Ἀπόσπασμα 13/2/22
Μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι, ὑπάρχουν οἱ θλίψεις οἱ ἑκούσιες ποὺ τὶς προκαλοῦμε ἐμεῖς, ποὺ τὶς υἱοθετοῦμε – πιὸ σωστὰ- πάντα ὅμως μὲ εὐλογία, ἰδίως οἱ σωματικὲς θλίψεις. Ἡ νηστεία, ἄς ποῦμε, εἶναι μία ἑκούσια θλίψη· στερεῖς τὸν ἑαυτό σου ἀπὸ κάποια φαγητά, ἐπίσης ἀπὸ τὴν ποσότητα ποὺ θὰ ἤθελες. Κόβεις ἕνα μέρος. Εἶναι μιὰ ἑκούσια θλίψη ἤ μιὰ ἄλλη κακοπάθεια· κόβεις ἀπὸ τὸν ὕπνο σου, κόβεις ἀπὸ τὴ σωματική σου ἀνάπαυση, κάνεις μετάνοιες, κουράζεις τὸ σῶμα σου. Εἶναι μία ἑκούσια θλίψη. Ὑπάρχουν αὐτὲς οἱ θλίψεις καὶ μὲ τὴ βοήθεια βέβαια καὶ τοῦ πνευματικοῦ μας, πρέπει νὰ ἔχουμε τέτοιες ἑκούσιες θλίψεις ποὺ τὶς λέμε κατὰ Χριστὸν ἄσκηση. Εἶναι ἡ κατὰ Χριστὸν ἄσκησις γιατὶ μέσῳ αὐτῶν τῶν θλίψεων, μᾶς λένε οἱ Ἅγιοι, ταπεινώνεται τὸ σῶμα, συνταπεινώνεται ἡ ψυχή, ἔρχεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ καθαριζόμαστε. Μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ βέβαια, ὄχι ὅτι οἱ κόποι οἱ δικοί μας μᾶς καθαρίζουν· ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μᾶς καθαρίζει. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔρθει ἡ Χάρις, πρέπει νὰ ταπεινωθοῦμε, νὰ ταπεινωθεῖ τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ καὶ σ’ αὐτὸ βοηθᾶνε οἱ ἑκούσιες θλίψεις· ὁ κανόνας μας, αὐτὰ ποὺ κάνουμε γιὰ τὸν Χριστό, ὁ ὅποιος κόπος, ὁ σωματικὸς κόπος, ἡ ὅποια κακοπάθεια. Τώρα, στὸ μέτρο ποὺ δὲν κάνουμε ἑκούσιες θλίψεις, ἀμελοῦμε τὸν κανόνα μας, τὴ νηστεία, ὅλα αὐτά, θέλουμε ὅμως νὰ σωθοῦμε, ἔχουμε καλὴ πρόθεση, καλὴ διάθεση, ἔρχεται ὁ Θεὸς καὶ μᾶς βοηθάει μὲ τὶς ἀκούσιες. Σοῦ δίνει μιὰ ἀσθένεια, σοῦ δίνει μία δυσκολία ἐξωτερική, μιὰ καταστροφὴ οἰκονομική, ἕνα σεισμό, κάτι ἄλλο καὶ ταπεινώνεσαι ἔτσι, ἀκούσια. Ὑπάρχει μία ἄς ποῦμε μπαλάντζα, θὰ λέγαμε ἔτσι· στὸ μέτρο ποὺ ἐσὺ κάνεις τὸν κανόνα σου σωστὰ κλπ. ἀποφεύγεις τὶς ἀκούσιες θλίψεις. Ὅσο ἐσὺ δὲν τὸ κάνεις, ἀνεβαίνουν γιὰ νὰ σὲ βοηθήσει ὁ Θεὸς νὰ σωθεῖς, νὰ καθαριστεῖς δηλαδή. Γιατὶ χωρίς κάθαρση δὲν μπορεῖς νὰ σωθεῖς, καὶ βλέπει ὁ Θεὸς ὅτι θέλεις καὶ σὲ βοηθάει. Καὶ πάρα πολλοὶ ἄνθρωποι σήμερα σώζονται μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, μὲ ἀσθένειες, μὲ ἀκούσιες θλίψεις.

Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ σωθεῖ, δὲν ἔχει καλὴ διάθεση, ὁ Θεὸς ὅταν τοῦ στείλει αὐτὲς τὶς ἀκούσιες θλίψεις μὲς στὴν ἀγάπη Του, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τί κάνει; Ἀντὶ νὰ δεχθεῖ καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό, βλασφημεῖ, τὰ βάζει μὲ τὸν Θεό. Καὶ τί φαίνεται; Ὅτι δὲν ἔχει καλὴ διάθεση. Ἐνῷ ὁ Θεὸς πάει νὰ τὸν βοηθήσει, δὲν θέλει, ἀντιδρᾶ. Ἀντιδρᾶ ἄσχημα.
Ὁπότε ναί, τὶς ἐπιδιώκουμε, τὶς προκαλοῦμε, τὶς υἱοθετοῦμε αὐτὲς ποὺ λέμε ἄσκηση, αὐτὲς τὶς θλίψεις. Τώρα πάλι, λέμε στὴν προσευχή μας, τί λέμε; «Μὴ εἰσενέγκεις ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», μὴ μᾶς βάζεις σὲ πειρασμό. Μὴ μᾶς βάλεις δηλαδὴ σὲ τί τώρα; Ὅταν λέμε σὲ πειρασμό, δὲν ἐννοοῦμε ‘μὴ μᾶς βάλεις νὰ κάνουμε νηστεία καὶ ἀγρυπνία καὶ προσευχή’, ἀλλὰ ‘νὰ μὴν ἐπιτρέψεις νὰ μποῦμε μὲ τὴ θέλησή μας σὲ ἁμαρτωλοὺς πειρασμοὺς ποὺ φέρουν ἡδονή’, (σαρκικὴ ἡδονή, συνδέονται μὲ τὴν φιληδονία). ‘Μὴ μᾶς ἀφήσεις’, αὐτὴ τὴν ἔννοια ἔχει, νὰ μὴ μποῦμε σὲ πειρασμό. Νὰ μὴ μᾶς ἀφήσει νὰ μποῦμε σ’ αὐτοὺς τοὺς πειρασμοὺς ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία δηλαδὴ ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ τὴ φιληδονία, φέρουν ἡδονή. Ἀλλὰ νὰ χαιρόμαστε ὅταν μᾶς βάζει στὶς θλίψεις καὶ στοὺς πειρασμοὺς οἱ ὁποῖοι σχετίζονται μὲ τὴν ὀδύνη, μὲ τὸν πόνο, μὲ τὸν κόπο, τὶς ἀκούσιες θλίψεις. Καὶ νὰ χαιρόμαστε καὶ νὰ λέμε ὁ Θεὸς μὲ ἐπισκέφθηκε. Ἀρρώστησα; Ὁ Θεὸς μ’ ἀγαπάει! Γιατὶ τί λέει, «ὅν ἀγαπᾷ Κύριος, παιδεύει (παιδαγωγεῖ), μαστιγοῖ δὲ (μαστιγώνει παιδαγωγικὰ πάλι, φιλάνθρωπα) πάντα υἱὸν ὅν παραδέχεται (κάθε υἱὸν ποὺ παραδέχεται)» (Ἑβρ. 12, 6). Ἀποδεικνύει δηλαδὴ ὅτι ἡ ἀσθένεια ποὺ ὑποφέρουμε καὶ ὑπομένουμε καὶ ἡ ὅποια ἄλλη θλίψη ὅτι εἴμαστε γνήσια παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Ἔλεγε ὁ μακαριστὸς π. Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος, «ὁ μπαμπάς, ὁ πατέρας, ἡ μάνα ποιό παιδὶ δέρνει, τὸ παιδὶ τοῦ γείτονα ἤ τὸ δικό του παιδί;» Τὸ δικό του παιδὶ θὰ δείρει γιατὶ θέλει νὰ τὸ διορθώσει. Δὲν θὰ δείρει τὸ παιδὶ τοῦ γείτονα. Θὰ τοῦ πεῖ ὁ γείτονας ‘ἔ, τί κάνεις, μὲ ποιό δικαίωμα’. Αὐτὸ σημαίνει, δηλαδὴ ὅταν ὁ Θεὸς μᾶς παιδαγωγεῖ, μᾶς δίνει θλίψεις, μᾶς παραδέχεται ὅτι εἴμαστε παιδιά Του καὶ ἀσχολεῖται μαζί μας. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ στενοχωριέσαι ὅταν ἔχεις θλίψεις. Νὰ χαίρεσαι ποὺ σὲ ἐπισκέφθηκε ὁ Θεός!