α΄. Δέν ὑπάρχει βαρύτερος πόνος τῆς ψυχῆς ἀπό τή συκοφαντία, εἴτε στήν Πίστη εἴτε στή διαγωγή συκοφαντεῖται κάποιος. Καί κανείς δέν μπορεῖ νά μείνει ἀπαθῆς ὅταν συκοφαντείται, παρά μόνο ἐκείνος πού στρέφει τά μάτια του στό Θεό. Ὁ Ὁποῖος μόνος μπορεῖ νά λυτρώσει ἀπό τόν κίνδυνο, νά φανερώσει στούς ἀνθρώπους τήν ἀλήθεια καί νά παρηγορήσει τήν ψυχή μέ τήν ἐλπίδα.

 β΄. Βλασφήμησε κάποιος; Μή μισήσεις αὐτόν, ἀλλά τή βλασφημία καί τό δαίμονα πού τόν ἔβαλε καί βλασφήμησε. Ἄν ὅμως μισεῖς ἐκεῖνον πού βλασφήμησε, μίσησες κάποιον ἄνθρωπο κι ἔτσι ἀθέτησες τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης. Ὅ,τι ἔκανε ἐκεῖνος μέ τό λόγο, ἐσύ τό κάνεις μέ τό ἔργο. Ἄν στήν πράξη τηρεῖς τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης, δείξε τήν ἀγάπη σου κι ὅσο μπορεῖς βοήθησε αὐτόν πού βλασφήμησε νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό κακό.

 Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής