Ἡ εὐχὴ τῶν γονέων εἶναι ἡ μεγαλύτερη κληρονομιὰ γιὰ τὰ παιδιά. Γι᾿ αὐτὸ νὰ φροντίζουν νὰ ἔχουν τὴν εὐχὴ τῶν γονέων. Δὲν εἶδες ὁ Ἰακώβ, μέχρι ποῦ ἔφθασε, γιὰ νὰ πάρη τὴν εὐλογία τοῦ πατέρα του; Καὶ προβιὰ φόρεσε[1]!
 
Εἰδικὰ ἡ εὐχὴ τῆς μητέρας εἶναι μεγάλο πράγμα!
Κάποιος ἔλεγε: «Κάθε λόγος τῆς μητέρας μου εἶναι καὶ μιὰ λίρα χρυσή». Νά, καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ πόση ἐντύπωση μοῦ ἔκανε κάποιος ἀπὸ τὸ Γιοχάνεσμπουργκ!
 
Ἦρθε στὸ Καλύβι τὸ φθινόπωρο. «Γέροντα, ἡ μάνα μου ἀδιαθέτησε, μοῦ λέει, καὶ ἦρθα νὰ τὴν δῶ». Τρεῖς μῆνες δὲν πέρασαν, τὰ Χριστούγεννα ξαναῆρθε.
 
«Πῶς πάλι ἐδῶ;», τὸν ρωτάω.
 
«Ἔμαθα, μοῦ λέει, πὼς πάλι ἀδιαθέτησε ἡ μάνα μου καὶ ἦρθα νὰ φιλήσω τὸ χέρι της, γιατὶ εἶναι ἡλικιωμένη καὶ μπορεῖ νὰ πεθάνη. Γιὰ μένα ἡ μεγαλύτερη περιουσία εἶναι ἡ εὐχὴ τῆς μάνας μου».
 
Ἑξῆντα χρονῶν ἄνθρωπος ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Γιοχάνεσμπουργκ καὶ ἦρθε στὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ φιλήση τὸ χέρι τῆς μάνας του! Καὶ τώρα τέτοια εὐλογία ἔχει, ποὺ σκέφτεται νὰ κάνη ἕνα γηροκομεῖο μεγάλο γιὰ τοὺς κληρικοὺς καὶ νὰ τὸ χαρίση στὴν Ἐκκλησία.
 
Δηλαδὴ τὶς εὐλογίες δὲν ἔχει ποῦ νὰ τὶς βάλη κατὰ κάποιον τρόπο. Γιὰ μένα εἶναι φάρμακο μιὰ τέτοια ψυχή. Εἶναι σὰν νὰ εἶμαι στὴν ἔρημο Σαχάρα καὶ νὰ βρίσκω ξαφνικὰ λίγο νερό. Αὐτὰ χάνονται σιγὰ-σιγά.

 
Ἕνας ἄλλος ἦρθε μιὰ μέρα μὲ κλάματα στὸ Καλύβι.
«Πάτερ, μὲ καταράστηκε ἡ μάνα μου. Στὸ σπίτι ἔχουμε ὅλο ἀρρώστιες, στενοχώριες, ἡ δουλειά μου δὲν πάει καλά», μοῦ εἶπε.
 
«Κι ἐσὺ δὲν θὰ ἤσουν ἐντάξει, τοῦ λέω. Δὲν μπορεῖ ἡ μάνα σου ἄδικα νὰ σὲ καταράστηκε».
 
«Ναί, μοῦ λέει, ἤμουν κι ἐγώ…».
 
«Νὰ πᾶς νὰ ζητήσης συγχώρηση ἀπὸ τὴν μάνα σου», τοῦ λέω.
 
«Θὰ πάω, Πάτερ, μοῦ λέει. Δῶσε μου τὴν εὐχή σου».
 
«Τὴν εὐχή μου τὴν ἔχεις, τοῦ εἶπα, ἀλλὰ νὰ πάρης καὶ τὴν εὐχὴ τῆς μάνας σου».
 
«Δύσκολο νὰ μοῦ δώση τὴν εὐχή της», μοῦ λέει.
 
«Νὰ πᾶς, κι ἂν δὲν σοῦ τὴν δώση, νὰ τῆς πῆς: “μοῦ εἶπε ἕνας Γέροντας πὼς κι ἐσὺ θὰ παραδώσης ψυχή”».
 
Πῆγε, καὶ ἡ μάνα του τοῦ εὐχήθηκε: «Παιδί μου, νὰ ἔχης τὴν εὐλογία τοῦ Ἀβραάμ!».
 
Ἦρθε μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ στὸ Ὄρος μὲ βυσσινάδες, μὲ λουκούμια. Ἦταν γεμάτος χαρά. Τὰ παιδιά του ἦταν καλά, ἡ δουλειά του πήγαινε καλά. Συνέχεια βούρκωνε καὶ ἔλεγε «δόξα τῷ Θεῷ».
 
Ἄλλαξε ὅλη ἡ ζωή του καὶ μιλοῦσε ὅλο πνευματικά. Πόσο μᾶλλον ὅταν κανεὶς ἔχη ἐξ ἀρχῆς σεβασμὸ πρὸς τοὺς γονεῖς!
 
Πῶς νὰ μὴν ἔχη τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ;
 
 
Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακὴ ζωή»
 
___________________________
 
[1] Βλ. Γέν. κεφ. 27.
https://ethnegersis.blogspot.com/2023/12/blog-post_16.html