ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Α΄)
«Εποίει…»
Γράφει ο Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. &Κονίτσης
e-mail: ioil.konitsa@gmail.com
Ενώ όλα ήταν λαμπερά και όμορφα, ενώ στα μάτια άστραφτε η χαρά, συνέβη το μεγάλο κακό. Η αστοχία του Αδάμ και της Εύας, τη συνεργεία του εχθρού, κατέστρεψε την παραδεισένια ευτυχία και τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Όλα πλέον έχασαν την ομορφιά τους και αγρίεψαν. Μα το πιο δραματικό ήταν ότι το βλέμμα του Αδάμ, έχασε τη λάμψη του και σκοτίστηκε.
Οι οφθαλμοί του θεότευκτου αυτού δημιουργήματος, δεν δακρύζουν πλέον στη θέα του «άσαρκου Λόγου», αλλά μεταβλήθηκαν σε κρουνούς για να ποτίζουν την αγριεμένη γη και για να συνοδεύουν τον «αδαμιαίον θρήνον»…
Πώς, αλήθεια να αισθανόταν το πρώτο ζευγάρι, τις δραματικές εκείνες στιγμές που ο Παντεπόπτης Δημιουργός «ερευνούσε» μέσα στον κήπο της Εδέμ, για να βρει το πλάσμα του, την κορωνίδα της όλης δημιουργίας; Ερευνούσε και «ανίχνευε» με το Θεϊκό του όμμα για να συναντήσει τη θλιμμένη και αμαυρωμένη του εικόνα. Να δεχθεί την μετάνοια, να συγχωρήσει και να επαναφέρει το πλάσμα του στο «πρώτον κάλλος».
Αυτό το τελευταίο του αγαπημένο δημιούργημα το ονόμασε «άνθρωπο», ακριβώς διότι είχε λάβει την Τριαδική ευλογία, ώστε να μπορεί να θωρεί ψηλά.
Να αισθάνεται την αποστολή του και να ατενίζει μέσα στο βλέμμα, Αυτού Του οποίου την εικόνα έλαβε.
Όλα πλέον είχαν τώρα αντιστραφεί. Δεινή η θέση του Αδάμ στη δραματική εκείνη συνάντηση. Το κεφάλι ήταν στραμμένο στη γη και το βλέμμα θολωμένο.
Και ενώ το όμμα του Θεού παρέμενε το ίδιο όπως και πριν, αναλλοίωτο, φωτεινό και ζεστό, ο πεσμένος άνθρωπος ήταν εντελώς αδύνατον να το ατενίσει.
Τώρα πλέον βίωνε την αποστασία του και την αρχή των βασάνων του, έως να έλθει η ημέρα εκείνη… Ζούσε την πίκρα της παρακοής και πότιζε το δένδρο της ελπίδας με το αίμα της καρδιάς του. Με τα αστείρευτα και καυτά δάκρυα, που, αλλοίμονο εάν δεν υπήρχαν κι αυτά…
Και οι αιώνες διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και το γένος των ανθρώπων αυξανόταν μέσα στον πόνο αλλά και στην ελπίδα.
Δυο ρεύματα από την ίδια πηγή της ανθρωπότητας κυλούσαν αργά και τραγικά σαν τη λάβα του ηφαιστείου, μέσα στον ρου της ιστορίας. Το ένα, αυτό του «περιουσίου λαού», που ετοίμαζε ο Δημιουργός, ώστε μέσω αυτού να έρθει αργότερα ο Ίδιος στη γη και να συνεχίσει τον διάλογο που διακόπηκε μέσα στον κήπο, και το άλλο ρεύμα, όλου του άλλου κόσμου.
Το ένα, έκρυβε και διαφύλασσε την ελπίδα, ότι ο ταλαίπωρος άνθρωπος θα δει και πάλι στα μάτια τον Πλαστουργό του, το δεύτερο, γαλβάνιζε περισσότερο τον πόνο για την χαμένη ευτυχία.
Και όχι μόνο οι απλοϊκοί απόγονοι του Αδάμ που ζύμωναν το ψωμί τους «εν τω ιδρώτι του προσώπου τους» και οι θυγατέρες της Εύας που έφερναν στον κόσμο τα τέκνα τους, με ακόμα μεγαλύτερο πόνο απ’ αυτόν που θα μπορούσαν να φανταστούν, αλλά και όσοι δέχονταν κάποιες εκλάμψεις, κάποια μεγάλα πνεύματα που γνώριζαν ότι όντως υπάρχει το κάτι άλλο, αυτό δηλ. που το είχαμε, το χάσαμε μα και πάλι το αναμένομε και το λαχταρούμε, ήταν αδύνατον να βιώσουν την προσωπική συνάντηση με τον προσωπικό Θεό.
Ήταν αδύνατον να συλλάβουν τώρα με τον εσκοτισμένο νου τι πραγματικά σημαίνει «η θεωρία του Θεού».
Μήπως γι’ αυτό άραγε, ακόμα και οι πλέον χαρισματικοί καλλιτέχνες πρόγονοί μας, στην έκφραση των έργων τους (που σμίλευαν με τα εσώψυχά τους), δίχως να το συνειδητοποιούν και οι ίδιοι, αποτύπωναν μια έκφραση λύπης αλλά και αδημονίας στα πρόσωπα και κυρίως στους οφθαλμούς;
Δεν έχει κανείς, παρά να ρίξει διεισδυτικό το βλέμμα του στα καλλιτεχνικά αριστουργήματα που διασώζονται. Αισθάνεται ότι ο μορφωμένος καλλιτέχνης, ενώ έχει ερευνήσει τα πάντα στη χαμοζωή και όσο του είναι δυνατόν στη φύση, ενώ έχει φιλοσοφήσει και επίσης έχει μελετήσει τέλεια τις σωματικές αναλογίες και τις έχει αποτυπώσει επάνω στο άψυχο μάρμαρο, τελικώς του διαφεύγει μέσα από τα χαρισματικά του χέρια, ό,τι πολυτιμότερο ζητά και λαχταρά ο άνθρωπος. «Η χαρά και η ευτυχία»…
Γι΄ αυτό και στα αποκαλυπτήρια των αριστουργημάτων του πεντελικού, και όχι μόνο μαρμάρου, ο ευαίσθητος καλλιτέχνης, στα μύχια της καρδιάς του βίωνε το ανολοκλήρωτο, αφού του ξέφυγε η λάμψη της χαράς στο κέντρο των ακίνητων ματιών. Το έργο κάτι ακόμα ανέμενε για την ολοκλήρωσή του…
Έτσι, στο «βλέμμα των γλυπτών», αντανακλούσε το κατά βάθος θλιμμένο και κουρασμένο από την αναζήτηση βλέμμα του ανθρώπου. Την αναζήτηση του απωλεσθέντος «κήπου» και της παραδεισένιας ευτυχίας…
Αυτός να είναι και ο λόγος για τον οποίο οι μεγάλοι μας δημιουργοί, όταν ολοκλήρωναν τα εμπνευσμένα τους έργα, στο βάθρο εχάρασσαν το «εποίει» και όχι το «εποίησε»;
Ναι, χωρίς πολλά λόγια, με δωρική λιτότητα στην υπογραφή, αλλά και μοναδική ευαισθησία στη λυπημένη έκφραση και στη λαχτάρα των ματιών, αποτύπωναν την πανανθρώπινη αναζήτηση του Θεϊκού βλέμματος. Αυτού του βλέμματος που ο δύστυχος άνθρωπος, τώρα πλέον είχε χάσει.
Αλλά και σε όλες τις εικαστικές τέχνες, στον πυθμένα του καλλιτεχνικού υποκειμενισμού, δεν καθρεπτίζεται, παρά ο πόνος και η κραυγή για την απώλεια αυτού του γλυκού Θεϊκού βλέμματος. Του βλέμματος εκείνου που κάνει την ύπαρξη να αισθάνεται γιατί ζει και γιατί υπάρχει!
Μόνο τυχαίο δεν είναι, ότι όλοι οι λαοί και όλες οι παραδόσεις επικεντρώνουν τα χαρακτηριστικά τόσο των «θεών», όσο και των θνητών, κυρίως στο βλέμμα και στην έκφραση των οφθαλμών!
Οι Αθηναίοι, που η πολιτεία τους έλαβε το όνομα από την Αθηνά, χαρακτήριζαν την προστάτιδά τους ως «γλαυκήν» και «βοώπιν». Της πρόσφεραν δηλ. τους ομορφότερους και σοβαρότερους χαρακτηρισμούς για την μορφή των χαρισματικών της ματιών. Άλλωστε η Αθηνά ήταν αυτή που συνδύαζε τόσα προσόντα, όπως τη σοφία, τη σύνεση, τον σεβασμό και κυρίως την αγνότητα, μαζί με την σοβαρή έκφραση των μεγάλων της («βοώπις») οφθαλμών.
Αυτή είναι και η αιτία που στο βωμό της και στη λυχνία της, από τα βάθη των χρόνων, πλησίαζαν μόνο οι «κόρες». Μόνο οι αγνές και καθαρές νεαρές κοπέλες που φύλαγαν την ύπαρξή τους ανέγγιχτη και αμίαντη. Αυτές, που στα μάτια τους καθρέπτιζαν τις αρετές της μεγάλης τους «θεάς». Ουσιαστικά δηλ. αυτό που λαχταρά η κάθε ύπαρξη, αλλά που ίσως δεν γνωρίζει πού και πώς θα κατορθώσει να ανακαλύψει εκείνο που διψά… Γι’ αυτό και ο αρχαϊκός τύπος των αγαλμάτων αυτών, με επιτύμβιο και αναθηματικό χαρακτήρα, που κατασκευαζόταν κυρίως από τον 7ο ως και τον 5ο αιώνα π.Χ. παρίστανε «κόρη», γυνακεία μορφή όρθια και πάντοτε ενδεδυμένη.
Αυτό το ύφος και αυτά τα σωματικά και κυρίως ψυχικά χαρακτηριστικά, δηλ. της αρετής, θα έπρεπε να διαθέτει η νεαρή κοπέλα για να πλησιάζει με συστολή, αλλά και χωρίς ενοχή, ώστε να προσφέρει στην «θεότητα».
Να είναι «κόρη»! Ειδάλλως, «ψαυέτω μηδαμώς…».
Και, αναντίρρητα, η ψυχική και σωματική αγνότητα, για να διατηρηθεί στην κάθε εποχή, πόσο μάλλον στη δική μας, δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Μόνο όσες ψυχές αγωνίζονται τον όμορφο και ιδανικό αγώνα, του να πλησιάζουν δηλ. και να βλέπουν κατάματα την Θεότητα, γνωρίζουν τι θα πει προσοχή και φροντίδα στις «εισόδους της καρδιάς», που κυρίως και προπάντων είναι οι οφθαλμοί.
«Κόρες» λοιπόν, οι αγνές υπάρξεις που ανέρχονταν στα ύψη του βωμού, αλλά «κόρες» και οι οπές στο κέντρο της ίριδας των οφθαλμών. Από αυτές τις πρώτες περίμεναν οι Αθηναίοι την «αφή» της «θεάς» τους για να αισθάνονται την προστασία της και να δίνουν «νυσταγμόν τοις βλεφάροις» τους. Όσο για τις δεύτερες; Τις «κόρες των ματιών»; Μόνο όταν είναι υγιείς, διαπερνούν οι φωτεινές ακτίδες για να φθάσουν στον κρυσταλλοειδή φακό του οφθαλμού.
Και, θα συμφωνήσετε φίλοι μου ότι, όσο περισσότερο μια ψυχή αγωνίζεται για να διατηρήσει καθαρή τη θεοϋφαντη στολή της αγνότητας, τόσο και περισσότερο στις «κόρες» των ματιών αντιφέγγει ο ουρανός του ουρανού…

(Συνεχίζεται)