὰ σᾶς ἀξιώσῃ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν καὶ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ὧν γένοιτο πάντας ἀξιωθῆναι. Ἀμήν».

Ἀφ᾿ οὗ ἱκανῶς ἐνουθέτησε τὰς ἀδελφὰς ἐζήτησε καὶ τῷ ἔκαμαν Ἅγιον Εὐχέλαιον καὶ τὴν ἑπομένην μετασχὼν τῶν Ἄχραντων Μυστηρίων, ἀφ᾿ οὗ ηὐχαρίστησε τὸν Κύριον, ἔκαμε δέησιν θερμοτάτην πρὸς Θεὸν ὑπὲρ τῶν Πνευματικῶν του τέκνων, ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῆς νήσου, ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας, ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, τοῦ Στρατοῦ καὶ ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως. Εἶτα ὕψωσεν τὰς χεῖρας του καὶ τὴν διάνοιάν του πρὸς τὸν Οὐρανὸν καὶ εἶπε: «Κύριε εἰς χεῖρας σου παρατίθημι τὸ μικρὸν τοῦτο ποίμνιον ὅπερ μοὶ ἐνεπιστεύθης καὶ τὸ πνεῦμα μου ὅπερ μοι δέδωκας. Σὸς εἰμὶ ἐγὼ Κύριε, σῶσον με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα».

Καὶ ταῦτα εἰπών, ἔκλεισε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ παρέδωκε τὸ πνεῦμα τὴν 31ην Ἰανουαρίου 1877, εἰς ἡλικία 77 ἐτῶν.

Μόλις ἠκούσθη, πρῶτον εἰς τὴν χώραν τῆς νήσου, ὅτι ὁ Πατὴρ Ἀρσένιος ἐτελεύτησε, διεδόθη εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς νήσου καὶ ὅλη ἡ νῆσος ἐβυθίσθη εἰς μέγα πένθος. Ἔκλαιον πάντες καὶ ὠδύροντο τὴν στέρησιν τοιούτου Ἁγίου Πατρός. Ἔδραμον δὲ πάντες σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις νὰ ἀσπασθῶσι τὸ τίμιον λείψανον αὐτοῦ καὶ συνοδεύσωσιν ἄχρι τοῦ τάφου. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν πάντες νὰ τὸ ἀσπασθῶσι διὰ τὸ πλῆθος καὶ ἐπειδὴ οἱ μακρὰν ἐν τοῖς χωρίοις δὲν ἠδυνήθησαν αὐθημερὸν νὰ προσέλθωσιν, ἀφῆκαν τὸ λείψανόν του ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ τὸ ἀσπασθῶσι καὶ τότε ἅπαντες αὐτὸ μετὰ ὕμνων καὶ θαυμάτων καὶ μετὰ πολλῶν δακρύων ἐνεταφίασαν αὐτὸ εἰς τόπον τὸν ὁποῖον ἔτι ζῶν ὑπέδειξε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος, οὗ ταῖς πρεσβείαις καὶ ἱκεσίες σου θείημεν πάντες. Ἀμήν.

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/osios_arsenios_en_parw.htm#06