Του Οσίου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου.
Ερμηνεία του πεζού Κανόνος της Χριστού Γεννήσεως
 Ωδή δ’ Ο Ειρμός
 
Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί, και άνθος εξ αυτής Χριστέ, εκ της Παρθένου ανεβλάστησας, εξ όρους ο αινετός, κατασκίου δασέος, ήλ­θες σαρκωθείς εξ απειράνδρου ο άυλος και Θεός. Δόξα τη δυνάμει σου Κύριε.
Ερμηνεία.
Ο μεν Προφήτης Ησαίας προφητεύων περί Χριστού είπεν εις χρόνον μέλλοντα «Εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί, και άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται» (Ήσ. ια’ 7)· ο δε Ιερός Κοσμάς βλέπων πληρωθείσαν δια των πραγμάτων την προφητείαν ταύτην, δεν προφέρει αυτήν με ρήματα μέλλοντος χρόνου, αλλά πε­ρασμένου· ου γαρ λέγει, «Εξελεύσεται ράβδος, η αναβήσεται άν­θος», αλλά λέγει, ότι από μεν την ρίζαν τοτ Ιεσσαί ράβδος εξήλθε· (τούτο γαρ το ρήμα λείπει και εννοείται έξωθεν) ράβδος δε: ήτοι κλάδος, είναι η αειπάρθενος Θεοτόκος, η οποία εξήλθεν από την ρί­ζαν: ήγουν από την φυλήν του Ιούδα, από την οποίαν εξήλθε και ο Ιεσσαί ο Πατήρ του Βασιλέως Δαβίδ. Όθεν η Θεοτόκος και από την Βασιλικήν φυλήν του Ιούδα εκατάγετο, και από το Βασιλικόν γένος του Δαβίδ από εκείνην μεν, πορρώτερα και μακρύτερα, από δε τούτο προσεχέστερα και κοντύτερα. Από την ράβδον δε πάλιν και από τον κλάδον αυτόν: ήγουν από την Παρθένον, σύ, Χριστέ, άνεβλάστησας ως εν άνθος ευωδέστατον, αειθαλές και αμάραντον.
Καθώς γαρ από την ρίζαν του δένδρου βλαστάνει ο κορμός, και από τον κορμόν βλαστάνει ο κλάδος, και από τον κλάδον βλαστά­νει το άνθος, και από το άνθος γίνεται ο καρπός τοιουτοτρόπως και από την ρίζαν της φυλής του Ιούδα εβλάστησεν ο κορμός: ή­γουν το γένος του Δαβίδ, από δε το γένος του Δαβίδ εβλάστησεν η Θεοτόκος ως ράβδος και κλάδος, από δε την Θεοτόκον εβλάστη­σεν ο Χριστός ως άνθος, από δε τον Χριστόν εβλάστησεν ο γλυκύ­τατος και χαριέστατος καρπός: ήγουν η σωτηρία όλου του Κόσμου. Μερικοί δε είπον, ότι το «έξ αυτής» νοείται και επί της ρίζης: ήγουν εξ αυτής της ρίζης του Ιεσσαί εβλάστησεν άνθος ο Χριστός, ακολουθούντες το ανωτέρω του Ησαΐου «Και άνθος εκ της ρίζης αναβήσεται». “Ωστε ο Δεσπότης Χριστός προσεχώς μεν εβλάστησεν εκ της Παρθένου, πόρρω δε εβλάστησεν εκ της φυλής του Ιούδα, κατά την προφητείαν όπου είπε περί αυτής ο Πατριάρχης Ιακώβ. «Ούκ ε­κλείψει άρχων έξ Ιούδα, και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως αν έλθη ω απόκειται» (Γέν. μθ’ 10).

Φέρει δε ακολούθως ο θεσπέσιος Μελωδός και το ρητόν του Προφήτου Αββακούμ το λέγον «Ηξει ο Αγιος έξ όρους κατασκίου δασέος» (γ’3), και τούτο ευφυώς προσαρμόζει εις την εορτήν της Χριστού Γεννήσεως, και εις την τετάρτην ταύτην Ωδήν, της ο­ποίας ποιητής είναι ο Άββακούμ. Λέγει λοιπόν «Συ, Χριστέ, ο αυλος ών Θεός και υπό πάντων αινούμενος ήλθες και εσαρκώθης εκ της μή γνούσης πείραν ανδρός Θεοτόκου (τούτο γάρ δηλοί το, απείρανδρος), ως από βουνόν δασύ και κατάσκιον». Βουνόν δε δασύ και κατάσκιον είναι η Θεοτόκος βουνόν μέν λέγεται, διότι, καθώς το όρος και το βουνόν ούτε αροτριαται, ούτε γεωργείται, ούτε σπείρεται από ανθρώπους, αλλ’ αυτοφυώς και αγεωργήτως βλαστάνει τα υψηλά δένδρα και τα χαμόκλαδα και το χορτάρι ούτω και η Θε­οτόκος ασπόρως και αγεωργήτως εβλάστησε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ως δένδρον μεν υψηλόν, διά το ύψος της Θεότητος, ως χαμόκλαδον δε, διά την ταπεινότητα της ανθρωπινής φύσεως, και ως χόρτον, διότι τρέφει τους αύτω πιστεύοντας. Δασύ δε βουνόν λέγεται η Θεοτόκος, διότι, κατά τον Ιερόν Θεοφύλακτον Βουλγαρίας εν τη ερμηνεία του Αββακούμ, σίδηρος (λογισμός πονηρός) δεν ανέβη εις αυτήν ο γεννών σκωρίαν: (μολυσμόν και φθοράν πά­θους σαρκικού), ούτε χείρ ανθρωπινή, ίνα κόψη την παρθενίαν αυτής καθώς εις το δασύ βουνόν δεν εμβαίνει τσεκούρι, ούτε χέρι ανθρώπου κόπτει τα ξύλα αυτού διά την πολλήν δασύτητα. Σχεδόν τα αυτά λέγει και ο Ζωναράς εν τη ερμηνεία του Γ’ ήχου της Οκτωήχου. “Οθεν και ο Δανιήλ προσφυώς είπε περί του όρους τούτου της Παρθένου «Εθεώρουν, εως ου ετμήθη λίθος από όρους άνευ χειρός» (Δαν. β’ 45). Διότι τόσον η Θεοτόκος ήτον καταπεπυκνωμένη κύ­κλω κατά την ψυχήν και το σώμα από τας αρετάς και τας θείας και υπερφυσικάς χάριτας, ώστε δεν ευρήκεν ουδέ την παραμικράν είσοδον ο Διάβολος, δια να εμβάση εις το πανάγιον αυτής υποκείμενον καμμίαν προσβολήν πονηρού λογισμού. Κατάσκιον δε βουνόν είναι η Θεοτόκος, διότι επεσκίασεν εις αυτήν του Υψίστου η δύναμις: (ο Υιός του Θεού). «Πνεύμα γάρ, φησίν, “Αγιον έπελεύσεται επί σέ, και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ. α’ 35)· καθώς και Ανδρέας ο Κρήτης λέγει εις τον Εόαγγελισμόν. Προσθέτει δε τελευταίον ο Μελωδός το «Δόξα τη δυνάμει σου Κύριε», ως χαρακτηριστικόν της τετάρτης Ωδής.
Τροπάριον.
 
“Ον πάλαι προείπεν Ιακώβ, Εθνών απεκδοχήν Χριστέ, φυλής Ιούδα εξανέτειλας, και δύναμιν Δαμασκού, Σαμαρείας σκυλά τε, ήλ­θες προνομεύσων πλάνην τρέπων, εις πίστιν θεοτερπή. Δόξα τη δυ­νάμει σου Κύριε.
Ερμηνεία.
Με δύο ρητά της αγίας Γραφής συνθέτει ο Ιεράρχης Κοσμάς το παρόν Τροπάριον. Και πρώτον μεν αναφέρει την Προφητείαν του Πατριάρχου Ιακώβ, την οποίαν εξεφώνησεν, όταν εύχήθη τον Υιόν του Ιούδαν: ταυτόν ειπείν την του Ιούδα φυλήν, λέγων «Ούκ εκλεί­ψει άρχων έξ “Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως αν έλθη ω απόκειται, και αυτός προσδοκία Εθνών» (Γεν. μθ’ 10) κατά γάρ τον Γεννάδιον και Κύριλλον και Θεοδώριτον και Προκόπιον και πάντας τους ερμηνευτάς, αρχών και ηγούμενος δεν έλειψεν από την φυλήν του Ιούδα, έως ου ήλθεν ο Δεσπότης Χριστός, εις τον οποίον απέκειντο όλαι αι προφητείαι, και αυτός ήτον προσδοκία και ελπίς σωτηρίας όλων των Εθνών. “Οταν γάρ ο Κύριος έμελλε να γεννηθη, έλειψαν από τους Ιουδαίους όχι μόνον οι Βασιλείς, αλλά και οι Ιερείς και οι Προφήται κατά τον Θεοδώριτον επειδή τότε εβασίλευσεν ο έκ της Ασκάλωνος της Παλαιστίνης καταγόμενος Ηρώδης, ουχί ο Τετράρχης, αλλά ο του Αντιπάτρου Υιός[1]. Ο θε­σπέσιος λοιπόν Μελωδός αποτείνων τον λόγον προς τον Χριστόν λέγει, «Σύ, Χριστέ ο Θεός, ανέτειλας και εγεννήθης από την φυλήν του Ιούδα σύ γάρ είσαι εκείνος, περί του οποίου επροφήτευσε το παλαιόν ο Πατριάρχης Ιακώβ, ότι έχεις νά γένης απεκδοχή: ήτοι προσδοκία και ελπίς όλων των ειδωλολατρούντων Εθνών».
Ακολούθως δε αναφέρει ο Μελωδός και την προφητείαν του Ησαίου την λέγουσαν περί του παιδίου Ιησού «Διότι πρίν η γνώναι το παιδίον καλείν Πατέρα η Μητέρα, λήψεται δύναμιν Δαμάσκου και τα σκύλα Σαμαρείας» (Ήσ. η’ 4). Λέγει λοιπόν ο θεσπέσιος Μελουργός, «Σύ, Χριστέ, αν και κατά το φαινόμενον είσαι ταπεινός, ήλθες όμως, ίνα, διά της κατά σάρκα σου Γεννήσεως, κουρσεύσης εν βραχίονι ύψηλω την δύναμιν της Δαμάσκου (τουρκιστί Σάμ), και τα κούρση της Σαμαρείας». Ποία δε είναι η δύναμις της Δαμάσκου και τα κούρση της Σαμαρείας; εδήλωσε παρακάτω ο Μελωδός λέ­γων, ότι είναι η πλάνη της ασεβείας και αμαρτίας· διότι εν μέν τη Δαμασκω εκατοίκουν οι Σύροι, άνθρωποι ασεβείς και ειδωλολάτραι, εν δε τη Σαμαρεία εκατοίκουν άνθρωποι αμαρτωλοί και τω νόμω του Θεού μή ακολουθούντες όθεν και τον Κύριον Σαμαρείτην εκάλουν οι Ιουδαίοι: ήτοι παράνομον και αμαρτωλόν. «Ταύτην λοι­πόν την πλάνην ακολουθεί ο Μελωδός της ασεβείας και αμαρτίας συ, Χριστέ, εγύρισας εις ευσεβή πίστιν, εις την οποίαν τέρπεται ο Θεός και αρέσκεται».
Ορα δέ, αγαπητέ, ότι, κατά τόν Θεόδωρον, τα κούρση όπου κάμνει ο Χριστός, είναι εναντία με τα κούρση όπου κάμνουν οι άλ­λοι άνθρωποι οι μέν γάρ Βασιλείς και οι λοιποί άνθρωποι αισθητώς πολεμούντες κουρσεύουσι διά ζημίαν και καταστροφήν των κουρσευομένων ο δε Χριστός νοητώς πολέμων, κουρσεύει διά σωτηρίαν και πλουτισμόν των κουρσευομένων. “Οθεν και ο ίδιος έλεγεν «Ό κλέπτης ούκ έρχεται, ειμή ίνα κλέψη και θύση και απολέση εγώ ήλθον, ινα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ίω. ι’ 10).
Ο δε Αλεξανδρείας Κύριλλος ούτω το ανωτέρω ρητόν ερμη­νεύει του Ησαΐου. Η Δαμασκός, ήγουν πάσα Συρία[2], και μην η των Ασσυρίων χώρα, τουτέστιν η Περσών τε και Μήδων μεμέστωτο ειδώλων διά τούτο κέκληται γη των γλυπτών πασά δε τούτων η δύναμις ήν, τα παρ’ έκάστοις θρησκευόμενα Δαιμόνια και ο τούτων ηγούμενος Σατανας. “Οτε τοίνυν έμελλε την τε Δαμασκού δύναμιν και μην και την του Βασιλέως των Ασσυρίων, τουτέστι τον Σατα­ναν, και τα πονηρά και βέβηλα των Δαιμονίων στίφη μονονουχί καταληΐσεσθαι Χριστός, διεσάφησεν ειπών «Διότι πρίν η γνώναι το παιδίον καλείν Πατέρα η Μητέρα, λήψεται την δύναμιν Δαμάσκου». Το δε λήψεται, αντί του χειρώσεται νοείται. Λήψεται δε ομοίως και τα σκύλα Σαμαρείας, τουτέστιν απαλλάξει τους αιχ­μαλώτους πολεμήσας υπέρ αυτών απέναντι του βασιλέως Ασσυρίων, του νοητού δηλονότι, φημί δη του Σατανά αυτός γάρ ήν και η Δαμασκού και η Συρίας δύναμις. Οτι δε εσκύλευσεν ο Χριστός τον Σαταναν γεγεννημένος ευθύς, αταλαίπωρον Ιδεΐν γράφει γάρ ο Ματθαίος «Του δε Ιησού γεννηθέντος… ιδού μάγοι από ανατολών παρεγένοντο», και τα λοιπά. Προσκεκυνήκασι γουν και προσήγαγον χρυσόν και λίβανον και σμύρναν. Όρας όπως εσκύλευσε τον Σαταναν, και προενόμευσεν οξέως»;
 
 
Τροπάριον.
 
Του Μάντεως πάλαι Βαλαάμ, των λόγων μνητάς σοφούς αστεροσκόπους χαράς έπλησας, αστήρ έκ τον Ιακώβ, άνατείλας Δέσπο­τα Εθνών απαρχή ν εισαγόμενους έδέξω δε προφανώς, δώρα σοι δε­κτά προσκομίζοντας.
Ερμηνεία.
Εν τω κβ’ κεφαλαίω των Αριθμών γέγραπται, ότι ο Βαλάκ ο Βασιλεύς Μωάβ επροσκάλεσεν από την Μεσοποταμίαν τον Μάντιν Βαλαάμ, δια να καταρασθη τον Ίσραηλιτικόν λαόν πλην αντί να τον καταρασθη, τον ευλόγησε και χωρίς να θέλη, και περί Χριστού επροφήτευσεν ούτως· «Ανατελεί αστρον εξ Ιακώβ, και αναστήσεται άνθρωπος έξ Ισραήλ, και θραύσει τους αρχηγούς Μωάβ, και προνομεύσει πάντας τους Υιούς Σήθ» (Αριθ. κδ’ 17)[3]. Ταύτην λοι­πόν την προφητείαν του Βαλαάμ παραλαβόντες οι Μάγοι έκ πατρι­κής διαδοχής, κατά τον Ωριγένη και Βασίλειον και Χρυσόστομον, επήγαν εις την Βηθλεέμ και έπροσκύνησαν τον Χριστόν. Οθεν ο Ιερός Μελωδός αναφερών την Ιστορίαν ταύτην εν τω παρόντι Τροπαρίω λέγει Ω Δέσποτα Χριστέ, σύ επειδή ανέτειλας ως λαμπρό­τατος και καινοφανής αστήρ από το γένος του Ιακώβ[4], διά τούτο εγέμισας από χαράν μεγάλην τους Μάγους τους σοφούς μαθητάς και ακολούθους των λόγων του Μάντεως Βαλαάμ (ήτοι της ανωτέ­ρω περί Χριστού προφητείας)· λέγει γάρ «Ιδόντες τον αστέρα, εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα» (Ματ. β’ 10). Περσικόν δε “Εθνος οι Μάγοι όντες, κατεγίνοντο εις την θεωρίαν και παρατήρησιν των α­στέρων. “Οθεν είπεν ο μέγας Βασίλειος, «Εθνος Περσικόν οι Μά­γοι, μαντείαις και επαοιδίαις και φυσικαίς αντιπαθείαις προσέχοντες,. και περί την τήρησιν των μεταρσίων εσχολακότες» (Λόγ. εις την Χριστού Γέννησ.). Ο δε Θεοδώριτος λέγει, ότι Μάγοι ελέγοντο κοντά εις τους Πέρσας οι τα στοιχεία θεοποιούντες (Εκκλησ. Ίστορ. ε’ κεφ. λη’). Ακολούθως δε λέγει ο Μελωδός. «Τούτους λοι­πόν τους Μάγους εχαροποίησας, Χριστέ, επειδή και αυτοί επροσφέρθησαν εις εσέ, ώς μία απαρχή όλων των Εθνών».
Καθώς γάρ τα Εθνη εκείνα όπου φιλιωθούν με τους Βασιλείς, έχουν συνήθειαν να προσφέρουν εις αυτούς δύο η τρεις η περισσοτέ­ρους ανθρώπους ώς ομήρους και αρραβώνας, και δια μέσου αυτών βεβαιώνουσι την προς τους Βασιλείς εκείνους φιλίαν όλου του Έ­θνους των ούτω και οι σοφοί Μάγοι, προσφερθέντες εις τον Χριστόν ώς ομηροι και αρραβώνες, εφανέρωναν την φιλίαν όπου έχουν να δείξουν εις την πίστιν του Χριστού όλα τα Εθνη. Η καθώς οι ευ­σεβείς και θεοφιλείς άνθρωποι συνειθίζουν να προσφέρουν εις τον Θεόν τα πρωτοφανήσιμα των αμπέλων και χωραφιών και των λη­νών και αλωνίων των ούτω και όλα τα Έθνη όπου έμελλον να πιστεύσουν εις τον Χριστόν, επρόλαβον και έστειλαν εις τον Χριστόν τους θεσπέσιους Μάγους, ως τόσας απαρχάς και πρωτοφανήσιμα πράγματα, και με τούτο έδειξαν, ότι και αυτά έχουν ύστερον να πιστεύσουν εις τον αυτόν Χριστόν.
Επειτα δε λέγει ο Μελωδός «Σύ, Χριστέ, εδέχθης τους ρηθέντας Μάγους, οι τίνες επρόσφεραν εις εσέ δώρα δεκτά και ευάρεστα»: ήτοι τον χρυσόν, τον λίβανον και την σμύρναν επειδή διά μεν του χρυσίου έφανέρωναν ότι είσαι Βασιλεύς εις τους Βασιλείς γάρ ο χρυσός αποδιδόταν διά δε του λιβάνου εφανέρωναν ότι είσαι Θεός εις τον Θεόν γάρ οι άνθρωποι προσφέρουσι τον λίβανον διά δε της σμύρνης εφανέρωναν ότι μέλλεις να γένης νεκρός ώς άνθρωπος· εις τους νεκρούς γάρ η σμύρνα προσφέρεται και αλείφεται.
Τροπάριον
 
Ως πόκω γαστρί παρθενική, κατέβης υετός Χριστέ, και ως στα­γόνες εν γή στάζουσαι Αιθίοπες και Θαρσεις, και Αράβων νήσο τε, Σαβά Μήδων, πάσης γης, κρατούντες προσέπεσόν σοι Σωτήρ. Δόξα τη δυνάμει σου Κύριε.
Ερμηνεία.
Δύο είναι αί παρουσίαι του δεσπότου Χριστού, πρώτη και δευ­τέρα. Και η μέν πρώτη εστάθη ταπεινή, ήσυχος, κρυφία και πενιχρά· η δε δευτέρα έχει να γένη ένδοξος, έξάκουστος και φοβερά. Ο δε Ιερός Μελωδός αφείς την δευτέραν παρουσίαν του Κυρίου την ένδοξον και φοβεράν, περί μόνης της πρώτης της ήσυχου και ταπεινής αναφέρει εν τω παρόντι Τροπαρίω της οποίας αινίγματα και σύμβολα ήτον το ποκάρι των μαλλίων και αι σταλαγματίαι της βροχής. Διανειζόμενος λοιπόν από την προφητείαν εκείνην του Δα­βίδ την λέγουσαν «Καταβήσεται ως ύετός επί πόκον, και ώσεί σταγών η στάζουσα επί την γην» (Ψαλ. οα’ 6), λέγει ούτω «Σύ, ώ Χριστέ, κατέβης εις την κοιλίαν της Παρθένου με τόσην ησυχίαν και κρυφιότητα, ώστε δεν εδυνήθη να καταλάβη τινάς τον τρόπον της καταβάσεώς σου, ούτε από τους Αγγέλους, ούτε από τους ανθρώ­πους» καθώς και η βροχή όταν πίπτη επάνω εις το απαλόν ποκάρι των μαλλίων, πίπτει ησύχως, και δεν προξενεί κανένα κρότον και αίσθησιν (Ελλειψις δε ευρίσκεται εδώ της Ενπροθέσεως, και πρέ­πει να υπακούεται αύτη, ούτως «Ώς εν πόκω εν γαστρί παρθενική κατέβης ύετός Χριστέ»). Όμοίως καθώς αι σταλαγματίαι της βρο­χής, όταν μέν πίπτουν επάνω εις σκληράς και αντιτύπους πέτρας, προξενούσι κρότον και ταραχήν, όταν δε πίπτουν επάνω εις το απα­λόν χώμα της γής, ησύχως και αταράχως πίπτουσν τοιουτοτρόπως και σύ, ώ Θεάνθρωπε Ιησού Χριστέ, ησύχως και κρυφίως κατέβης εις την Παρθένον. Σταγών δέ, κατά τον Ζυγαδηνόν Εύθύμιον, είναι εκείνη η σταλαγματιά όπου πίπτει ανεπαισθήτως από τα νέφη πρό του να κινήση η βροχή, ήτις καταβαίνει κάποτε κάποτε, και μία μία[5].
Με το ποκάρι δε των μαλλίων παρομοιάζεται η κοιλία της Θεο­τόκου, πρώτον, διότι ήτον από το γένος του Αδάμ, ος τις ώς εν πρόβατον απεπλανήθη από την εκατοντάδα των προβάτων, κατά την εν Ευαγγελίοις του Κυρίου παραβολήν. Δεύτερον, διότι από την Παρθένον υφάνθη ένδυμα αφθαρσίας, τόσον εις τον Αδάμ τον γυμνωθέντα δια την παράβασιν, όσον και εις όλους τους απογόνους του. Και τρίτον, δια να φανη εις την Παρθένον τελεσιουργούμενον το θαύμα εκείνο το επί του Γεδεών γενόμενον όπερ ήτον γη και ποκάρι έξ ών ποτέ μέν η γη εβρέχετο μόνη, το δε ποκάρι έμενεν αβροχον ποτέ δε εβρέχετο το ποκάρι, η δε γη έμενεν άβροχος· κα­θώς αναφέρεται η Ιστορία αυτη εις το Βιβλίον των Κριτών εν κεφαλαίω ς’. Ούτω μέν ενόησε το Τροπάριον τούτο Θεόδωρος ο των Κανόνων εξηγητής, εκλαμβάνων εις την κρυφίαν και ήσυχον επιδημίαν του Θεού Λόγου, τα δύο ομοιώματα ταύτα, τον πόκον μετά της βρο­χής, και την σταγόνα μετά της γης.
Ο δε Μελωδός Κοσμάς φαίνεται, ότι το ομοίωμα των σταγό­νων το προσαρμόζει εις τα ακόλουθα Εθνη: ήτοι εις τους Αιθίοπας και Θαρσείς και τους λοιπούς· λέγει γάρ, ότι καθώς αι σταγόνες της βροχής πίπτουν από το ύψος των νεφελών κάτω εις την γην ούτω και οι Αιθίοπες και Θαρσείς και αι νήσοι των Αράβων και οι άρχον­τες και εξουσιασταί της Σαβά και των Μήδων και όλης της γης επρόσπεσον εις εσε τον Σωτήρα του Κόσμου, και αφέντες το ύψος. της υπερηφανίας των, εταπεινώθησαν ενώπιον σου και σε επροσκύνησαν. Αιθίοπες δε, αισθητώς μέν, είναι οι κατοικούντες εις την ανατολήν και εις τα άκρα της δύσεως νοητώς δε, είναι οι Δαίμονες οι σκοτεινοί και ζεζοφωμένοι, οίτινες προσέπεσον τω Χριστώ και μη θέλοντες, κατά τό «Ινα εν τω ονόματι Ιησού παν γόνυ κάμψη ε­πουρανίων και επιγείων και καταχθόνιων» (Φιλιπ. β’ 10). Θαρσείς δε είναι οι την Καρχηδόνα κατοικούντες, ήτις ήτον πρώτη πόλις της Λιβύας, κατά τον Θεοδώριτον[6]. Νήσοι δε τών Αράβων είναι αϊ εν τω Άραβικώ κόλπω και Ώκεανφ περιεχόμεναι· η διά τών νήσων αυτών φανερώνονται δλαι αϊ νήσοι της θαλάσσης. Σαβά δε είναι πόλις της Ινδίας η της ευδαίμονος Αραβίας, η πλέον ονομαστή και περίφημος, από την οποίαν ήλθεν εις τον Σολομώντα και η Σαβά Βασίλισσα. Διά μέσου δε των περίφημων τούτων Εθνών και Βασι­λειών εφανέρωσεν ο Μελωδός όλας ομού τας Βασιλείας και τα Ε­θνη του Κόσμου, όπου επίστευσαν εις τον Χριστόν, και υπετάχθησαν εις αυτόν. Τα ονόματα δε ταύτα των Εθνικών ερανίσθη ο Με­λωδός από τον οα’ Ψαλμόν τον λέγοντα «Ενώπιον αυτού προπεσούνται Αιθίοπες, και οι εχθροί αυτού χουν λείξουσν Βασιλείς Θαρσείς και νήσοι δώρα προσοίσουσν Βασιλείς Αράβων και Σαβά δώ­ρα προσάξουσν και προσκυνήσουσιν αύτω πάντες οι Βασιλείς της γης πάντα τα Εθνη δουλεύσουσιν αύτω».
[1]Ο έκ Μητρός Αραβίσσης γεννηθείς, και Ιδουμαίος ών κατά το γένος, άλλ* ουχί Ιουδαίος, κατά τόν Ιερόν Θεοφύλακτον, δς τις και λέγει, δτι άλλος ού­τος έστιν άπό τόν Τετράρχην. «Ό γάρ παλαιός ούτος “Ηρώδης ο και πρώτος κα­λούμενος, τρεις Υιούς αφήκε: Φίλιππον, Άντίπαν και Αρχελαον και τον μέν Αρχέλαον, Βασιλέα εποίησε, τους δε δύο, Τετράρχας· ο δε Άντίπας και Ηρώδης νέ­ος ώνομάσθη, ο και θανατώσας τον Πρόδρομον». Ο δε Κύριλλος ο Αλεξανδρείας εν τη ερμηνεία του μθ’ της Γενέσεως, και Τετράρχην τούτον ονομάζει. Άκριβέστερον δε λέγει ο Θεοφύλακτος, ώς εμοί δοκεί.
[2] Η Δαμασκός κατά τον Κύριλλον, μητρόπολις ήτον της Συρίας
[3] Σημείωσαι, ότι, κατά τον αδηλον ερμηνευτήν, εκείνον όπου ωνόμασεν ο Βαλαάμ αστρον, παρακάτω ονομάζει αυτόν ανθρωπον. Αρχηγοί δε Μωάβ, τους οποίους έθραυσεν ο Χριστός και εσύντριψεν, ειναι οί νοητοί Δαίμονες των Μωαβιτών, οι τίνες υπερηφανεύθησαν κατά του Ισραηλιτικού λαοΰ, διότι έπροσκυνήθησαν παρ’ αυτών, δταν οί Εβραίοι προσεκύνησαν τω Βεελφεγώρ διά την άγάπην των Μαδιανιτισσών γυναικών, αϊ τίνες κατά συμβουλήν τοΰ ανωτέρω Βαλαάμ, έβάλθησαν έμπροσθεν του στρατεύματος αυτών. Υιοί δε Σήθ, είναι ο Έδόμ και ο Ήσαυ, οι έναντιωθέντες εις τόν λαόν του Ισραήλ, όταν επέρνα από τους τόπους αυτών και απλώς δι’ αυτών δηλούνται όλα τα Εθνη, τα αποία εκούρσευσεν ο Χριστός από τον Διάβολον, και έκαμε να παύσουν από την πλάνην της ειδωλολατρείας, πιστεύσαντα εις αυτόν.
[4] Σημείωσαι, ότι περί του αστέρος τούτου, ο μέν σοφός Νικήτας λέγει, ότι ήτον αόρατος και αγγελική Δύναμις εις δψιν αστέρος έσχηματισμένη (έν τη σειρά του κατά Ματθαίον)· τουτο το ίδιον λέγει και ο Χρυσόστομος (ομιλίας εις το κατά Ματθαίον) ο δε Ιωσήφ ο Βρυέννιος προσθέτει, ότι ήτον ο Γαβριήλ (λόγω β’ εις τον Ευαγγελισμόν)· ο δε Θεοφόρος Ιγνάτιος εν τη προς Έφεσίους επιστολή λέγει «Αστήρ εν Ούρανω ξλαμψεν υπέρ πάντας τους πρό αύτοϋ· και τό φως αύτοϋ ανεκλάλητον ήν, και ξενισμόν παρεΐχεν η καινότης αύτου τοις ορώσιν αυτόν τα δε λοιπά πάντα άστρα, άμα ήλίω και σελήνη, χορός εγίνοντο τω αστέρι· αυτός δε ήν αυτούς υπερβάλλων τω φανω· ταραχή τε ήν, πόθεν η καινότης η φαινόμενη». Αλλά και ο Χρυσόστομος λέγει «Αυτός ύπερέλαμπε του ηλίου διό και εν ήμερα εφαίνετο».
[5] Όθεν εν συντομία εφανέρωσε το νόημα τούτο και ο σοφός Θεοδώριτος· «Καθάπερ πόκος δεχόμενος υετόν, ουδένα κτύπον αποτελεί, και ψεκάδες εις γην δροσώδεις φερόμενοι, αίσθησιν ταις ακοαις ουδεμίαν παρέχουσιν ούτως αψοφητί και αταράχως ήλθεν εις την μήτραν την παρθενικήν ο Λόγος, και λαθραίως η αυτού γέγονε σύλληψις, ουδέ του συνοικούντος αισθομένου μνηστηρος». Άλλα και ο Προκόπιος συμφώνως λέγει· Ο και Δαβίδ αινιττόμενος εφασκε «Καταβήσεται ώς υετός επί πόκον, και ωσεί σταγόνες στάζουσαι επί την γην», δήλων εν τω οα’ Ψαλμω την έκ Παρθένου Γέννησιν ησύχως γενομένην και μυστικώς ού ψοφεί γάρ ο πόκος δεχόμενος υετόν ού γη, σταγόνας· ούτως η δεσποτική γεγένηται σύλληψις (Σελ. 167 του β’ Τόμος της Όκτατεύχου).
[6] Ούτω γάρ αυτός λέγει εν τη ερμηνεία του πρώτου Κεφαλαίου του Ίωνα Την δε Θαρσίς, τινές μέν Ταρσόν από της του ονόματος συγγενείας οπέλαβον είναι τινές δε την Ίνδίαν ούτως έφασαν ώνομασθαι, συνιδείν ούκ εθελήσαντες, ως των Άσσυρίων η Βασιλεία (εν η δηλαδή ήν η Νινευί) της Ινδών έστιν όμορος. Εθος δε τοις φεύγουσι τα εώα επί την εσπέραν χωρείν, και τοις τα νότια δραπετεύουσιν, επί τα βόρεια τρέχειν άλλως τε και εις Ιόππην κατήλθε πόλιν παραλίαν της Παλαιστίνης, ίνα εκείθεν απάρη· επίκειται δε (αυτη) τη προς εσπέραν κειμένη θαλάττη. Διά τούτου δε του πελάγους ούκ αν ναυτιλία τίς χρώμενος εις Ίνδίαν άπέλθον μεταξύ γάρ της τε ημετέρας θαλάττης και της Ινδικής, ήπειρος έστι μεγί­στη. Θαρσίς τοίνυν η Καρχηδών έστι της Αφρικής προκαθημένη εν γάρ τω προφή­τη Ησαΐα, των εβδομήκοντα ειρηκότων «Ολολύξατε πλοία Καρχηδόνος» Ακύ­λας και Σύμμαχος και Θεοδοτίων «Θαρσίς» αντί «Καρχηδόνος» τεθείκασι. Και ο Εβραίος δε ούτως έχει, και ο Σύρος εις τον Ιεζεκιήλ
 
 
https://wra9.blogspot.com/2022/12/blog-post.html