Του Οσίου πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου
Ερμηνεία εις τον Κανόνα
 
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Ήτοι της λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κυρίου
 
Ποίημα όντα Ιωάννου του Δαμασκηνού
 
Ωδή ζ’. Ο Ειρμός.
Ο Παίδας εκ καμίνου ρυσάμενος, γενόμενος άνθρωπος, πάσχει ως θνητός, και δια πάθους το θνητόν, αφθαρσίας ενδύει ευρπέπειαν, ο μόνος ευλογητός των πατέρων, Θεός και υπερδένδοξος.
 
Ερμηνεία.
Ο Χριστός, λέγει, όστις καθό Θεός εσυγκατέβη το παλαιόν εις την Βαβυλωνίαν κάμινον εις είδος και μορφήν Αγγέλου, και διέσωσε τους τρεις Παίδας αβλαβείς από την φλόγα της καμίνου, ώστε δεν ηνώλησεν αυτούς το πυρ ουδέ μέχρι τριχός. «Ο δε Άγγελος, φησί, Κυριου συγκατέβη άμα τοις περί τον Αζαρίαν εις την κάμινον, και εξετίναξε την φλόγα του πυρός εκ της καμίνου, και εποίησε το μέσον της καμίνου ως πνεύμα δρόσου διασυρίζον, και ουχ ήψατο αυτών το καθόλου το πυρ, ουδέ ελύπησεν, ουδέ παρηνώχλησεν αυτούς» (Αιν. 25). Αυτός εκείνος, λέγω, ο τους τρεις Παίδας διασώσας, ύστερον γενόμενος άνθρωπος ως εγώ, και πτωχεύσας την ιδικήν του θνητότητα, πάσχει καθό θνητός. Πλην δια μέσου του ιδίου πάθους ενδύει ευπρέπειαν αφθαρσίας το θνητόν φύραμα του Αδάμ και το ιδικόν μας. επειδή όχι μόνον αυτός ενεδύθη μετά την ανάστασιν ευπρέπειαν και αφθαρσίαν καθό άνθρωπος, ως λέγει ο θείος Δαβίδ, «Ο Κύριος εβασίλευεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο» (Ψαλ. ψβ’ 1), αλλά και ημάς τους φθαρέντας από την αμαρτίαν ενέδυσε την αφθαρσίαν δι’ υπερβολήν αγαθότητος, και δια την φυσικήν οικειότητα και συγγένειαν όπου είχε η παρ’ αυτού προσληφθείσα ανθρωπότης με την ιδικήν μας ανθρωπότητα.
 
Ότι δε ο εν μορφή Αγγέλου καταβάς εις την κάμινον και διαφυλάξας αφλέκτους τους τρεις Παίδας ήτον ο Μονογενής Υιός του Θεού, εμαρτύρησε καιαυτός ο βασιλεύς Νοαβουχοδονόσορ, λέγων. «Ως δε εγώ ορώ άνδρας τέσσαρας λελυμένους και περιπατούντας εν μέσω του πυρός, και διαφθορά ουκ έστιν εν αυτοίς και η όρασις του τετάρτου ομοία Υιώ Θεού» (Δαν. γ’ 25), και πολλοί δε Πατέρες τον καταβάντα Άγγελον εν τη καμίνω ενόησαν ότι είναι ο της μεγάλης βουλής του Πατρός Άγγελος, κατά τον Ησαΐαν. Όρα δε πως ο Μελωδός προσφυώς εσυνάρμοσε τον Ειρμόν τούτον και με την εβδόμην Ωδην των τριών Παίδων, και με την εορτήν της Αναστάσεως. καθώς γαρ οι τρεις Παίδες εφυλάχθησαν αβλαβείς και αδιάφθοροι από την φλόγα της καμίνου. ούτω και το φθαρτόν και θνητόν σώμα του Κυρίου όχι μόνον εν τω τάφω δεν έπαθε διαφθοράν (ήτοι διάλυσιν εις τα εξ ων συνετέθη στοιχεία), αλά και την αφθαρσίαν και αθανασνίαν προσέλαβεν.

Τροπάριον.
Γυναίκες μετά μύρων θεόφρονες, οπίσω σου έδραμον. ον δε ως θνητόν, μετά δακρύων εζήτουν, προσεκύνησαν χαίρουασι ζώντα Θεόν, και Πάσχα το μυστικόν, σοις Χριστέ μαθηταίς ευηγγελίσαντο.
 
Ερμηνεία.
Τούτο το Τροπάριον εδανείσθη υπό του Μελωδού από το Άσμα των ασμάτων. ούτω γαρ εκεί η νοητή νύμφη ψυχή αγαπητικώς βοά προς τον νοητόν Νυμφίον Χριστόν. «Μύρον εκκενωθέν όνομά σου. δια τούτο νεάνιδες ηγάπησάν σε, είλκυσάν σε, οπίσω σου εις οσμήν μύρων σου δραμούμεν» (Ασμ. α’ 3-4). Εκόλλησε δε και επροσάρμοσεν ευφυώς το ρητόν τούτο του Άσματος με την ιστορίαν των Μυροφόρων, με ολίγην όμως παραλλαγήν. καθότι εκείναι μεν αι εν τω Άσματι αναφερόμεναι ήτον νέαι, και έτρεχον οπίσω του Νυμφιου δια να μυρισθούν από το νοητόν μύρον εκείνου. αύται δε αι Μυροφόροι ήτον γηραιαί, και έτρεχον δι ανα μυρίσουν εξεναντίας τον τεθαμμένον Νυμφίον Ιησούν. δύναται όμως να ειπή τινάς ότι και αι Μυροφόροι αι τα μύρα προσφέρουσαι εις το σώμα του Κυρίου επρόσφερον αυτά δια να μυρισθούν πνευματικώς από εκείνον, και ότι και αι Μυροφόροι νεάνιδες ήτον, επειδή κατά την αρετήν ήτον νέαι και ακμάζουσαι. κατά δε τα άλλα αρμόζει και εις τας Μυροφόρους το ανωτέρω ρητόν του Άσματος. επειδή αυταί όχι μόνον ηγάπησαν τον Δεσπότην Χριστόν, όστις είναι ο νοητός Νυμφίος των ψυχών, και έδραμον οπίσω αυτού, πάντα τα του Κόσμου καταλιπούσαι, αλλά και ετράβιξαν αυτόν μέσα εις τας καρδίας των, και εκεί είχον αυτόν εντετυπωμένον δια της αγάπης, και τούτο ελάτρευον νοερώς ως Θεόν και Κύριον, κατά το άλλο ρητόν της ασματιζούσης Νύμφης το λέγον. «Ευρόν ον ηγάπησεν η ψυχή μου. εκράτησα αυτόν και ουκ αφήκα αυτόν, έως εισήγαγον αυτόν εις οίκον Μητρός μου και εις ταμείον της συλλαβούσης με» (Ασ. γ’ 4) . οίκος δε και ταμείον είναι η του ανθρώπου καρδία. Μήτηρ δε και συλλαβούσα είναι η σοφία του Θεού η τα πάντα κτίσασα και αυτήν την καρδίαν, κατά τους ερμηνευτάς του Άσματος, και μάλιστα κατά τον Νύσσης Γρηγόριον και τον Θεοφόρον Μάξιμον.
 
 
Ταύτα λοιπόν ηξεύρων ο θείος Ιωάννης, ούτως λέγει. Αι θεόφρονες και μυροφόροι γυναίκες έδραμον οπίσω σου, Θεάνθρωπε Δέσποτα, με μύρα ομού και με δάκρυα. και τα μεν μύρα επρόσφερον ή δια τιμήν θεοπρεπή κατά τον Θεόδωρον, ή, μάλλον και αληθέστερον ειπείν, δια να αλείψουν το νεκρόν σώμα σου, κατά την συνήθειαν όπου είχον οι Ιουδαίοι, ίνα μείνη ευώδες και μη πάθη καμμίαν δυσωδίαν. «Διαγενομένου γαρ, φησίν, (ήτοι διαπεράσαντος) του Σαββάτου, Μαρία η Μαγδαληνή[1] και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα, ίνα ελθούσι αλείψωσιν αυτόν». Επειδή, κατά τον Ιερόν Θεοφύλακτον, ουδέν μέγα, ουδέ άξιον της του Ιησού Θεότητος εφρόνουν αι γυναίκες αύται, δια τούτο μύρα ηγόρασαν, και να αλείψουν το νεκρόν σώμα του Κυρίου επροθυμοποιήθησαν. και τα μεν μύρα δια τούτο επρόσφερον, τα δε δάκρυα δια να δείξουν την θερμήν αγάπην όπου είχον εις τον Διδάσκαλόν των Ιησούν, υπό της οποίας καταφλεγόμεναι, ποταμηδόν τα δάκρυα έχεον ίνα με αυτά σβύσουν ολίγον την φλόγα της καρδίας των. όθεν είπεν ο άγιος Ισαάκ. «Όταν κινηθή η μνήμη του Θεού εν τη διανοία αυτού (του αγαπώντος δηλ. τον Θεόν), ευθέως η καρδία αυτού κινείται εν τη αγάπη αυτού, και οι οφθαλμοί αυτού καταφέρουσι δάκρυα δαψιλώς. έθος γάρ έχει η αγάπη εκ της μνήμης των αγαπητών εξάπτειν δάκρυα» (Λόγος πε’ σελ. 53).
 
 
Επρόσφερον ακόμη τα δάκρυα, διότι δεν ευρήκαν το ποθούμενον σώμα του γλυκυτάτου Ιησού. ει γαρ εύρισκον αυτό, ίσως ήθελαν λάβειν ολίγην παρηγορίαν της θλίψεως και αγάπης των. μη ευρούσαι δε τούτο απαρηγορήτως λοιπόν έκλαιον και εδάκρυον, την στέρησιν τοιούτου Διδασκάλου και Ευεργέτου και Σωτήρος μη φέρουσαι. ηξεύρουσι γαρ αι φιλόθεοι ψυχαί και καρδίαι τι αξίζει ο Θεός και ο Ιησούς, και δια τούτο, όταν τον στερηθούν, τρέχουν επάνω και κάτω, τον ζητούν επιμόνως, και χύνουν δι’ αυτόν αιματωμένα δάκρυα. όθεν και ο Δαβίδ έκλαιεν απαρηγόρητα δια την του Θεού στέρησιν. διό έλεγεν. «Εγεννήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός, εν τω λέγεσθαί μοι καθ’ εκάστην ημέραν. που εστίν ο Θεός σου;» (Ψαλ. μα’ 4).
 
 
Αι γυναίκες λοιπόν διά τούτο επρόσφερον τα μύρα και τα δάκρυα. όθεν ακούσασαι από τον ζητούμενον αναστάντα Χριστόν να τας ειπή. Χαίρετε. και τον Άγγελον να λέγη εις αυτάς. «Αλλ’ υπάγετε είπατε τοις Μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. εκεί αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν» (Μαρ. στ’ 7) ταύτα, λέγω, ακούσασαι, μετέβαλον μεν τα δάκρυα εις χαράν, και εσέ τον Χριστόν, όπου εζήτουν πρότερον ως θνητόν, επροσκύνησαν χαίρουσαι ύστερον ως ζωντανόν ομού και ως Θεόν, ευηγγέλισαν δε και εις τους Αποστόλους σου το Πάσχα το μυστικόν, τουτέστιν την σην ανάστασιν. Βλέπε δε, αγαπητέ αναγνώστα, πόσην μεγάλην ωφέλειαν προξενούσι τα δάκρυα. διότι αυτά έκαμαν τας Μυροφόρους γυναίκας να ιδούν τον αναστάντα Χριστόν. αυτά τας έκαμαν να ιδούν τους Αγγέλους. αυτά τας εκατάστησαν να γένουν της αναστάσεως πρώται κήρυκες, και να χρηματίσουν των Αποστόλων και Ευαγγελιστών του Κυρίου ευαγγελίστριαι[2].
 
 
Δια τούτο και Γρηγόριος ο Θεολόγος ταύτην την Σωτήριον συμβουλήν δίδει εις κάθε ψυχήν να είναι πρόθυμος και να δακρύη, ίνα αξιωθή να απολαύση νοερώς εκέινα όπου ηξιώθησαν να ιδούν αι μυροφόροι αισθητώς, ούτω λέγων. «Καν Μαρία τις ης, καν η άλλη Μαρία, καν Σαλώμη, καν Ιωάννα, δάκρυσον ορθρία. ίδε πρώτη τον λίθον ηρμένον, τυχόν δε και τους Αγγέλους και Ιησούν αυτόν» (Λόγος εις το Πάσχα)[3]. Λέγει δε και ο μέγας Αθανάσιος, πανηγυρίζων εις την Καινήν Κυριακήν ταύτα. «Αναστάς ο Χριστός, προ των μαθητών ταις γυναιξίν εωράτο, και αι γυναίκες τοις Αποστόλοις ευηγγελίζοντο του Χριστού την ανάστασιν. και τούτο εικότως. το γαρ κατά της Εύας έρειγμα (σύντριψις) τω Διαβόλω περιετρέπετο. όθεν γαρ ώδευσεν η νόσος, εκείθεν η θεραπεία προέρχεται. όθεν ο θάνατος ήρξατο, εκείθεν η ανάστασις φαίνεται. γυνή και της παραβάσεως αιτία και της αναστάσεως κήρυξ. η τον πρώτον Αδάμ προς πτώσιν χειραγωγήσασα, τον δεύτερον Αδάμ αναστάντα μαρτύρεται». Έφη δε και ο Χρυσόστομος. «Είδετε όσης ηξιώθησαν τιμής αι γυναίκες δια την προσεδρίαν; μιμησώμεθα τούτων τον ζήλον και άνδρες, και τιμήσωμεν κατά δύναμιν την της αναστάσεως ημέραν, ουχί μύρα και αρώματα βαστάζοντες αισθητά, αλλά την από των πράξεων της αρίστης πολιτείας ευωδίαν επιφερόμενοι. και καθάπερ αύται μιθσόν της υπομονής ειλήφασι το καταξιωθήναι προ των άλλων απάντων αυτόν θεάσασθαι τον Δεσπότην μετά την ανάστασιν, και τους πόδας κατασχείν και προσκυνήσαι. ούτω και ημών εκάστω έξεστιν, ει βουληθείημεν, ου μόνον τους πόδας κατασχείν, αλλά και αυτόν όλον λαβείν» (δια της μεταλήψεως δηλαδή) (Λόγος εις την ταφήν και Ανάστασιν Τόμος ε’). Αλλά και ο της Αλεξανδρείας θεσπέσιος Κύριλλος ερμηνεύων το του Ησαΐου εκείνο «Γυναίκες ερχόμενοι από θέας δεύτε. ου γαρ λαός εστίν έχων σύνεσιν» (Ησ. κζ’ 11), ούτω λέγει. «Ουκούν αφιεμένου του Ισραήλ, υμείς αι σοφαί γυναίκες, φησίν (ο Ιησούς), ήκετε και μάλα γοργώς, ευαγγελιζόμεναι την ανάστασιν του τον θάνατον αποκτείναντος. Διατί δε ούχ οι μαθηταί τεθέανται πρώτοι τον του θανάτου το κράτος παραλύσαντα Ιησούν, ώφθη δε γυναιξί, το της αποστολής αξίωμα περιθείς; Προς δη τούτο φαμέν ότι γένομεν άνθρωπος ο Μονογενής του Θεού Λόγος ίνα θεραπεύση το αρρωστούν και των αρχαίων αιτιαμάτων απαλλάξη τον άνθρωπον. Έδει ουν έδει χαρίσασθαι γυναιξί το ευαγγελίσασθαι πρώταις την ανάστασιν. επειδή γαρ η πρώτη και αρχαιοτέρα γυνή παρεκόμισε τον Αδάμ εις παράβασιν ταις του όφεως υπηρετούσα φωναίς, και γέγονεν αύτη το θανάτου πρόξενος, πως ουκ έδει των ούτω δεινών εγκλημάτων αποκρούσασθαι τας αιτίας δια της αποστολής; ου γαρ επλεόνασε, φησίν, η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις».
 
 
 
Τροπάριον.
Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, αιωνίου απαρχήν, και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των πατέρων, Θεόν και υπερένδοξον.
 
Ερμηνεία.
Εις το Τροπάριον τούτο δείχνει ο Μελωδός πόσα αγαθά απολαύσωμεν από τον αναστάντα Χριστόν. διότι, αν και ένα πράγμα φαίνεται ότι είναι το εορταζόμενον η Ανάστασις, μυρία όμως είναι τα καλά όπου συν τη Αναστάσει εχαρίσθησαν εις ημάς. Δια τούτο δε λέγει ο χαριτώνυμος Ποιητής ότι ημείς οι ορθόδοξοι εορτάζομεν σήμερον την νέκρωσιν του θανάτου, διότι επειδή ημείς εζήσαμεν εν τω αναστάντι Χριστώ, ενεκρώθη ο θάνατος, τουτέστιν αργός και ανενέργητος έμεινε, και πλέον δεν ενεργεί εις τους ανθρώπους την νεκροποιόν αυτού και θανατηφόρον ενέργειαν. ώστε ημείς πρέπει να περιπαίζωμεν τον θάνατον, και καταπατούντες την τυραννίαν του, να λέγωμεν τον επινίκιον εκείνον ύμνον μαζί με τον Ωσηέ. «Που σου, θάνατε, το κέντρον;» (Ωσ. ιγ’ 14) και μαζί με τον Απόστολον, «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» . (α’ Κορ. ιε’ 54) και πάλιν με τον Ωσηέ «Εκ θανάτου λυτρώσομαι αυτούς» (Ως. ιγ’ 14).
Ημείς ακόμη εορτάζομεν σήμερον και τον κρημνισμόν και απώλειαν του Άδου. του γαρ Χριστού υπέρ ημών καταβάντος εις Άδην, και τας εκείσε φυλακωμένας ψυχάς των δικαίων ελευθερώσαντος, δεν έχει πλέον ο Άδης καμμίαν δύναμιν καθ’ ημών. επειδή ημείς οι τω Χριστώ πιστεύοντες και τας εντολάς αυτού φυλάττοντες δενν απερχόμεθα μετά θάνατον εις τον σκοτεινόν Άδην, καθώς οι πάλαι δίκαιοι, αλλά απέρχονται αι ψυχαί μας εις τας ουρανίους και φωτεινάς μονάς, και απολαμβάνουσι μεν μερικήν απόλαυσιν, περιμένουσι δε να λάβουν και το τέλειον της μακαριότητος μετά την εκ νεκρών ανάστασιν[4]. ώστε ημείς εμπορούμεν να περιπαίζωμεν και τον Άδην και καταπατούντες αυτόν, να λέγωμεν (Ωσ. ιγ’ 14), και μετά των τριών Παίδων να φωνάζωμεν. «Εξείλετο ημάς (ο Θεός) εξ Άδου και εκ χειρός θανάτου έσωσεν ημάς» (Αίνος των τριών Παίδων 65).
 
 
Ημείς προς τούτοις εορτάζομεν σήμερον άλλης ζωής αρχήν: ήτοι της αιωνίου, της μενούσης και μη εχούσης τέλος ποτέ. το οποίον είναι ένα υπέρτατον χάρισμα, και μία ευεγερσία μεγαλυτέρα από τας άλλας δύο. διότι αν καθ’ υπόθεσιν αναστάς ο Χριστός ήθελε μας χαρίση να ζήσωμεν μίαν μακαρίαν ζωήν εις τους Ουρανούς, συντροφευμένην από όλα τα αγαθά, όχι όμως αιωνίαν και ατελεύτητον, και τούτο βέβαια ήθελε νομίζεται εις ημάς ένα μέγα χάρισμα, καιμία ευτυχία πλουσιωτάτη. το δε να μας χαρίση τοιαύτην μακαρίαν και πλήρη πάντων των αγαθών ζωήν, έπειτα να προσθέση κα το να μη έχη τέλος η τοιαύτη ζωή, αλλά να είναι αιωνία και ατελεύτητος, τούτο αληθώς είναι ένα χάρισμα των χαρισμάτων, ένα αγαθόν των αγαθών, και μία ευεργεσία των ευεργεσιών. όθεν ο Κύριος περί τούτου έλεγεν. «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ιω. ι’ 10). Τι δε είναι το περισσόν τούτο; Είναι το αιώνιον της ζωής εκείνης, και πεπληθυσμένον από κάθε αγαθόν, καθώς ερμηνεύει ο Θεσσαλονίκης θείος Γρηγόριος. δια τούτο δίκαιον είχεν ο μέγας Αθανάσιος να πανηγυρίζη εις το Πάσχα και να προοιμιάζη ούτως. «Ει ταις των Αγγέλων ενήν προ το παρόν χρήσασθαι γλώτταις, και φωνάς αθανάτους η των θνητών εκτήσατο φύσις, ετόλμησε μόλις αν τας της εορτής υμνήσαι δωρεάς. υπερβαίνει γαρ αληθώς κτίσεως μέτρα τα δώρα της χάριτος. θάνατος εξ ανθρώπων ελαύνεται. και Άδης την πολυετή δυναστείαν αποτίθεται. και γένος ανθρώπων αμαρτίας νόμω κατάδικον τη της χάριτος δωρεά βασιλεύειν διδάσκεται» . και εν τω εις την Καινήν Κυριακήν ούτω προοιμιάζει. «Χριστός εγερθείς εκ νεκρών, όλην την ζωήν των ανθρώπων εορτήν απειργάσατο».
Επιφέρει δε ο Μελωδός ότι δια τα ανωτέρω τρεις μεγάλας ευεργεσίας όπου ελάβομεν ημείς οι Χριστιανοί πρέπει να σκιρτώμεν και να χορεύωμεν, και χορεύοντες να υμνώμεν και να ευχαριστώμεν τον πρωταίτιον τούτων Χριστόν, ο οποίος δια της αναστάσεως του εχάρισε τα αγαθά ταύτα εις ημάς, και μόνος αυτός είναι ευλογητός και υπερέδοξος Θεός των Πατέρων ημών. Λέγει δε τουτο δια να φανερώση ότι είναι εβδόμη Ωδή, της οποίας ο λόγος ούτος είανι χαρακτηριστικός. αν γαρ δια κάθε παραμικρόν αγαθόν όπου ελάβομεν εκ Θεού έχομεν χρέος να ευχαριστώμεν αυτόν, καθώς μας παραγγέλλει ο Απόστολος. «Εν παντί ευχαριστείτε» (α’ Θεσ. ε’ 18), πόσω μάλλον χρεωστούμεν να ευχαριστώμεν αυτόν, καθώς μας παπόσω μάλλον χρεωστούμεν να ευχαριστώμεν αυτόν, καθώς μας παρεγγέλλει ο Απόστολος. «Εν παντί ευχαριστείτε» (α’ Θεσ. ε’ 18), πόσω μάλλον χρεωστούμεν να ευχαριστώμεν τον Θεόν όπου μας εχάρισε τοιαύτα μεγάλα, τοιαύτα θεοπρεπή και τοιαύτα ακατάληπτα και ανεκδιήγητα αγαθα[5].
 
Τροπάριον.
Ως όντως ιερά και πανέορτος αύτη η σωτήριος, νυξ και φωταυγής, της λαμπροφόρου ημέρας, της εγέρσεως ούσα προάγγελος, εν η το άχρονον φως, εκ τάφου σωματικώς, πάσιν επέλαμψεν.
 
Ερμηνεία.
Και τούτο το Τροπάριον ερανίσθη ο Μελωδός από την ρητορικήν Σειρήνα Γρηγορίου του Θεολόγου. λέγει γαρ εκείνος εν τω εις το Πάσχα λόγω αυτού περί της φωταγωγίας όπου εποίουν οι τότε Χριστιανοί, ανάπτοντες λαμπάδας και αγρυπνούντες όλην την νύκτα ταύτην έως της εβδόμης ώρας, και προσμένοντες την του Κυριου ανάστασιν. αλλ’ άκουσον αυτολεξεί και τα λόγια του. «Καλή μεν και η χθες (χθες δε είρηται, καθό προοιμοιάζει την ανάστασιν, και ουχί ως ενεστώσαν εορτάζει)[6] ημίν λαμπροφορία και φωταγωγία, ην ιδία τε και δημοσία συνεστησάμεθα, δαψιλεί τω πυρί την νύκτα καταφωτίζοντες, και του μεγάλου φωτός αντίτυπος. καλλίων δε η σήμερον (ήτοι το μετά την ανάστασιν διάστημα έως εσπέρας της Κυριακής. καθότι από της εσπέρας αρχίζει η εκκλησία το νυχθήμερον, και τελειώνει αυτό έως εις την άλλην εσπέραν) και περιφανεστέρα. όσω χθες μεν πρόδρομον ην του μεγάλου φωτός ανιταμένου το φως (ιδού, πως εξηγεί το Χθες ο Θεολόγος) και οίον ευφροσύνη τις προεόρτιος. σήμερον δε την Ανάστασιν αυτην εορτάζομεν, ουκ έτι ελπιζομένην, αλλ’ ήδη γεγενημένην».
 
 
Ταύτα λοιπόν τα λόγια του Θεολόγυ μελουργών ο χαριτώνυμος Ιωάννης, λέγει. Αληθώς ιερά και πανεόρτιος εστάθη αύτη η σωτήριος νύκτα της Κυριακής του Πάσχα: ήτοι το από της εσπέρας αρχόμενον διάτημα μέχρι της εβδόμης ώρας της νυκτός, ότε εορτάζομεν την Ανάστασιν του Κυρίου. Ακολούθως δε λέγει την αιτίαν, δια την οποίαν ετίμησε το διάστημα αυτό της νυκτός με τοιαύτα ένδοξα και σεμνά ονόματα. επειδή, λέγει, το εξάωρον αυτό διάστημα της νυκτός είανι πρόδρομον και προάγγελον και προοίμιον της λαμπροφόρου ημέρας της του Κυρίου Αναστάσεως. Ημέραν δε ονομάζει το από της εβδόμηης ώρας της νυκτός μέχρι της εσπέρας της Κυριακής εκτεινόμενον διάστημα. εν τω διαστήματι γαρ τούτω εορτάζεται η Ανάστασις του Κυρίου. καθότι εξέλαμψεν εις όλους από της Θεότητος: ήτοι αυτός ο Μονογενής Υιός του Θεού, το άναρχον και αΐδιον και αληθινόν φως, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον Κόσμον, κατά την του Ιωάννου φωνήν (Ιω. α’ 9). Θαυμαστικώς δε φαίνεται ότι προσφέρει ο Μελωδός τας φωνάς ταύτας του αχρόνου φωτός. διότι, αν το χρονικόν και κτιστόν τούτο φως του Ηλίου, από τας απειρομεγέθεις των ορώντων, ενώ καθ’ εκάστην ημέραν ανατέλλει, και οι οφθαλμοί μας εσυνείθισαν να τον βλέπουν, πόσω μεγαλύτερον θαύμα είναι να ανατέλλη από ένα τόσον μικρόν τόπον, όσον ήτον ο τάφος του Κυρίου, το άχρονον και αΐδιον και άκτιστον φως της Θεότητος, ενώ μίαν και μόνην φοράν ανέτειλεν από αυτόν, το οποίον κάμνει το θαύμα παραδοξότερον δια το ασύνηθες;
 
 
 
 
 
 
 
 
[1] Δεν δύναμαι εδώ να σιωπήσω τα διηγήματα όπου αναφέρει ο άγιος Μόδεστος ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων περί της Μαγδαληνής Μαρίας. είναι γαρ αληθώς γλαφυρά και τοις φιλολόγοις πολυπόθητα άπερ διηγειται ο Κριτικώτατος Φώτιος εν τη Μυριοβίβλω αναγνώσει διακοσιοστή εβδομηκοστή Πέμπτη σελ. 834 έχει δε ούτω. «Τον έβδομον αριθμόν και επί της αρετής και επί της κακίας ευρίσκομεν την Γραφήν παραλαμβάνουσαν. Εικότως ου την Μαρίαν εκλέγεται την Μαγδαληνήν ο Σωτήρ, αφ’ ης εκβεβλήκει δαιμόνια επτά, ίνα τον άρχοντα της κακίας δι’ αυτής απελάση της ανθρωπίνης φύσεως. ότι, φησίν, αι ιστορίαι την Μαγδαληνήν ταύτην δια βίου παρθένου διδάσκουσι, και μαρτύριον δε αυτής φέρεται, εν ω λέγεται δια την άκραν αυτής παρθενίαν και καθαρότητα, ως ύαλον αυτήν καθαρόν τοις βασανισταίς φαίνεσθαι. ότι, φησί, μετά την κοίμησιν της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου πορευθείσα εις Έφεσον προς τον ηγαπημένον μαθητήν (Ιώαννην), εκείσε τον δρόμον τον Αποστολικόν δια του Μαρτυρίου η μυροφόρος αύτη Μαρία ετελείωσε, μη θελήσασα μέχρι της τελευτής χωρισθήναι του Παρθένου και Ευαγγελιστού Ιωάννου. ότι ώσπερ, φησίν, η απαρχή των Αποστόλων Πέτρος ωνομάσθη δια την ασάλευτον πίστιν, ήν είχεν επί Χριστόν την πέτραν. ούτω και αύτη αρχηγός των μαθητριών γενομένη, δια την καθαρότητα αυτής και τον πόθον ον ειχε εις αυτόν Μαρία ομωνύμως τη Μητρί παρά του Σωτήρος προσηγόρευται. και ώσπερ τω Δεσπότη (Χριστώ) των μαθητών ηκολούθει ο χορός. ούτω τη Δεσποίνη και Μητρί του Κυρίου ηκολούθει των μαθητευομένων γυναικών ο χορός. εθαύμαζον γαρ, φησί, ποτέ οι μαθηταί, ότι μετά γυναικός ελάλει ο Κύριος. δήλον ως ουκ ούσης τοιαύτης συνηθείας τω Κυρίω, αλλά τον ευαγελικόν δρόμον της Μητρός του Δεσπότου συνεξανυούσης τω Υιώ και δημιουργώ, και αύται οι μυροφόροι συνακολουθούσαι αυτή, τω κοινώ Δεσπότη εκ των υπαρχόντων εν τοις αναγκαίοις και τοις μαθηταίς διηκόνουν» (Λόγος εις τας Μυροφόρους). Και τούτο δε προσημειούμεν, ότι η της μυροφόρου και ισαποστόπου ταύτης Μαρίας της Μαγδαληνής ιερά χειρ ευρίσκται εν τη ιερά και σεβασμίω μονή του νέου Κοινοβίου της Σιμωνόπετρας κατά το Αγιώνυμον Όρος του Άθω, θαύματα βρύουσα και χάριτας ιαμάτων πηγάζουσα, ως ποταμός αένναος. καθώς μαρτυρούσιν οι ταύτην ιδόντες και μετ’ ευλαβείας ασπασάμενοι.
 
 
[2] Ότι δε γυνή πρώτη είδε τον αναστάντα, βαθέως τούτο αποδεικνύει ο Θεσσαλονικής Θείος Γρηγόριος ούτω προοιμιάζων εν τω εις τας Μυροφόρους λόγω αυτού. «Η του Κυρίου ανάστασις της ανθρωπίνης φύσεώς έστιν ανανέωσις, και του πρώτου δια την αμαρτίαν θανάτω καταπεσόντος Αδάμ, και δια θανάτου προς γην. όθεν επλάσθη, παλινδρομήσαντος, αναζώωσις και ανάπλασις και προς ζωήν αθάνατον επανέλευσις. Ώσπερ ουν εκείνος την αρχήν πλαττόμενον και ζωούμενον είδεν ουδεις ανθρώπων. ούπω γαρ εν εκείνη τη ώρα των ανθρώπων τις ην, μετά δε το λαβείν πνοήν ζωής, δι’ εμφυσύματος θείου, πρώτη των άλλων είδε γυνή. πρώτη γαρ Εύα μετ’ εκείνον ην εν ανθρώποις. ούτω και τον δεύτερον Αδάμ, ος έστιν ο Κύριος, ανιστάμενον εκ νεκρών είδεν ουδείς ανθρώπων. παρήν γαρ ουδεις των οικείων, οι τε το μνήμα φυλάσσοντες στρατιώται τω φόβω σεισθέντες, ωσεί νεκροί γενόνασι μετά δε το αναστήναι, πρώτη των άλλων είδε γυνή, καθάπερ ηκούσαμεν ευαγγελιζομένου του Μάρκου σήμερον».
 
 
[3] Ταύτα ερμηνεύει ο σχολιαστής Νικήτας. «Μαρία Μαγδαληνή είναι κάθε ψυχή Πρακτική καταρθείσα δια του λόγου των ευαγγελικών εντολών, ως από δαιμόνια από την προσπάθειαν της εβδοματικής ταύτης ζωής. Σαλώμη δε ειρήνη ερμηνευομένη, είναι η ψυχή εκείνη όπου νικήση τα πάθη, και υποτάξη το σώμα εις την ψυχήν, και δια θεωρίας πνευματικών νοημάτων την των όντων γνώσιν περιλαμβάνουσα, και δια τούτο ειρήνην τελείαν έχουσα. Ιωάννα δε περιστερά ερμηνεύεται, και είναι η ψυχή εκείνη η άκακος και γονιμωτάτη εις τας αρετάς, η οποία απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα, και είναι θερμή εις το να γεννά τα πνευματικά νομήματα με διάκρισιν. Εάν τοιαύτη γένη η ψυχή σου, αγαπητέ, πήγαινε ως αι Μυροφόροι μετά προθυμίας και σπουδής (ο γαρ όρθρος ταχύτητα και σπουδήν δηλοί) εις τον τάφον, ήγουν εις το βάθος, εν ω είναι κεκρυμμένοι οι λόγοι των επιγείων και ουρανίων, ή και εις την ιδικήν σου καρδίαν (λέγει γαρ ο Θεοφόρος Μάξιμος ότι μνημείον εστί δεσποτικόν ή εκάστου των πιστών καρδία Κεφάλαιον ξα’ εκατοντάδος των Θεολογικών) και ζήτησον με δάκρυα νοητά και αισθητά να μάθης εάν αναστήθη ο εν σοι λόγος της αρετής και της γνώσεως. και εάν ζητήσης με τοιούτον τρόπον, πρώτον μεν θέλεις ιδεί να σηκωθή από την καρδίαν σου ο λίθος, ήγουν η πώρωσις της ασαφείας του λόγου, και αφ’ ου αυτή σηκωθή, θέλεις ιδεί τους Αγγέλους, ήγουν τας κινήσεις της συνειδήσεώς σου να σου κηρύττουν ότι ανέστη ο εν σοι δια κακίαν νεκρωθείς λόγος της αρετής και της γνώσεως. επειδή εις την ψυχήν του φαυλοβίου ανθρώπου ο λόγος ο ορθός δεν ενεργεί, αλλά τρόπον τινά είναι νεκρός. και εις όλον το ύστερον θέλεις ιδεί και αυτόν τον Θεόν Λόγον να σου εμφανίζεται εις τον νουν γυμνός και χωρίς τύπους και σύμβολα. και να γεμίζει τας νοεράς δυνάμεις της ψυχής σου από χάριν πνευματικήν».
 
 
[4] Όρα περί τούτου εις το Ββιλίον των πνευματικών γυμνασμάτων εντη δεκάτη μελέτη.
 
 
[5] Όθεν και ο χρυσούς την γλώτταν Ιωάννης προσφυώς είπε. «Κηρύξωμεν την του Σωτήρος Ανάστασιν, μάλλον δε, την ημετέραν βοήσωμεν σωτηρίαν. δια γαρ της Αναστάσεως Χριστού σβέννυται γέεννα πυρός. σκώληξ δε ακοίμητος τελευταία. Άδης ταράττεται. πενθεί Διάβολος. αμαρτία νεκρούται. πνεύματα πονηρά διώκονται. οι από γης εις Ουρανόν ανατρέχουσιν. ει εν τω Άδη ελευθερούνται των δεσμών τουυ Διαβόλου, και Θεώ προσφεύγοντες λέγουσι τω Διαβόλω. «Που σου θάνατε το νίκος; Που σου Άδη το κέντρον; Αίτιος δε ημίν της αγίας εορτής τε και πανηγύρεως ο Χριστός, ο και πάντων ημών των καλών πρόξενος. ούτος γαρ ημάς εξ αρχής εποίησεν. ούτος και νυν απολλυμένους έσωσε. νεκρωθέντας εζωοποίησε, και της του Άδου τυραννίδος εξείλετο» (Λόγος εις την Ανάστασιν, ου η αρχή: Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε).
 
 
[6] Δια τούτο και όσοι ονομάζουν την νύκτα ταύτην της Κυριακής νύκτα του μεγάλου Σαββάτου, κατά τούτο το νόημα την ονομάζουν, καθό δηλ. προοίμιον εστί της Αναστάσεως του Κυρίου, ήτις εορτάζεται κατά την εβδόμην ώραν της νυκτός και καθ’ όλην την ερχομένην ημέραν της Κυριακής έως εσπέρας.
 
 
 
 
https://wra9.blogspot.com/2022/05/blog-post_750.html