Ο εσπερινός είχε τελειώσει κι η εκκλησία ακόμα μοσχοβολούσε το λιβάνι το Αγιορείτικο….
Είχε αρχίζει να σουρουπώνει και οι φλόγες των καντηλιών φώτιζαν τα πρόσωπα των Αγίων….
Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα μυσταγωγική αβίαστα ξεπηδά απ’ τα χείλη και την καρδιά σου η προσευχή….
Ο παππούλης τακτοποιούσε το Ιερό για την αυριανή Θεία Λειτουργία και που και που άκουγες ισχνά την ‘’ευχή’’ να περιφέρεται στην ατμόσφαιρα σαν το θυμίαμα σκορπώντας το δικό της ‘’άρωμα’’…..
Τούτη την ησυχία διέκοψε ο ήχος από τις παντόφλες της κυρα Δέσποινας που μπήκε φουριόζα με την αγωνία ζωγραφισμένη στο αυλακωμένο από τους κόπους και τους πόνους προσωπάκι της….
Αχ μια ψυχούλα τόοο δοκιμασμένη….
Μα παρά την δυστυχία, την φτώχια, την γκρίνια απ’ τον άντρα της το ‘’δόξα τω Θεώ’’ έχει γίνει η εκπνοή της ψυχής της….
-‘’ Παππούλη….. είστε εδώ;’’
-‘’Έλα κυρα Δέσποινα, εδώ είμαι…. έρχομαι…..’’
-‘’ Τι έπαθες κι φαίνεσαι αναστατωμένη;

Μα πριν μου πεις, καλησπέρισε πρώτα την Παναγία μας….’’
Και παίρνει δύο κεράκια και της τα δίνει να τ’ ανάψει…
-‘’Έλα τώρα πες μου τι συμβαίνει;’’
-‘’Να παππούλη μου, χθες το βράδι, κει που έκανα λιγάκι προσευχή σαν να με πήρε ο ύπνος και….’’
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και ένας κόμπος στον λαιμό της διέκοψε την μιλιά της…. -‘’και…. είδα τον Αποστόλη μου…’’
-‘’ Ποιον Αποστόλη; τον γιο σου’’
– ‘’Ναι παππούλη μου καλέ, το παιδί μου το συγχωρεμένο…..
Μα φαινόταν τόσο ταλαιπωρημένος…. Και ένα πράγμα μου είπε και εξαφανίστηκε από μπρος μου….’’
– ‘’Τι σου είπε κυρα Δέσποινα;’’
– ‘’Μου είπε: Μανούλα μου….. πεινάω!!!
Και ο ήχος της φωνής του μου τρύπησε την καρδιά μου παππούλη….
Να και εγώ είχα λίγο αλεύρι και ζύμωσα ένα προσφοράκι…..είχα καιρό να σου φέρω το ονοματάκι του….
Καλά δεν έκανα παππούλη μου;’’
-‘’Καλά έκανες κυρα Δέσποινα….’’
-‘’ Άναμα δεν μπόρεσα να’ χω, συγχώρα με’’
-‘’ Αλλά είχα λίγο λαδάκι….. έτσι να το βάλεις στο καντηλάκι της Παναγιά μας να πει δύο λογάκια στον Υιό της για τον Αποστόλη μου…..
Ξέρει αυτή….. Μάνα είναι…..’’
-‘’Βρε ευλογημένη….δεν πειράζει…. το μνημονεύω το παλικάρι σου…. μην μου στεναχωριέσαι….’’
-‘’ Σ’ ευχαριστώ παππούλη μου…. εσύ μου τον διαβάζεις αλλά κι εγώ η αμαρτωλή κάτι να κάνω….’’
Πήρε ο παππούλη της τον ‘’κόπο’’ της, την ‘’αγάπη’’ της και την πήγε στο βήμα το Ιερό.
Κει που έβγαζε το πρόσφορο είδε και ένα ευρώ, πόσο ντράπηκε….ήξερε ότι και τούτο κείνη το είχε τόσο ανάγκη….
Του ήρθε στο νου κείνο το περιστατικό στο ευαγγέλιο με το δίλεπτο της χήρας….
Σαν άφησε τα ονόματα στην πρόθεση είδε στα υπερ υγείας πρώτο όχι το δικό της, μήτε του άντρα της μα μιας ψυχής που χρόνια τώρα την κερνά φαρμάκι με την συμπεριφορά της…
Η μια ποτίζει φανερά ξύδι και η άλλη κρυφά έλεος κι αγάπη…..
Αχ Θεέ μου τούτη η Λειτουργιά (η προσφορά) πόσες ψυχές έχει να θρέψει….
 
Πατήρ Ιωάννης Παπαδημητρίου