Μετα τόν ρώτησα τί ἔβλεπε ὅταν ἄρχισε ἡ θεία λειτουργία.

Μοῦ εἶπε πώς μόλις ἔβαλε ὁ λειτουργός τό «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία….», εἶδε φωτιά νά κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό καί νά καλύπτει τό ἅγιο θυσιαστήριο καί τόν ἱερέα, χωρίς ἐκεῖνος νά καταλάβει τίποτα.

Ἀργότερα, ὅταν ἄρχισε νά ψάλλεται ὁ τρισάγιος ὕμνος ἀπό τό λαό, τέσσερις ἄγγελοι κατέβηκαν κι ἔψαλλαν μαζί τους.
Στόν Ἀπόστολο, φανερώθηκε ὁ μακάριος Παῦλος νά καθοδηγεῖ τόν ἀναγνώστη. Στό «Ἀλληλούια», μετά τό τέλος τοῦ Ἀποστόλου, οἱ φωνές τοῦ λαοῦ ἀνέβαιναν ἑνωμένες στόν οὐρανό σάν ἕνα πύρινο σφιχτοπλεγμένο σκοινί. Καί στό Εὐαγγέλιο, μιά-μιά λέξη ἔβγαινε σάν φλόγα ἀπό τό στόμα τοῦ ἱερέα καί ὑψωνόταν στά ἐπουράνια.

Λίγο πρί ἀπό τήν εἴσοδο τῶν τιμίων Δώρων, βλέπει ξάφνου ὁ ὅσιος ν’ ἀνοίγει ὁ οὐρανός καί νά ξεχύνεται μιά ἄρρητη καί ὑπερκόσμια εὐωδία. Ἄγγελοι κατέβαιναν ἀπό ψηλά, ψάλλοντας ὕμνους καί δοξολογίες στόν Ἀμνό, τό Χριστό καί Υἱό τοῦ Θεοῦ.

Καί νά!  Τότε παρουσιάστηκε ἕνα κατακάθαρο καί τρισχαριτωμένο Βρέφος!  Τό κρατοῦσαν στά χέρια τους ἄγγελοι, πού Τό ἔφερναν καί Τ’ ἀπόθεσαν στό ἅγιο δισκάριο, ὅπου βρίσκονταν τά τίμια Δῶρα. Γύρω Του μαζεύτηκαν πλῆθος λευκοφόροι νέοι, ὁλόλαμπροι, πού ἀτένιζαν μέ θαυμασμό καί δέος τή θεϊκή Του ὁμορφιά.
Ἦρθε ἡ στιγμή τῆς μεγάλης εἰσόδου. Ὁ λειτουργός πλησίασε γιά νά πάρει στά χέρια του τό ἅγιο δισκάριο καί τό ἅγιο ποτήριο. Τά ὕψωσε καί τά ἔβαλε πάνω στό κεφάλι του, σηκώνοντας μαζί τους καί τό Παιδί.
Μόλις βγῆκαν τ’ ἅγια, καί ἐνῶ ὁ λαός ἔψαλλε κατανυκτικά, ὁ ὅσιος εἶδε ἀγγέλους νά φτερουγίζουν κυκλικά πάνω ἀπό τό κεφάλι τοῦ λειτουργοῦ, δυό Χερουβείμ καί δυό Σεραφείμ νά προχωροῦν μπροστά του, καί ἄπειρους ἄλλους ἀγγέλους νά τόν τριγυρίζουν, ψάλλοντας μέ ἀγαλλίαση ἄρρητους ὕμνους.
Ὅταν ὁ ἱερέας ἔφτασε στήν ἁγία τράπεζα κι ἀπόθεσε ἐκεῖ τά τίμια Δῶρα, οἱ ἄγγελοι τή σκέπασαν μέ τίς φτεροῦγες τους. Τά δύο Χερουβείμ στάθηκαν στά δεξιά τοῦ λειτουργοῦ καί τά δύο Σεραφείμ στ’ ἀριστερά του, χωρίς ὅμως ἐκεῖνος νά τά βλέπει.
Ἡ θεία μυσταγωγία συνεχίστηκε. Εἶπαν τό «Πιστεύω» κι ἔφτασαν στόν καθαγιασμό τῶν τιμίων Δώρων. Ὁ λειτουργός τά εὐλόγησε καί εἶπε τό «…μεταλαβὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν». Τότε βλέπει ὁ δίκαιος ἕναν ἄγγελο νά παίρνει μαχαίρι καί νά σφάζει τό Βρέφος. Τό Αἷμα Του τό ἔχυσε στό ἅγιο ποτήριο, ἐνῶ τό θεῖο σῶμα Του τό τεμάχισε καί τό τοποθέτησε στό δισκάριο. Ὕστερα ἀποτραβήχτηκε πάλι στή θέση του καί στάθηκε σεμνά καί εὐλαβικά.
Ὅταν ὁ λειτουργός ὕψωσε τόν ἅγιο Ἄρτο, ἐκφωνώντας «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις», καί ὁ λαός ἔψαλλε «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος….», κάποιος ἀπό τό ἐκκλησίασμα στράφηκε στόν ὅσιο καί τόν ρώτησε σιγανά:
-Γιατί, πάτερ, ὁ ἱερέας λέει «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις;»
-Γιά μᾶς ὅλους τό λέει, παιδί μου. Καί σημαίνει: Στά ἅγια μέλη τοῦ Χριστοῦ νά προσέλθει ὅποιος εἶναι ἅγιος!
Μά ὁ ἄλλος, πού ἦταν ἁπλοϊκός καί ἀγράμματος, ξαναρώτησε:
-Καί τί εἶναι ἁγιωσύνη πάτερ;
-Νά…… Ἄν εἶσαι ἀκόλαστος, μήν τολμήσεις νά γίνεις μέτοχος σέ τόσο μεγάλο μυστήριο. Ἄν ἔχεις ἔχθρα μέ κάποιον, μήν πλησιάσεις. Ἄν περιγελᾶς ἤ βρίζεις ἤ κατακρίνεις τό συνάνθρωπό σου, στάσου μακριά ἀπό τή θεία κοινωνία. Πρῶτα ἐξέτασε τόν ἑαυτό σου, δές ποιός εἶσαι, καί μετά…. Ἄν εἶσαι ἐνάρετος, ἔλα. Ἄν δέν εἶσαι, φύγε!….
Ἤδη ὅμως ὁ λειτουργός εἶχε πεῖ τό «προσέλθετε».
Ὁ ὅσιος παρατηροῦσε τώρα ὅσους κοινωνοῦσαν. Ἄλλων τά πρόσωπα μαύριζαν μόλις ἔπαιρναν τά θεῖα μυστήρια. Καί ἄλλων ἔλαμπαν στάν τόν ἥλιο! Ἀναστέναξε ὁ μακάριος καί κούνησε τό κεφάλι του….
Οἱ ἄγγελοι στέκονταν ἐκεῖ κοντά καί παρακολουθοῦσαν μέ σεβασμό τή μετάληψη. Ὅταν λοιπόν κοινωνοῦσε κάποιος εὐσεβής, τοῦ ἔβαζαν στό κεφάλι ἕνα στεφάνι. Ὅταν, ἀντίθετα, πλησίαζε κάποιος ἁμαρτωλός, γύριζαν ἀλλοῦ τά πρόσωπά τους μέ φανερή ἀποστροφή. Τότε τά ἄχραντα μυστήρια σά να ἐξαφανίζονταν ἀπό τήν ἁγία λαβίδα, ἔτσι πού ὁ ἁμαρτωλός φαινόταν νά μήν παίρνει τό μέσα του τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν ἀποδοκιμασία τοῦ Κυρίου διάχυτη στήν ὄψη του, ἔφευγε κατάμαυρος!
Ὅταν τελείωσε ἡ λειτουργία καί ὁ ἱερέας ἔκανε τήν κατάλυση, τότε παρουσιάστηκε πάλι τό Βρέφος σῶο πάνω στά χέρια τῶν ἁγίων ἀγγέλων! Ἡ στέγη τοῦ ναοῦ λές καί σκίστηκε στά δύο. Ἀπό κεῖ οἱ ἄγγελοι ἀνέβασαν τό Παιδί στούς οὐρανούς μέ ὕμνους καί δοξολογίες, ὅπως Τό εἶχαν κατεβάσει, ἐνῶ μιά ὑπέροχη εὐωδία ξεχύθηκε καί τώρα ὁλόγυρα.
Αὐτά λοιπόν ἦταν πού εἶχε δεῖ στήν ἐκκλησία ὁ δίκαιος, καί μοῦ τά διηγήθηκε στό δρόμο, καθώς γυρίζαμε στό κελλί  μας.
Πολλά μυστήρια, εἶν’ ἀλήθεια, τοῦ ἀποκάλυπτε ὁ Θεός, «ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν», ὅπως λέει καί τό Εὐαγγέλιο, «οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία»136. Θά προσθέσω, ὡστόσο, λίγα ἀκόμα, γιά νά δοξαστεῖ μ’ αὐτά ὁ Θεός.
Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.213-216)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004
 
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/05/blog-post_83.html