α)Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γιά τήν Παραβολή τῶν Βασιλικῶν Γάμων
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΓΑΜΩΝ
 
[Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ.22,1-14]
Αντιλήφθηκες και στην προηγούμενη παραβολή του υιού του νοικοκύρη εκείνου που, εκτός από τους απεσταλμένους δούλους του για τη συγκομιδή τω καρπών στο αμπέλι που τους εμπιστεύτηκε να καλλιεργούν, θανάτωσαν οι κακοί γεωργοί[βλ. Ματθ.21,33-46]και σε αυτήν εδώ την παραβολή του υιού και των απεσταλμένων δούλων, το ενδιάμεσο κεντρικό νόημα; Αντιλήφθηκες ότι υπάρχει βέβαια μεγάλη συγγένεια ανάμεσα στις δύο αυτές παραβολές, αλλά και πολύ μεγάλη διαφορά ταυτόχρονα; Καθόσον και αυτή δείχνει και του Θεού τη μεγάλη μακροθυμία και την πρόνοια, αλλά και την ιουδαϊκή αγνωμοσύνη.
Αυτή όμως η παραβολή, η παραβολή των βασιλικών γάμων, έχει και κάτι επιπλέον από την παραβολή των κακών γεωργών· διότι προλέγει βέβαια και την έκπτωση των Ιουδαίων ως περιούσιου λαού του Θεού και την κλήση των εθνικών, αλλά μαζί με αυτά δείχνει και την ορθότητα του βίου και πόση τιμωρία επιφυλάσσεται για εκείνους που θα επιδείξουν αδιαφορία. Και πολύ ορθά αυτή η παραβολή αναφέρεται μετά από εκείνη των κακών γεωργών· διότι, επειδή μετά από εκείνη την παραβολή τούς είπε ότι «ἀρθήσεται ἀφ᾿ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς(: θα αφαιρεθεί από εσάς η βασιλεία και η ιδιαίτερη προστασία του Θεού, και θα δοθεί σε έθνος το οποίο θα παράγει τα αγαθά έργα, που είναι οι καρποί της βασιλείας αυτής)»[Ματθ.21,43], αποκαλύπτει λοιπόν εδώ και σε ποιο έθνος θα δοθεί.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά δείχνει και πάλι την απερίγραπτη πρόνοια του Θεού προς τους Ιουδαίους· διότι σε εκείνη μεν την παραβολή φαίνεται να τους καλεί πριν από την σταύρωση Του, ενώ σε αυτήν και μετά τη σφαγή Του φροντίζει να τους προσκαλεί κοντά Του. Και τότε που έπρεπε αυτοί να υποστούν την πιο φοβερή τιμωρία, ακριβώς τότε και στους γάμους τούς προσκαλεί και τους τιμά με την ανωτάτη τιμή. Και πρόσεχε ότι και στην παραβολή των κακών γεωργών δεν προσκαλεί πρώτα τους εθνικούς, αλλά τους Ιουδαίους για να Του αποδώσουν τους καρπούς του αμπελώνα και να τους ανταμείψει, το ίδιο επίσης κάνει και εδώ με την πρόσκληση στους βασιλικούς γάμους πρώτα σε αυτούς. Αλλά όπως ακριβώς εκεί τότε έδωσε τον αμπελώνα στους άλλους, όταν δεν θέλησαν να Τον δεχθούν αλλά και Τον σφαγίασαν όταν ήλθε, έτσι και εδώ, τότε κάλεσε άλλους στους γάμους, όταν δεν θέλησαν αυτοί να έλθουν. Τι λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί μεγαλύτερο από αυτήν την αχαριστία τους, από τη στιγμή που αποσκιρτούν την ώρα που προσκαλούνται στους γάμους; Διότι ποιος δεν θα προτιμούσε να έλθει σε γάμους βασιλέως και μάλιστα σε γάμους του υιού του βασιλέως;
 
«Και γιατί», θα πει κάποιος, «ονομάστηκε το γεγονός αυτό ‘’γάμος’’»; Για να γνωρίσεις τη φροντίδα του Θεού, τη μεγάλη αγάπη Του προς εμάς, το χαρμόσυνο του γεγονότος, διότι τίποτε το λυπηρό δεν υπάρχει εκεί ούτε δυσάρεστο, αλλά όλα είναι γεμάτα από πνευματική χαρά. Για τον λόγο αυτό και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής τον Κύριο Τον ονομάζει «νυμφίον»[Ιω.3,29: «ὁ ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ, χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν φωνὴν τοῦ νυμφίου. αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται(:μην παραξενεύεστε εάν όλοι πηγαίνουν σε Αυτόν και Τον ακολουθούν. Γαμπρός είναι Εκείνος που τον ακολουθεί η νύφη και πηγαίνει κοντά Του ως δική Του. Και ο φίλος του γαμπρού, ο παράνυμφος και κουμπάρος που μεσίτευσε για το γάμο αυτό και στέκεται κοντά Του στο γάμο και Τον ακούει, χαίρεται υπερβολικά να ακούει τη φωνή του γαμπρού να εκδηλώνει την αγάπη του προς τη νύφη και την ευχαρίστησή του για το γάμο του με αυτήν. Χαίρομαι λοιπόν και εγώ ως φίλος του ουρανίου νυμφίου, στον οποίο πηγαίνουν τώρα όλοι όσοι μετά από λίγο θα αποτελέσουν τη νύφη Του, την Εκκλησία. Αυτή είναι η δική μου χαρά και την αισθάνομαι πλήρη και τέλεια· διότι πέτυχε ο πνευματικός αυτός γάμος, στον οποίο μεσίτευσα)»].
 

 
Για τον ίδιο λόγο αυτό επίσης και ο Παύλος λέγει: «ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ(:σας έχω ενώσει με δεσμούς αρραβώνα προς ένα άνδρα, δηλαδή τον Χριστό, για να παρουσιάσω τον καθένα σας ως παρθένο αγνή σε Αυτόν· δηλαδή να παρουσιάσω τις ψυχές σας αγνές και καθαρές από κάθε πλάνη και αμαρτία, ενωμένες με την πίστη και την αγάπη σε μία πνευματική νύμφη, οποίας νυμφίος είναι ο Χριστός)»[: Β΄Κορ.11,2]· και αλλού πάλι λέγει: «τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν(: και η αλήθεια αυτή για την Εκκλησία είναι ένα μυστήριο μεγάλης σημασίας, το οποίο, ενώ ήταν άγνωστο μέχρι τώρα μας αποκαλύφθηκε από τον Θεό. Και το μεγάλο αυτό μυστήριο αναφέρεται στην πνευματική ένωση του Χριστού και της Εκκλησίας. Ό,τι δηλαδή είπε ο Θεός στην αρχή της δημιουργίας για τον άνδρα και τη γυναίκα, το ίδιο εκπληρώθηκε και πραγματοποιήθηκε με τη μυστική ένωση του Χριστού και της Εκκλησίας)»[Εφ.5,32]. Γιατί λοιπόν η νύμφη-Εκκλησία δεν αρραβωνίζεται με τον Πατέρα, αλλά με τον Υιό; Διότι η νύμφη που αρραβωνιάζεται με τον Υιό, συνδέεται και με τον Πατέρα. Καθόσον η Γραφή αναφέρει αυτό ή εκείνο χωρίς καμία διάκριση, διότι ο Υιός είναι ομοούσιος του Πατέρα.
 
 
Με αυτήν επίσης την παραβολή προείπε και την ανάσταση. Επειδή δηλαδή προηγουμένως μίλησε για τον θάνατό Του, δείχνει τώρα ότι και μετά τον θάνατο, τότε θα γίνουν οι γάμοι, τότε θα έλθει ο νυμφίος. Αλλά όμως ούτε και έτσι γίνονται οι Ιουδαίοι καλύτεροι, ούτε ημερότεροι· τι θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από αυτό; Και αυτό είναι η τρίτη κατηγορία. Η πρώτη είναι ότι φόνευσαν τους προφήτες· η δεύτερη ότι φόνευσαν και τον Υιό· στη συνέχεια, αν και φόνευσαν τον Υιό, και καλούνται στους γάμους του φονευθέντος Υιού από τον ίδιο τον φονευθέντα, δεν προσέρχονται, αλλά προβάλλουν δικαιολογίες, «ζεύγη βοδιών», «αγρούς» και «γυναίκες»[Λουκ.14,18-20:«καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν»]. Μολονότι βέβαια οι προφάσεις δείχνουν ευλογοφανείς, όμως από εδώ διδασκόμαστε ότι και αν ακόμη είναι αναγκαίες οι βιοτικές ενασχολήσεις μας, πρέπει από καθετί άλλο να προηγείται η εκτέλεση των πνευματικών καθηκόντων μας.
 
 
Και η πρόσκληση δεν γίνεται την τελευταία στιγμή, αλλά έχει γίνει πριν από πολύ χρόνο· διότι λέγει: «εἴπατε τοῖς κεκλημένοις(:πείτε σε αυτούς που έχουν προσκληθεί)»[Ματθ.22,4]· και πάλι: «καλέσαι τοὺς κεκλημένους(:να καλέσουν αυτούς που έχουν προσκληθεί)»[Ματθ.22,3], πράγμα που έκανε μεγαλύτερη την κατηγορία. Και πότε καλέστηκαν; Αρχικά με όλους τους προφήτες και έπειτα με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο· διότι προς τον Χριστό τούς παρέπεμπε όλους, λέγοντας: «ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι(:σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, που με απέστειλε, Εκείνος πρέπει να αυξάνει σε επιρροή και δόξα, κι εγώ να μικραίνω· για να μην ακολουθούν πλέον εμένα οι άνθρωποι, αλλά Εκείνον)» [Ιω.3,30]. Αλλά και με τον ίδιο τον Υιό Του έχουν προσκληθεί· διότι λέγει: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς(:Ελάτε κοντά μου όλοι όσοι μοχθείτε και κοπιάζετε και είστε φορτωμένοι από το βάρος των αμαρτιών και των θλίψεων και των πλανών και εγώ θα σας αναπαύσω και θα σας ξεκουράσω)»[Ματθ.11,28]·και πάλι: «ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω(:Εάν κάποιος διψά, ας έλθει προς εμένα και ας πιει)»[Ιω.7,37].
 
 
Και δεν τους καλούσε μόνο με λόγια, αλλά και με έργα και μετά την Ανάληψη μέσω του Πέτρου και των συνεργατών του: «ὁ γὰρ ἐνεργήσας Πέτρῳ(:διότι αυτός που ενήργησε στον Πέτρο)», λέγει, «εἰς ἀποστολὴν τῆς περιτομῆς ἐνήργησε καὶ ἐμοὶ εἰς τὰ ἔθνη(:ώστε να γίνει απόστολος των περιτμημένων, ενήργησε και εμένα, ώστε να γίνω απόστολος στα έθνη)»[Γαλ.2,8]· διότι επειδή οργίστηκαν μόλις είδαν τον Υιό και Τον φόνευσαν, στη συνέχεια τούς προσκαλεί δια των δούλων. Και για ποιο πράγμα τους καλεί; Για μόχθους και κόπους και ιδρώτες; Όχι, αλλά για απόλαυση· διότι λέγει: «ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους(:οι ταύροι μου και τα καλοθρεμμένα θρεφτάρια έχουν σφαγεί)»[Ματθ.22,4]. Πρόσεχε πόσο πολύ πλούσιο είναι το συμπόσιο, πόσο μεγάλη η τιμή που τους γίνεται. Και όμως ούτε και έτσι φιλοτιμήθηκαν, αλλά όσο μεγαλύτερη μακροθυμία έδειχνε, τόσο μεγάλωνε η σκληρότητά τους. Και δεν ήλθαν όχι επειδή ήταν απασχολημένοι, αλλά από αδιαφορία.
 
 
Πώς λοιπόν άλλοι μεν προβάλλουν ως δικαιολογία γάμους και άλλοι ζεύγη βοδιών; Ασφαλώς αυτά είναι βιοτική απασχόληση. Δεν είναι καθόλου απασχόληση· διότι όταν υπάρχει πρόσκληση για πνευματικά πράγματα, δεν είναι αναγκαία καμία άλλη απασχόληση. Έχω την εντύπωση ότι χρησιμοποίησαν αυτές τις προφάσεις για να τις προβάλουν ως προκαλύμματα της αδιαφορίας τους. Και δεν είναι μόνο αυτό το φοβερό, το ότι δεν ήλθαν δηλαδή, αλλά το πιο φοβερό και το μεγαλύτερο δείγμα της παραφροσύνης τους είναι το ότι έδειραν χωρίς κανένα οίκτο αυτούς που ήλθαν, τους κακοποίησαν και τους φόνευσαν· αυτό ήταν χειρότερο από το προηγούμενο· διότι εκείνοι μεν [:οι υπηρέτες του γαιοκτήμονα που θανάτωσαν οι κακοί γεωργοί στην προηγούμενη παραβολή] ήλθαν για να ζητήσουν τη σοδειά και τους καρπούς και σφαγιάστηκαν, ενώ αυτοί καλώντας αυτούς στους γάμους αυτού που σφαγιάστηκε μέσω της σταυρικής Του θυσίας από αυτούς, φονεύονται και αυτοί. Τι μπορεί να εξισωθεί με αυτή τη μανία; Γι’ αυτό το πράγμα κατηγορώντας τους ο Παύλος, έλεγε: «τῶν καὶ τὸν Κύριον ἀποκτεινάντων Ἰησοῦν καὶ τοὺς ἰδίους προφήτας, καὶ ἡμᾶς ἐκδιωξάντων(:Αυτοί οι οποίοι και τον Κύριο φόνευσαν και τους ίδιους τους προφήτες και κατεδίωξαν κι εμάς σκληρά)»[Α΄Θεσσ.2,15].
 
 
Έπειτα για να μη λένε ότι «είναι αντίθεος και για τούτο δεν προσερχόμαστε», άκουσε τι λένε αυτοί που τους προσκαλούν: «ο Πατήρ είναι αυτός που κάνει τους γάμους και ο ίδιος τους προσκαλεί». Τι ακολουθεί στη συνέχεια μετά από την άρνηση αυτή των Ιουδαίων; Επειδή δεν θέλησαν να έλθουν, αλλά και φόνευσαν αυτούς που ήλθαν να τους καλέσουν, κατακαίει τις πόλεις τους, και αφού απέστειλε στρατό, τους εξολόθρευσε. Και αυτά τα λέγει, προλέγοντας τα όσα συνέβησαν επί Βεσπασιανού και επί Τίτου[:οι καταστροφές της Ιερουσαλήμ έγιναν η πρώτη το 71 μ. Χ. και η δεύτερη το 134 μ. Χ.], και ότι και τον Πατέρα εξόργισαν, επειδή δεν πίστεψαν σ’ Αυτόν· διότι Αυτός είναι εκείνος που επέτρεψε την καταστροφή τους. Για τον λόγο αυτόν και η άλωση της Ιερουσαλήμ δεν έγινε αμέσως μετά την σταύρωση του Χριστού, αλλά μετά σαράντα χρόνια, για να δείξει την μακροθυμία Του· η καταστροφή έγινε αφού φόνευσαν τον Στέφανο, αφού φόνευσαν τον Ιάκωβο, αφού κακοποίησαν τους αποστόλους. Είδες πραγματοποίηση προφητειών και ταχύτητα πραγματοποιήσεως αυτών; Διότι αυτά συνέβησαν ενώ ζούσε ακόμη ο Ιωάννης ο ευαγγελιστής και πολλοί άλλοι από αυτούς που συναναστράφηκαν τον Χριστό και ήσαν μάρτυρες των όσων συνέβησαν αυτοί που τα άκουσαν αυτά.
 
 
Πρόσεχε λοιπόν απερίγραπτη κηδεμονία. Φύτεψε αμπελώνα και όλα τα έκανε και τα τακτοποίησε· και μολονότι φονεύθηκαν οι δούλοι, έστειλε άλλους δούλους· και όταν και εκείνοι σφαγιάστηκαν, έστειλε τον Υιό Του· και όταν και Εκείνος φονεύτηκε επάνω στον Σταυρό, τους καλεί και πάλι στους γάμους· αλλά δεν θέλησαν να έλθουν. Στη συνέχεια αποστέλλει άλλους δούλους· αυτοί όμως και αυτούς τους φόνευσαν. Τότε λοιπόν πια τους καταστρέφει, επειδή ήταν αθεράπευτη η ασθένειά τους. Το ότι βέβαια ήταν αθεράπευτη η ασθένειά τους, το απέδειξαν όχι μόνο τα όσα συνέβησαν, αλλά και το ότι, αν και πίστευαν και οι πόρνες ακόμη και οι τελώνες, αυτοί διέπραξαν όλα αυτά. Ώστε κατακρίνονται όχι μόνο από όσα διέπραξαν οι ίδιοι, αλλά και από όσα κατόρθωσαν οι άλλοι.
 
 
Εάν όμως κάποιος ήθελε να πει ότι δεν κλήθηκαν τότε οι εθνικοί, όταν δηλαδή μαστιγώθηκαν οι απόστολοι και έπαθαν τόσα πολλά, αλλά αμέσως μετά την ανάσταση( διότι τότε λέγει σε αυτούς: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη(:πηγαίνετε και κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη)»[Ματθ.28,19]),θα μπορούσαμε να του πούμε, ότι και πριν από τη σταύρωσή Του και μετά από αυτήν με αυτούς εξαρχής είχε συνδιαλλαγές. Καθόσον πριν από την σταύρωσή Του λέγει προς αυτούς: «πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ(:Πηγαίνετε προς τα πρόβατα τα χαμένα που κατάγονται από το γένος του Ισραήλ)»[Ματθ.10,6]· και μετά από τον σταυρό δεν τους εμπόδισε, αλλά έδωσε εντολή προς αυτούς να κηρύσσουν το ευαγγέλιο.
 
 
Μολονότι βέβαια είπε, «κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη», όταν όμως επρόκειτο να ανεβεί στον ουρανό, είπε σε εκείνους να κηρύξουν πρώτα. Διότι λέγει: «λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς(:θα λάβετε όμως ενίσχυση και δύναμη, όταν θα έλθει το άγιο Πνεύμα σε εσάς, και θα γίνετε μάρτυρές μου και στην Ιερουσαλήμ και σε όλη την Ιουδαία και μέχρι το τελευταίο και το πιο απομακρυσμένο μέρος της γης)»[Πράξ. 1,8].Και ο Παύλος πάλι: «ὁ γὰρ ἐνεργήσας Πέτρῳ εἰς ἀποστολὴν τῆς περιτομῆς ἐνήργησε καὶ ἐμοὶ εἰς τὰ ἔθνη(: διότι ο ίδιος Κύριος που ενήργησε στον Πέτρο, στέλνοντάς τον σε αποστολή γι’ αυτούς που έχουν την περιτομή, ενήργησε και σ’ εμένα στέλνοντάς με στους εθνικούς)»[Γαλ. 2,8].Για τούτο και οι απόστολοι αρχικά μετέβησαν προς τους Ιουδαίους και αφού διέμειναν επί πολύ χρόνο στην Ιερουσαλήμ, στη συνέχεια, αφού εκδιώχθηκαν από αυτούς, τότε διασκορπίσθηκαν στα έθνη.
 
 
Εσύ λοιπόν πρόσεχε και στην περίπτωση αυτή την φιλοτιμία του Κυρίου: «ὅσους ἐὰν εὕρητε(:Όσους θα βρείτε)», λέγει, «καλέσατε εἰς τοὺς γάμους(:καλέστε τους στους γάμους)»· διότι πριν από αυτό που προανέφερα, κήρυτταν και προς τους Ιουδαίους και προς τους εθνικούς, και περνούσαν τον περισσότερο χρόνο τους διαμένοντας στην Ιουδαία, επειδή όμως επέμεναν οι Ιουδαίοι να τους επιβουλεύονται, άκουσε τον Παύλο που ερμηνεύει αυτή την παραβολή και λέγει τα εξής: «ὑμῖν ἦν ἀναγκαῖον πρῶτον λαληθῆναι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. ἐπειδὴ δὲ ἀπωθεῖσθε αὐτὸν καὶ οὐκ ἀξίους κρίνετε ἑαυτοὺς τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἰδοὺ στρεφόμεθα εἰς τὰ ἔθνη(:σύμφωνα με το σχέδιο του Θεού, ο οποίος κάλεσε στη σωτηρία τον Ισραήλ πριν από όλους τους άλλους λαούς, ήταν αναγκαίο και επιβεβλημένο να κηρυχθεί ο λόγος του Θεού πρώτα σε σας τους Ιουδαίους. Αφού όμως τον αποδιώχνετε και δεν τον δέχεστε και αφού εσείς οι ίδιοι βγάζετε για τους εαυτούς σας την απόφαση ότι δεν είστε άξιοι της αιώνιας ζωής, ιδού στρεφόμαστε πλέον στους εθνικούς)»[Πράξ.13,46].
 
 
Για τον λόγο αυτό λέγει και ο Δεσπότης: «ο μεν γάμος είναι έτοιμος, οι καλεσμένοι όμως δεν ήσαν άξιοι ». Βέβαια αυτό το γνώριζε και πριν να συμβεί, αλλά όμως για να μην τους αφήσει καμία πρόφαση αναίσχυντης αντιλογίας, μολονότι τα γνώριζε, προς αυτούς πρώτα και ο ίδιος ήλθε, και άλλους απέστειλε στη συνέχεια και αποστομώνοντας έτσι εκείνους και διδάσκοντάς μας να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από μας, και αν ακόμη πρόκειται κανείς να μην κερδίσει τίποτε από αυτό.
 
 
Επειδή λοιπόν δεν ήσαν άξιοι, «πηγαίνετε», λέγει, «όπου βγάζουν οι δρόμοι και καλέστε όσους θα βρείτε» και αυτούς που θα βρίσκονται εκεί κατά τύχη και τους περιφρονημένους. Επειδή δηλαδή συνεχώς έλεγε, ότι «οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(:πόρνες και τελώνες θα κληρονομήσουν τον ουρανό)» [Ματθ.21,31] και «Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι(:οι πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι)»[Ματθ.19,30] αποδεικνύει ότι αυτά δικαίως γίνονται, πράγμα που κατεξοχήν ενοχλούσε τους Ιουδαίους και τους πείραζε πολύ φοβερότερα αυτό και από την κατακρήμνιση του ναού, το να βλέπουν δηλαδή να εισάγονται οι εθνικοί και μάλιστα πολύ περισσότερο στη θέση εκείνη που ανήκε σε αυτούς.
 
 
Στη συνέχεια για να μην επαναπαυθούν και αυτοί απλώς και μόνο στην πίστη, τους ομιλεί και περί της κρίσεως για τις πονηρές πράξεις, των μεν απίστων για το ότι δεν προσήλθαν ακόμη στην πίστη, των δε πιστών για την ανάλογη φροντίδα που έδειξαν στη ζωή τους· διότι στην περίπτωση αυτή «ένδυμα» είναι ο τρόπος ζωής και οι πράξεις. Και βέβαια η κλήση είναι έργο της χάριτος. Γιατί όμως ομιλεί με τόση ακρίβεια; Για το ότι η μεν κλήση και η κάθαρση είναι έργο της χάριτος, το να παραμείνει όμως κανείς από αυτούς που κλήθηκαν και ενδύθηκαν καθαρά ενδύματα με τέτοια ενδύματα, οφείλεται στη φροντίδα αυτών που εκλήθησαν. Η κλήση δεν έγινε εξαιτίας της αξίας τους, αλλά κατά θεία χάρη. Έπρεπε λοιπόν η χάρις να αμείψει αυτόν που υπάκουσε και να μη δείξει ο τιμημένος τόση κακία μετά την τιμή που του έγινε.
 
 
«Αλλά», θα πει κάποιος, «δεν απήλαυσα αυτά που απήλαυσαν οι Ιουδαίοι». Και όμως απήλαυσες πολύ περισσότερα αγαθά. Διότι αυτά που ετοιμάζονταν για εκείνους, αυτά τα έλαβες εσύ. Για τον λόγο αυτό και ο Παύλος λέγει: «Τὰ δὲ ἔθνη ὑπὲρ ἐλέους δοξάσαι τὸν Θεόν, καθὼς γέγραπται· διὰ τοῦτο ἐξομολογήσομαί σοι ἐν ἔθνεσι, Κύριε, καὶ τῷ ὀνόματί σου ψαλῶ(:και συγχρόνως και οι εθνικοί, που συμμετέχουν στη σωτηρία αυτή, να δοξάσουν τον Θεό για το έλεος που έδειξε σε αυτούς σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένο στους ψαλμούς, όπου ο Χριστός λέει στον Πατέρα Του: ‘’Γι αυτό θα σε δοξάσω ανάμεσα στα έθνη και θα ψάλω ύμνο στο όνομά Σου’’)»[Ρωμ.15,9]· διότι αυτά που προετοιμάζονταν για εκείνους σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, αυτά εσύ τα έλαβες σε μία στιγμή χωρίς να είσαι άξιος. Για τον λόγο αυτό και αναμένει μεγάλη τιμωρία εκείνους που θα δείξουν αδιαφορία. Καθόσον, όπως ακριβώς εκείνοι τον προσέβαλαν που δεν προσήλθαν, έτσι και εσύ Τον προσβάλλεις με το να καθίσεις στην τράπεζα με τέτοιο διεφθαρμένο βίο. Διότι αυτό σημαίνει η είσοδος με ρυπαρά ενδύματα το να φύγει δηλαδή κανείς από αυτήν τη ζωή με βίο ακάθαρτο και ακριβώς για τον λόγο αυτό και «αυτός που δεν φορούσε ένδυμα γάμου» σιωπούσε, όντας αναπολόγητος.
 
 
Βλέπεις πως αν και είναι τόσο ολοφάνερο το πράγμα, δεν τιμωρεί από την αρχή, προτού ο ίδιος ο αμαρτωλός γίνει αίτιος της καταδίκης του; Διότι, με το να μην έχει να πει τίποτε, κατέκρινε τον εαυτό του και έτσι οδηγείται προς τις απερίγραπτες τιμωρίες. Μη νομίσεις όμως ακούγοντας τη φράση «σκότος το πυκνότατο» ότι αυτός τιμωρείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, οδηγούμενος δηλαδή απλώς και μόνο οδηγούμενος σε σκοτεινό μέρος, αλλά οδηγείται εκεί όπου είναι το κλάμα και ο τριγμός των δοντιών. Αυτό λοιπόν το λέγει για να δείξει τα ανυπόφορα βάσανα.
 
 
Ακούστε όσοι απολαύσατε των μυστηρίων και περιβάλλετε την ψυχή σας με ρυπαρές πράξεις, αν και προσήλθατε στους γάμους. Ακούσατε από πού προσκληθήκατε. Από τα σταυροδρόμια. Τι ήσαστε προηγουμένως; Χωλοί και ψυχικά ανάπηροι, πράγμα που είναι κατά πολύ χειρότερο από τον ακρωτηριασμό του σώματος. Σεβασθείτε την φιλανθρωπία Αυτού που σας κάλεσε και κανείς ας μη συνεχίσει να μένει με ρυπαρά ενδύματα, αλλά ο καθένας ας φροντίζει για την στολή της ψυχής του. Ακούστε, γυναίκες· ακούστε, άνδρες. Δεν χρειαζόμαστε αυτά τα χρυσοΰφαντα ενδύματα, που μας στολίζουν εξωτερικά, αλλά εκείνα που μας στολίζουν εσωτερικά. Ενόσο θα έχουμε αυτά, είναι δύσκολο να ενδυθούμε εκείνα. Δεν είναι δυνατόν να καλλωπίζουμε συγχρόνως και την ψυχή και το σώμα. Δεν είναι δυνατό και στον μαμωνά να δουλεύεις και στον Χριστό να υπακούς όπως πρέπει.
 
 
Ας εκδιώξουμε λοιπόν από πάνω μας αυτή τη φοβερή τυραννίδα· διότι ούτε θα το ανεχόσουν με ευχαρίστηση εάν κάποιος την μεν οικία του την στόλιζε κοσμώντας την με χρυσά παραπετάσματα, εσένα όμως σε προσκαλούσε να καθίσεις στο τραπέζι του κουρελιάρη και γυμνό. Αλλά να, τώρα εσύ το κάνεις αυτό στον εαυτό σου την μεν οικία της ψυχής σου, δηλαδή το σώμα, το καλλωπίζεις με άπειρα παραπετάσματα, την δε ψυχή σου την αφήνεις να κάθεται μέσα σε αυτό με κουρέλια. Δεν γνωρίζεις ότι ο βασιλεύς της πόλεως πρέπει προπάντων να στολίζεται; Και ακριβώς για τον λόγο αυτόν για μεν την πόλη έχουν κατασκευαστεί παραπετάσματα από λινό, για δε τον βασιλέα αλουργίδα και στέμμα. Έτσι και εσύ, το μεν σώμα ντύσε το με πολύ ασήμαντη στολή, τον δε νου ένδυσέ τον με αλουργίδα και βάλε επάνω σε αυτόν στεφάνι και βάλε τον να καθίσει επάνω σε όχημα υψηλό και περίλαμπρο. Τώρα όμως κάνεις το αντίθετο την μεν πόλη την καλλωπίζεις ποικιλοτρόπως, τον βασιλέα όμως νου τον αφήνεις να σύρεται δεμένος οπίσω από τα παράλογα πάθη. Δεν σκέπτεσαι ότι κλήθηκες σε γάμο και μάλιστα γάμο Θεού; Δεν αναλογίζεσαι πώς πρέπει να εισέρχεται σε αυτούς τους νυφικούς θαλάμους η καλεσμένη ψυχή, ενδεδυμένη δηλαδή με χρυσά κροσσωτά και καλλωπισμένη;
 
 
Θέλεις να σου δείξω αυτούς που είναι έτσι στολισμένοι; Αυτοί που έχουν ένδυμα γάμου; Ενθυμήσου εκείνους τους αγίους, τους ασκητές, περί των οποίων σας μίλησα παλαιότερα, που φορούν τρίχινα ενδύματα και κατοικούν στις ερήμους. Αυτοί κατεξοχήν είναι εκείνοι που φορούν τα ενδύματα εκείνων των γάμων· και αυτό γίνεται φανερό από το εξής· όσα δηλαδή βασιλικά ενδύματα και αν τους δώσεις, δεν θα προτιμούσαν να τα λάβουν· αλλά όπως ακριβώς ένας βασιλιάς, εάν κάποιος αφού λάμβανε το κουρελιασμένα ενδύματα του πτωχού, προέτρεπε αυτόν να ενδυθεί αυτά, θα βδελυσσόταν την στολή, έτσι και εκείνοι σιχαίνονται την βασιλική στολή. Και συμβαίνει αυτό σε αυτούς όχι για κάποια άλλη αιτία, αλλά για το ότι γνωρίζουν το κάλλος της δικής τους στολής. Για τον λόγο αυτό και το βασιλικό εκείνο ένδυμα το περιφρονούν σαν αράχνη. Και όλα αυτά βέβαια τους τα δίδαξε ο σάκος που φορούν· καθόσον είναι πολύ υψηλότεροι και λαμπρότεροι και από αυτόν τον ίδιο τον βασιλέα. Και αν μπορέσεις να ανοίξεις τις πύλες του νου τους και να εξετάσεις την ψυχή τους και όλο τον εσωτερικό τους κόσμο και αν ακόμη καταπέσεις στη γη, δε θα μπορέσεις να αντέξεις τη λαμπρότητα της ομορφιάς τους και τη λάμψη των ενδυμάτων εκείνων και την απαστράπτουσα συνείδησή τους.
 
 
[…]Τι λοιπόν; Δεν θα προσφύγουμε προς μία τόσο μεγάλη μακαριότητα; Δεν θα φορέσουμε καθαρά ενδύματα για να ακολουθήσουμε τους γάμους αυτούς, αλλά θα παραμείνουμε επαίτες, χωρίς να βρισκόμαστε σε καλύτερη μοίρα από τους ζητιάνους των δρόμων, μάλλον δε σε πολύ χειρότερη και αθλιότερη κατάσταση; Καθόσον είναι πολύ χειρότεροι από εκείνους όσοι πλουτίζουν παράνομα, και είναι προτιμότερο να ζητιανεύει κανείς, παρά να αρπάζει διότι το μεν πρώτον είναι δυνατόν να συγχωρηθεί, το δεύτερο όμως είναι άξιο κατηγορίας και ο μεν ζητιάνος καθόλου δεν αντιστρατεύεται προς τον Θεό, αυτός που πλουτίζει αρπάζοντας τα αγαθά των άλλων όμως, παρανομεί και έναντι των ανθρώπων και έναντι του Θεού· και τους μεν κόπους της αρπαγής τούς υφίσταται, την ευχαρίστηση όμως της αρπαγής πολλές φορές την καρπώθηκαν ολόκληρη άλλοι.
 
 
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά και απορρίπτοντας την πλεονεξία εξ ολοκλήρου, ας προσπαθούμε να συγκεντρώνουμε περισσότερο ουράνιο πλούτο, αρπάζοντας με πολλή προθυμία την ουράνια βασιλεία. Διότι δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν κάποιος που είναι ράθυμος να εισέλθει σε αυτήν. Είθε, λοιπόν, αφού όλοι γίνουν πρόθυμοι και επάγρυπνοι να επιτύχουν αυτήν, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
 
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
 
 
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
 
 
ΠΗΓΕΣ:
 
 
· https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
 
 
· Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, Υπόμνημα στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, ομιλία ΞΘ΄, σελίδες 401-419.
 
 
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 68, σελ. 90-104 (ή: 44 -49 του PDF) και σελ. 110-111(ή: 52 του PDF)
 
 
 
 
 
 
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
 
 
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
 
 
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
 
 
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
 
 
 
 
 
 
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
 
 
β)Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γιά τήν πονηρή ἐρώτηση τῶν Φαρισαίων σχετικά μέ τήν καταβολή φόρων στόν Καίσαρα καί τή θαυμαστή ἀπόκριση τοῦ Κυρίου
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΝΗΡΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΩΝ ΦΑΡΙΣΑΙΩΝ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΦΟΡΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΑ ΚΑΙ ΤΗ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
 
 
[ Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 22,15 – 22]
 
 
«Τότε πορευθέντες οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ(:τότε πήγαν οι Φαρισαίοι στον τόπο των συσκέψεών τους και συμφώνησαν να Τον παγιδεύσουν με ερωτήσεις)»[Ματθ.22,15].
«Τότε». Πότε δηλαδή; Όταν προπάντων έπρεπε να δείξουν κατάνυξη, όταν έπρεπε να εκπλαγούν από την φιλανθρωπία Του, όταν έπρεπε να φοβηθούν για τα μέλλοντα, όταν έπρεπε να πιστέψουν και για τα μέλλοντα, λαμβάνοντας αφορμή από τα παρόντα. Καθόσον τα όσα ειπώθηκαν, βροντοφώναζαν και για τα γεγονότα του μέλλοντος· διότι πράγματι τελώνες και πόρνες πίστεψαν, και προφήτες και δίκαιοι φονεύθηκαν, και έπρεπε από όλα αυτά να μην έχουν καμία αμφιβολία και για τη δική τους απώλεια, αλλά αντιθέτως έπρεπε και να πιστέψουν και να σωφρονίζονται. Αλλά όμως ούτε και εδώ τερματίζουν τα έργα της κακίας τους, αλλά αυτή αυξάνεται διαρκώς και προχωρούν ακόμη παραπέρα. Και επειδή δεν μπορούσαν να Τον συλλάβουν (διότι φοβόντουσαν τα πλήθη του λαού) μεταχειρίστηκαν άλλη οδό, θέλησαν δηλαδή να Τον παρουσιάσουν ως επικίνδυνο και ως υπεύθυνο δημόσιων αδικημάτων.
«Καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς μαθητὰς αὐτῶν μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων· εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;(:Του αποστέλλουν λοιπόν τους μαθητές τους μαζί με εκείνους που ανήκαν στο κόμμα του Ηρώδη, και Του είπαν: ‘’Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι είσαι ειλικρινής και αληθινός και διδάσκεις τον δρόμο του Θεού με βάση την αλήθεια και χωρίς ψέματα, και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙ διότι δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα). Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις; Επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να δώσουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα και να αναγνωρίσουμε έτσι ότι είμαστε υποτελείς και δούλοι του Καίσαρα;’’ [συμπληρωματικό σχόλιο Παν. Τρεμπέλα: Έτσι οι Φαρισαίοι σκόπευαν ή να κινήσουν την οργή του πλήθους εναντίον Του, εάν επέτρεπε την πληρωμή του φόρου, ή να Τον καταγγείλουν μέσω των Ηρωδιανών ως επαναστάτη, εάν απαγόρευε την πληρωμή του])»[Ματθ.22,16-17].
Καθόσον βέβαια ήσαν φόρου υποτελείς, αφού είχαν περιέλθει υπό την εξουσία των Ρωμαίων. Επειδή λοιπόν γνώριζαν ότι οι οπαδοί του Θευδά και του Ιούδα, που έζησαν πριν από Αυτόν, γι΄ αυτόν τον λόγο θανατώθηκαν,επειδή δηλαδή επιχείρησαν αποστασία, ήθελαν και Αυτόν με αυτούς τους λόγους να Τον οδηγήσουν σε μια παρομοίου είδους υποψία. Για τον λόγο αυτόν και τους δικούς τους μαθητές απέστελλαν και τους στρατιώτες του Ηρώδη, σκάπτοντας διπλό γκρεμό γύρω από τον Χριστό και θέτοντας από παντού την παγίδα τους, ώστε, οτιδήποτε και αν επρόκειτο να απαντήσει ο Ιησούς, να Τον συλλάβουν.
Εάν μεν μιλούσε υπέρ της γνώμης των Ηρωδιανών, να Τον κατήγγειλαν οι μαθητές των ίδιων των Φαρισαίων που ήταν παρόντες· εάν πάλι ομιλούσε υπέρ της γνώμης των Φαρισαίων, να Τον κατηγορούσαν οι στρατιώτες του Ηρώδη. Μολονότι βέβαια είχε πληρώσει τα δίδραχμα, αλλά δεν το γνώριζαν αυτό. Και περίμεναν να φέρει αντίρρηση και προς τους δύο, αλλά επιθυμούσαν πολύ περισσότερο να πει κάτι εναντίον των Ηρωδιανών. Για τον λόγο αυτόν, αποστέλλουν και τους μαθητές τους, ωθώντας Αυτόν, με την παρουσία αυτών, προς αυτή την κατεύθυνση , ώστε να Τον παραδώσουν στον ηγεμόνα ως τύραννο. Αυτό βέβαια και ο Λουκάς το δήλωσε υπαινισσόμενος, λέγοντας ότι Τον ρωτούσαν παρουσία του πλήθους του λαού, ώστε να έχουν πολύ περισσότερους μάρτυρες. Αλλά όμως συνέβη εντελώς το αντίθετο διότι με την παρουσία περισσότερου πλήθους θεατών απέδειξαν την ανοησία τους.
Και προσέχετε την κολακεία τους και τον καλυμμένο δόλο τους. «Διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός(:Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι είσαι ειλικρινής και αληθινός και διδάσκεις τον δρόμο του Θεού με βάση την αλήθεια και χωρίς ψέματα, και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙ διότι δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)», λέγουν. Πώς λοιπόν λέγατε ότι είναι πλάνος και ότι πλανά τον λαό και ότι έχει δαιμόνιο και ότι δεν είναι απεσταλμένος από τον Θεό; Πώς πριν από λίγο θέλατε να Τον φονεύσετε;
Αλλά όλα γίνονται όπως ακριβώς τα είχε υπαγορεύσει η συκοφαντική τους διάθεση. Επειδή δηλαδή πριν από λίγο Τον ρώτησαν με αυθάδεια: «ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς;(:Πες μας, με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά;)» [Λουκ.20,22] και δεν έλαβαν απάντηση στην ερώτησή τους, αναμένουν να Τον εξαπατήσουν με την κολακεία τους και να τον πείσουν να πει κάτι εναντίον των νόμων που ίσχυαν και αντίθετο προς την εξουσία που κυβερνούσε. Για τον λόγο αυτόν βεβαιώνουν ότι λέγει και την αλήθεια ομολογώντας έτσι την πραγματικότητα, πλην όμως όχι με ορθή σκέψη, ούτε και με την θέλησή τους, και προσθέτουν τους λόγους «οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός(:και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)».
Πρόσεχε πώς αποκαλύπτονται θέλοντας να Τον οδηγήσουν να πει εκείνα τα λόγια, που θα Τον παρουσιάσουν αντίθετο και προς τον Ηρώδη και θα δημιουργήσει την υποψία ότι είναι τύραννος, ως αντιτιθέμενος προς τους νόμους, ώστε να Τον τιμωρήσουν ως στασιαστή και τύραννο. Διότι το «οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός(:και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)» το έλεγαν υπονοώντας τον Ηρώδη και τον Καίσαρα. «Εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ;(:Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις;)». Τώρα τιμάτε και θεωρείτε διδάσκαλο εκείνον, που όταν σας μιλούσε για την σωτηρία σας Τον περιφρονούσατε και πολλές φορές Τον βρίζατε.
Επομένως παρουσιάστηκαν ως άνθρωποι που συμφωνούσαν μαζί Του. Και πρόσεχε την κακουργία τους: δεν λένε «πες μας ποιο είναι το καλό, ποιο το συμφέρον, ποιο το νόμιμο;», αλλά: «Ποια είναι η δική σου γνώμη;»· με αυτό προς ένα και μόνο απέβλεπαν, να Τον κατηγορήσουν και να Τον παρουσιάσουν ως εχθρό του άρχοντα. Και ο ευαγγελιστής Μάρκος επίσης το αποκαλύπτει αυτό και δηλώνει σαφέστερα την αυθάδειά τους και τη φονική διάθεσή τους, λέγοντας ότι αυτοί Τον ρώτησαν: «ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν;(: πες μας λοιπόν: Επιτρέπεται ή όχι να πληρώνουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα; Ναι ή όχι; Να δώσουμε ή να μη δώσουμε τον φόρο αυτό;)»[Μαρκ.12,14]. Έτσι ήσαν μεν γεμάτοι από θυμό και φούντωνε η συκοφαντική τους διάθεση, αλλά υποκρίνονταν υποταγή.
Τι τους απαντά λοιπόν ο Ιησούς; «Τί με πειράζετε, ὑποκριταί;(: γιατί προσπαθείτε να με εκθέσετε σε πειρασμό, υποκριτές;)»[Ματθ.22,18]. Βλέπεις πώς τους ομιλεί κατά τρόπο που τους ελέγχει σε μεγαλύτερο βαθμό; Επειδή δηλαδή η κακία τους ήταν ολοκληρωμένη και ολοφάνερη, τους δίνει βαθύτερο χτύπημα, κατά πρώτον με το να προκαλέσει σύγχυση σε αυτούς και να τους αποστομώσει και δεύτερο με το φανερώσει ενώπιον όλων τα κρυφά σχέδιά τους και στη συνέχεια με το να αποκαλύψει σε όλους με ποιες διαθέσεις Τον πλησιάζουν. Αυτά δεν τα έκανε με σκοπό να μειώσει την κακία τους, ώστε να μην επιχειρούν και πάλι να Τον βλάψουν με τις ίδιες ενέργειές τους.
Μολονότι βέβαια τα λόγια τους ήσαν γεμάτα από πολλά τιμή, καθόσον και Διδάσκαλο Τον αποκαλούσαν και Τον επιβεβαίωναν ότι λέγει την αλήθεια και ότι τάχα δεν ήταν προσωπολήπτης, επειδή όμως ήταν Θεός, τίποτε από όλα αυτά δεν υπήρχε που να μην το γνώριζε. Για τον λόγο αυτόν έπρεπε και εκείνοι να αναλογίζονται ότι η επίπληξη Του δεν ήταν προϊόν στοχασμού, αλλά απόδειξη ότι γνωρίζει τις απόκρυφες σκέψεις τους.
Δε σταμάτησε όμως μέχρι την επίπληξη, αν και ήταν αρκετό και μόνο το ότι έλεγξε την σκέψη τους να καταισχύνει την πονηρία τους, αλλά όμως δεν σταματά μέχρι εδώ, αλλά και με άλλο τρόπο τους αποστομώνει. Διότι τους λέγει: «Ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου(:Δείξτε μου το νόμισμα με το οποίο πληρώνεται ο φόρος) Οἱ δὲ προσήνεγκαν αὐτῷ δηνάριον (:αυτοί λοιπόν του έφεραν ένα δηνάριο, το οποίο ως νόμισμα ρωμαϊκό έφερε επάνω την εικόνα και την επιγραφή του Καίσαρα)»· και μόλις το έδειξαν, πράγμα που πάντοτε κάνει, τους απαντά με τα ίδια τα λόγια τους και τους αναγκάζει να παραδεχθούν ότι επιτρέπεται, πράγμα που ήταν λαμπρή και φανερή νίκη. Ώστε όταν ρωτά, δεν ρωτά γιατί δεν γνωρίζει, αλλά επειδή θέλει να τους παρουσιάσει υπεύθυνους από τις δικές τους απαντήσεις. Επειδή λοιπόν τους ρώτησε «Τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη, καὶ ἡ ἐπιγραφή;(:και τότε δείχνοντας το νόμισμα τούς λέει: Τίνος είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή;)» και απάντησαν ότι είναι του Καίσαρα, τους λέγει «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος, Καίσαρι (:Δώστε λοιπόν πίσω στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα)». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει να δώσουν, αλλά να αποδώσουν, πράγμα που αποδεικνύεται και από την εικόνα και από την επιγραφή.
Στη συνέχεια για να μην πουν :«μας προτρέπεις να υποτασσόμαστε σε ανθρώπους;» πρόσθεσε «καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ(:και στον Θεό δώστε εκείνα που ανήκουν στο Θεό. Στον Καίσαρα και στους άρχοντες ανήκουν οι φόροι και ο σεβασμός και η υποταγή στους νόμους, εφόσον αυτά δεν σας ζημιώνουν στην ευσέβεια˙ η ψυχή σας όμως και ολόκληρο το εσωτερικό σας και όλος ο εαυτός σας ανήκουν στον Θεό)»[Ματθ.22,21]. Διότι είναι δυνατόν και προς τους ανθρώπους να εκπληρώνει κανείς τις υποχρεώσεις του και στον Θεό να αποδίδει, αυτά που οφείλουμε να αποδίδουμε στον Θεό.
Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος λέγει «ἀπόδοτε οὖν πᾶσι τὰς ὀφειλάς, τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος, τῷ τὸν φόβον τὸν φόβον, τῷ τὴν τιμὴν τὴν τιμήν(:αποδώστε λοιπόν σε όλους όσους κατέχουν εξουσία, ό,τι τους οφείλετε ως χρέος και καθήκον. Σε εκείνον που εισπράττει τον φόρο για τα εισοδήματα και τον κεφαλικό φόρο, αποδώστε τον φόρο. Σε εκείνον που εισπράττει τους τελωνειακούς δασμούς, αποδώστε τον τελωνειακό δασμό. Σε εκείνον που ανήκει ο βαθύς σεβασμός, αποδώστε τον βαθύ σεβασμό. Σε εκείνον που ανήκει η τιμή, αποδώστε την τιμή)»[Ρωμ.13,7]. Εσύ όμως όταν ακούσεις «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος, Καίσαρι (:δώστε λοιπόν πίσω στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα)» γνώριζε ότι ο Κύριος παραγγέλλει εκείνα μόνο, που δεν παραβλάπτουν την ευσέβεια, διότι εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αυτό δεν αποτελεί οφειλή προς τον Καίσαρα, αλλά το παρόμοιο είναι φόρος και δασμός του διαβόλου.
Όταν τα άκουσαν αυτά οι Φαρισαίοι αποστομώθηκαν και θαύμασαν την σοφία Του[ «Καὶ ἀκούσαντες, ἐθαύμασαν(:κι όταν άκουσαν την απάντηση, θαύμασαν)»[Ματθ. 22,22]. Βέβαια έπρεπε να πιστέψουν και να εκπλαγούν από τα λόγια Του, καθόσον τους έδωσε δείγματα της θεότητάς Του και με το ότι τους απεκάλυψε τα μυστικά σχέδιά τους και με το ότι τους αποστόμωσε με επιείκεια. Τι λοιπόν; Πίστεψαν; Καθόλου· αλλά «ἀφέντες αὐτὸν, ἀπῆλθον(:Τον άφησαν τότε κι έφυγαν)»[Ματθ.22,22]· και μετά από αυτούς Τον πλησίασαν οι Σαδουκκαίοι.
 
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
 
 
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
 
 
ΠΗΓΕΣ:
 
 
 
 
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ο΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 432-441.
 
 
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 68, σελ. 112-116.
 
 
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
 
 
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
 
 
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
 
 
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
 
 
 
 
 
 
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
 
 
γ)Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος σχετικά μέ τό πονηρό ἐρώτημα τῶν Σαδδουκαίων γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καί τή θαυμαστή ἀπόκριση τοῦ Κυρίου
 
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΠΟΝΗΡΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
ΚΑΙ ΤΗ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
 
 
[Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ.22,23-33]
 
 
Όταν άκουσαν οι Φαρισαίοι την απάντηση του Κυρίου σχετικά με την καταβολή των φόρων στον Καίσαρα και την απόδοση τιμών στον Θεό, αποστομώθηκαν και θαύμασαν την σοφία Του[βλ. Ματθ. 22,22:«Καὶ ἀκούσαντες, ἐθαύμασαν(:και όταν άκουσαν την απάντηση, θαύμασαν)»]. Βέβαια έπρεπε να πιστέψουν και να εκπλαγούν από τα λόγια Του, καθόσον τους έδωσε δείγματα της θεότητάς Του και με το ότι τους απεκάλυψε τα μυστικά σχέδιά τους και με το ότι τους αποστόμωσε με επιείκεια. Τι λοιπόν; Πίστεψαν; Καθόλου· αλλά «ἀφέντες αὐτὸν, ἀπῆλθον(:Τον άφησαν τότε κι έφυγαν)»· και μετά από αυτούς Τον πλησίασαν οι Σαδουκκαίοι.
Πόση, αλήθεια, ανοησία! Μετά την αποστόμωση των Φαρισαίων επιτίθενται εναντίον Του οι Σαδδουκαίοι, ενώ θα έπρεπε να γίνουν διστακτικότεροι. Αλλά τέτοια είναι η θρασύτητα, είναι πράγμα αναίσχυντο και γεμάτο από αυθάδεια και επιχειρείται και από τους αδύνατους ακόμη. Για τον λόγο αυτόν και ο ευαγγελιστής, γεμάτος από έκπληξη για την ανοησία τους αυτή, επισημαίνει αυτή τη θρασύτητά τους με τους λόγους ότι «᾿Εν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, προσῆλθον αὐτῷ Σαδδουκαῖοι (:την ίδια εκείνη ημέρα Τον πλησίασαν οι Σαδδουκαίοι)». «᾿Εν ἐκείνῃ». Ποιαν δηλαδή; Την ίδια ημέρα που έλεγξε την κακουργία των Φαρισαίων και κατατρόπωσε αυτούς με την αποστομωτική απάντηση που τους έδωσε.
Και ποιοι ήταν αυτοί οι Σαδδουκαίοι; Άλλη ιουδαϊκή αίρεση, παραπλήσια των Φαρισαίων, κατά πολύ κατώτερη όμως από αυτήν, καθώς οι Σαδδουκαίοι δεν πίστευαν ούτε στην ανάσταση, ούτε στους αγγέλους, ούτε στο Άγιο πνεύμα. Διότι αυτοί ήταν περισσότερο υλιστές και ήταν προσκολλημένοι στα σωματικά πράγματα.
Πράγματι υπήρχαν πολλές αιρέσεις μεταξύ των Ιουδαίων, και για τον λόγο αυτόν ο Παύλος λέει: «προγινώσκοντές με ἄνωθεν, ἐὰν θέλωσι μαρτυρεῖν, ὅτι κατὰ τὴν ἀκριβεστάτην αἵρεσιν τῆς ἡμετέρας θρησκείας ἔζησα Φαρισαῖος(:αυτοί με γνωρίζουν από παλιά, από την αρχή της εκπαιδεύσεως και των σπουδών μου στην Ιερουσαλήμ. Κι αν θέλουν, μπορούν να μαρτυρήσουν και να βεβαιώσουν ότι έζησα και συμπεριφέρθηκα σύμφωνα με τις αρχές και τις παραδόσεις της πιο αυστηρής παρατάξεως της θρησκεία μας. Έζησα δηλαδή και πολιτεύθηκα ως Φαρισαίος)»[Πράξ.26,5].
Και δεν λένε μεν τίποτα κατευθείαν περί αναστάσεως, αλλά πλάθουν κάποια φανταστική υπόθεση και προβάλλουν, κατά την γνώμη μου, κάποιο πράγμα που δεν συνέβη, με την ελπίδα ότι θα Τον φέρουν σε αμηχανία, και επιδιώκοντας να ανατρέψουν και τα δύο και το ότι θα γίνει ανάσταση και ότι η ανάσταση θα είναι τέτοιου είδους.
Πάλι επίσης και αυτοί Τον προκαλούν με κάποια δήθεν ηπιότητα, λέγοντας: «Διδάσκαλε, Μωσῆς εἶπεν· Ἐάν τις ἀποθάνῃ μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἀναστήσει σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ (:Διδάσκαλε, ο Μωυσής είπε: ‘’Αν κανείς πεθάνει χωρίς να αποκτήσει παιδιά, πρέπει ο αδελφός του να νυμφευτεί τη χήρα γυναίκα του και να κάνει απογόνους για τον νεκρό αδελφό του’’). Ἦσαν δὲ παρ᾿ ἡμῖν ἑπτὰ ἀδελφοί· καὶ ὁ πρῶτος γαμήσας ἐτελεύτησε, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα, ἀφῆκε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ(:Ήταν λοιπόν μεταξύ μας επτά αδελφοί. Και ο πρώτος, αφού ήλθε σε γάμο, πέθανε. Και επειδή δεν είχε παιδιά, άφησε τη γυναίκα του στον αδελφό του)· ὁμοίως καὶ ὁ δεύτερος, καὶ ὁ τρίτος, ἕως τῶν ἑπτά (:Με τον ίδιο τρόπο κι ο δεύτερος κι ο τρίτος νυμφεύθηκαν την ίδια γυναίκα, μέχρι που την πήραν για σύζυγο και οι επτά).ὕστερον δὲ πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή(:Και ύστερα απ’ όλους πέθανε και η γυναίκα). ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει, τίνος τῶν ἑπτὰ ἔσται ἡ γυνή; πάντες γὰρ ἔσχον αὐτήν(:Κατά την ανάσταση λοιπόν σε ποιον από τους επτά άνδρες θα ανήκει ως σύζυγος η γυναίκα; Διότι όλοι την είχαν σύζυγο)»[Ματθ.22,23-28].
Πρόσεχε που τους απαντά ως Διδάσκαλος· διότι αν και Τον πλησίασαν από πονηρία, αλλά όμως η ερώτησή τους ήταν ερώτηση αγνοίας. Για τον λόγο αυτό λοιπόν δεν τους ονομάζει υποκριτές.
Στη συνέχεια, για να μην τους κατηγορήσει επειδή οι επτά αδελφοί έλαβαν μια γυναίκα, αναφέρουν και τον Μωυσή· αν και βέβαια, όπως προανέφερα ήταν, κατά τη γνώμη μου φανταστική υπόθεση. Διότι δεν θα ήταν δυνατόν να την νυμφευθεί ο τρίτος, βλέποντας τους δύο πρώτους νυμφίους να πεθαίνουν, αλλά και αν το έκανε ο τρίτος, δεν θα το έκανε ο τέταρτος, ούτε και ο πέμπτος και αν δεν το έκαναν αυτοί, κατά ένα μεγαλύτερο λόγο δεν θα την νυμφευόταν ο έκτος ή ο έβδομος, αλλά θα θεωρούσαν την γυναίκα σημαδιακή και ότι κακή τύχη έφερνε σε όποιον την νυμφευόταν. Διότι τέτοιοι είναι Ιουδαίοι. Εάν βέβαια αυτό συμβαίνει τώρα σε πολλούς, πολύ περισσότερο συνέβαινε τότε σε εκείνους, οι οποίοι πολλές φορές και χωρίς να συμβεί αυτό, απέφευγαν την συνοίκηση αυτού του είδους, και όλα αυτά την στιγμή που τους υποχρέωνε ο νόμος. Έτσι λοιπόν η Ρούθ, η Μωαβίτισσα εκείνη γυναίκα, έλαβε άντρα της τον μακρινό συγγενή της, και η Θάμαρ πάλι για τον ίδιο λόγο εξαναγκάστηκε να κλέψει σπέρμα από τον πεθερό της.
Και για ποιον λόγο δεν έπλασαν με την φαντασία τους δύο ή τρεις, αλλά επτά αδελφούς; Με σκοπό να γελοιοποιήσουν όπως νόμιζαν, σε πολύ μεγάλο βαθμό την ανάσταση. Για τον λόγο αυτόν και λέγουν ότι «όλοι τη νυμφεύτηκαν», ώστε να Τον οδηγήσουν σε αμηχανία.
Ποια απάντηση λοιπόν δίνει ο Χριστός; Δίνει απάντηση και προς τα δύο, και συγκεντρώνει την προσοχή Του όχι στα λόγιά τους, αλλά στις σκέψεις τους, και πάντοτε φέρνει στο φως τα απόκρυφα σχέδιά τους, άλλοτε με το να γελοιοποιεί αυτά, και άλλοτε με το να αφήνει τον έλεγχο στην συνείδηση αυτών που Τον ρωτούν. Πρόσεχε λοιπόν εδώ πώς αποδεικνύει και τα δύο, και ότι θα συμβεί ανάσταση και ότι δεν θα είναι η ανάσταση τέτοια όπως την φαντάζονται αυτοί.
Τι λέγει δηλαδή; «Πλανᾶσθε, μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς, μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ(: Ο Ιησούς τότε τους αποκρίθηκε: ‘’Βρίσκεστε σε πλάνη και δεν γνωρίζετε ούτε τις Γραφές, οι οποίες δεν υποστηρίζουν υλιστικές και παχυλές αντιλήψεις για την ανάσταση, όπως εσείς την φαντάζεστε, ούτε τη δύναμη του Θεού, για την οποία τίποτε δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο)»[Ματθ.22,29].
Επειδή δηλαδή προβάλλουν τον Μωυσή και τον μωσαϊκό νόμο ως δήθεν γνώστες του, αποδεικνύει ότι το ερώτημα αυτό είναι κατεξοχήν δείγμα άγνοιας των Γραφών. Διότι εξαιτίας αυτού έφτασαν στο σημείο να Τον πειράζουν, και εκ τούτου, ότι δηλαδή δεν γνωρίζουν τις γραφές και εκ του ότι δηλαδή δεν γνωρίζουν όπως πρέπει τη δύναμη του Θεού. «Τι το αξιοθαύμαστο λοιπόν», λέγει, «εάν πειράζετε Εμένα, Τον οποίο δεν γνωρίζετε ακόμα, κατά την οποία στιγμή δεν γνωρίζετε ούτε και την δύναμη του Θεού, της οποίας τόση απόδειξη έχετε λάβει και δεν την γνωρίσατε ούτε από τις κοινές έννοιες, ούτε από τις Γραφές· μολονότι βέβαια και η κοινή λογική παρέχει αυτή την δυνατότητα γνώσεως ότι δηλαδή στον Θεό θα είναι τα πάντα δυνατά».
Και κατά πρώτον μεν απαντά στην ερώτησή τους. Επειδή δηλαδή αυτό ήταν η αιτία ότι δεν πίστευαν στην ανάσταση, το ότι νόμιζαν ότι ήταν τέτοια η κατάσταση των πραγμάτων, κατ΄αρχήν θεραπεύει την αιτία της απιστίας και έπειτα την συνέπεια αυτής (διότι από αυτό προέρχεται και το νόσημα) και δείχνει τον τρόπο της ανάστασης. Διότι λέγει «οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου γαμοῦσι καὶ ἐκγαμίζονται(:Αυτοί που ζουν στη ζωή αυτή και είναι παιδιά του πρόσκαιρου αυτού κόσμου, αυτοί παντρεύονται και έπειτα παντρεύουν και τους απογόνους τους)·οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται, οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες(:Όσοι όμως αξιωθούν να απολαύσουν τον μελλοντικό και ουράνιο εκείνον αιώνα και κόσμο και να αναστηθούν ένδοξα από τους νεκρούς, ούτε οι ίδιοι θα παντρεύονται, ούτε θα παντρεύουν τους απογόνους τους. Αλλά και δεν θα υπάρχει η ανάγκη του γάμου. Διότι ένας από τους σκοπούς του γάμου είναι να προλάβει την εξάλειψη του ανθρωπίνου γένους από τον θάνατο. Στην άλλη ζωή όμως δεν θα υπάρχει η ανάγκη του γάμου, διότι οι άνθρωποι εκεί πλέον δεν θα είναι δυνατόν να πεθάνουν, αφού θα έχουν φύση άφθαρτη και αθάνατη, όπως οι άγγελοι, και θα είναι υιοί του Θεού. Διότι τα σώματά τους δεν θα προέρχονται από σαρκική γέννηση, αλλά θα ξαναγεννηθούν με την ανάσταση, που θα πραγματοποιήσει η άμεση επέμβαση του Θεού και όχι η παρέμβαση σαρκικών γονέων)» [Λουκά 20,36]. Εάν λοιπόν δεν νυμφεύονται, είναι περιττή η ερώτηση. Βέβαια, είναι άγγελοι όχι επειδή δεν νυμφεύονται, αλλά επειδή ζουν ως άγγελοι, γι΄ αυτό δεν νυμφεύονται.
Με την απάντησή Του αυτή και πολλά άλλα αναίρεσε, τα οποία όλα μαζί υπαινίχθηκε ο Παύλος με ένα λόγο του ως εξής: «Παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου(:η εξωτερική μορφή του κόσμου αυτού περνά και χάνεται σαν σκιά)»[Α΄Κορ.7,31]. Και με αυτά που είπε ως απάντηση στους Σαδδουκαίους ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός φανέρωσε μεν τι λογής θα είναι η ανάσταση, αποδεικνύει όμως ότι υπάρχει και ανάσταση. Μολονότι βέβαια αποδεικνύεται με τους λόγους Του αυτούς και αυτό, αλλά όμως επεκτείνει τον λόγο Του και προσθέτει και στη συνέχεια και άλλα λόγια. Διότι δεν σταμάτησε μόνο στο ερώτημά τους, αλλά προχώρησε και στις απόκρυφες σκέψεις τους. Έτσι όταν δεν είναι πολύ μεγάλη η κακουργία τους, αλλά Τον ρωτούν από άγνοια, τους διδάσκει τότε εκτεταμένα, όταν όμως ρωτούν από κακία και μόνο, τότε δεν απαντά ούτε στις ερωτήσεις τους.
Και πάλι τους αποστομώνει από τα γραφόμενα του Μωυσή, επειδή και εκείνοι προέβαλαν τον Μωυσή, και λέγει «Περὶ δὲ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ῥηθὲν ὑμῖν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, λέγοντος·(:Για την ανάσταση όμως των νεκρών δεν διαβάσατε εκείνο που σας είπε ο Θεός πολλά χρόνια μετά τον θάνατο των τριών πατριαρχών): «Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ᾿Αβραὰμ, καὶ ὁ Θεὸς ᾿Ισαὰκ, καὶ ὁ Θεὸς ᾿Ιακώβ;» οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς, Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων(:’’ Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ’’; δεν είναι ο Θεός, Θεός νεκρών, που κατάντησαν σε ανυπαρξία, όπως φαντάζεστε εσείς, αλλά είναι Θεός ζωντανών. Και οι πατριάρχες λοιπόν, αν και είναι πεθαμένοι, ζουν)»[Έξ.3,6].
Δεν είναι Θεός ανύπαρκτων και που εξαφανίσθηκαν άπαξ δια παντός και που δεν πρόκειται να αναστηθούν. Διότι δεν είπε «Ήμουν» αλλά, «Είμαι» «είμαι Θεός αυτών που υπάρχουν και που είναι ζωντανοί». Διότι όπως ακριβώς ο Αδάμ αν και έζησε κατά την ημέρα που έφαγε από τον καρπό του απαγορευμένου δέντρου, όμως αργότερα πέθανε σύμφωνα με την απόφαση του Θεού, έτσι και αυτοί, αν και είχαν πεθάνει, ζούσαν με την υπόσχεση της ανάστασης.
Πώς λοιπόν λέγει σε άλλο σημείο «εἰς τοῦτο γὰρ Χριστὸς καὶ ἀπέθανε καὶ ἀνέστη καὶ ἔζησεν, ἵνα καὶ νεκρῶν καὶ ζώντων κυριεύσῃ(:είμαστε όλοι , ζωντανοί και πεθαμένοι, κτήμα του Κυρίου, επειδή γι’ αυτό τον σκοπό ο Χριστός και πέθανε και αναστήθηκε και έλαβε πάλι ως άνθρωπος τη ζωή, για να γίνει Κύριος και των νεκρών και των ζωντανών)»;[Ρωμ.14,9]. Όμως αυτό δεν αντιτίθεται σε εκείνο. Διότι εδώ ονομάζει «νεκρούς» και αυτούς που πρόκειται να ζήσουν στο μέλλον. Άλλωστε δεν είναι άλλο πράγμα το «εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ» και το «για να γίνει Κύριος και των νεκρών και των ζωντανών». Γνωρίζει επίσης και άλλη νεκρότητα, περί της οποίας λέγει «ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς(:Άφησε τους συγγενείς σου, οι οποίοι φαίνονται βέβαια ζωντανοί, στην πραγματικότητα όμως λόγω της απιστίας τους είναι πνευματικά νεκροί, να θάψουν τους νεκρούς που είναι δικοί τους, διότι κι αυτοί πέθαναν μέσα στην απιστία)»[Λουκ.9,60].
«Καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ (:και τα πλήθη του λαού όταν άκουσαν αυτά, κυριεύτηκαν από έκπληξη και βαθύ θαυμασμό για τη διδαχή Του)»[Ματθ.22,33]. Ούτε συμπεριλαμβάνονται μεταξύ αυτών και οι Σαδουκκαίοι, αλλά αυτοί μεν μετά την ήττα τους αναχωρούν, το αμερόληπτο όμως πλήθος καρπούται την ωφέλεια. Επειδή λοιπόν τέτοια είναι η ανάσταση, ας κάνουμε τα πάντα, για να επιτύχουμε τα πρωτεία εκεί. Εάν επίσης θέλετε και πριν από την ανάσταση να σας δείξουμε ορισμένους που επιδιώκουν αυτά και στην ζωή εδώ και απολαμβάνουν τους καρπούς, πάλι θα μεταβούμε νοερώς στις ερήμους. Πάλι δηλαδή θα αναφέρω τους ίδιους λόγους, επειδή σας βλέπω να ακούτε με πάρα πολλή ευχαρίστηση. Ας στρέψουμε λοιπόν τους οφθαλμούς μας και σήμερα στα πνευματικά στρατόπεδα και ας εξετάσουμε την ηδονή που είναι καθαρή από τον φόβο· διότι δεν έχουν κατασκηνώσει με δόρατα, όπως ακριβώς οι στρατιώτες( διότι εδώ παλαιότερα τελείωσα τον λόγο), ούτε με ασπίδες και θώρακες, αλλά θα τους δεις γυμνούς από όλα αυτά τα παρόμοια και να πράττουν τέτοια πράγματα, τα οποία δεν μπορούν εκείνοι να τα πράξουν, ούτε με τα όπλα.
Και αν μπορείς να τους εξετάσεις μαζί μου, έλα και δώσε μου χείρα βοηθείας και ας μεταβούμε και οι δύο στον πόλεμο αυτόν και ας δούμε την παράταξη. Καθόσον και αυτοί πολεμούν καθημερινά και σφάζουν τους εχθρούς και νικούν όλες τις επιθυμίες που μας επιβουλεύονται. Και θα τις δεις να είναι πεταγμένες κάτω και να μην μπορούν ούτε να σπαράζουν, αλλά να αποδεικνύεται δια των έργων ο αποστολικός εκείνος λόγος, ότι «οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις(:και όσοι ανήκουν πραγματικά στον Χριστό, έχουν νεκρώσει τον σαρκικό άνθρωπο με τα πάθη και τις επιθυμίες του)»[Γαλ.5,24].
Είδες πλήθος νεκρών που βρίσκονται κάτω πεταγμένοι, και έχουν σφαγεί από την μαχαίρα του πνεύματος; Για τον λόγο αυτόν δεν υπάρχει εκεί ούτε μέθη ούτε πολυφαγία. Και το αποδεικνύει αυτό η τράπεζα και το τρόπαιο που βρίσκεται πάνω σε αυτή. Διότι η μέθη και η πολυφαγία είναι νεκρές και έχουν κατατροπωθεί μέσω της υδροποσίας και έχουν νικηθεί τα πολύμορφα αυτά και πολυκέφαλα θηρία. Διότι, όπως ακριβώς στην περίπτωση της μυθικής Σκύλλας και της Ύδρας, έτσι και στην μέθη είναι δυνατό να δούμε πολλά κεφάλια, από το ένα μέρος την πορνεία, από το άλλο την οργή, από το άλλο την ανοησία, και από το άλλο να φυτρώνουν οι παράλογοι έρωτες, όλα αυτά όμως σε αυτούς έχουν εξαφανισθεί· μολονότι βέβαια όλα εκείνα τα στρατεύματα, αν και νικούν σε πάρα πολλούς πολέμους, όμως κατακυριεύονται από αυτά τα πάθη, και ούτε όπλα, ούτε δόρατα, ούτε οτιδήποτε άλλο μπορεί να αντισταθεί απέναντι σε αυτές τις φάλαγγες, αλλά αυτούς τους γίγαντες που στη μάχη αριστεύουν και επιτυγχάνουν αμέτρητα ανδραγαθήματα, είναι δυνατόν να τους βρεις χωρίς δεσμά δεμένους με τον ύπνο και την μέθη, χωρίς σφαγή και τραύματα, να είναι ξαπλωμένοι όπως ακριβώς οι τραυματισμένοι, ή μάλλον και σε πολύ χειρότερη κατάσταση. Διότι εκείνοι μεν τουλάχιστον σπαράζουν, ενώ αυτοί δεν παθαίνουν ούτε αυτό, αλλά αμέσως πέφτουν κάτω.
Βλέπεις ότι αυτό το τάγμα, το τάγμα των αναχωρητών της ερήμου είναι πολύ πιο σπουδαίο και πολύ πιο αξιοθαύμαστο; Διότι καταβάλλει τους εχθρούς που έρχονται εναντίον του απλώς και μόνο με την θέληση. Τόσο πολύ λοιπόν εξασθενούν αυτήν, που είναι μητέρα όλων των κακών, ώστε στο εξής ούτε καν να τους ενοχλεί, διότι όταν ο στρατηγός βρίσκεται κατάκοιτος και έχει συντριβεί η κεφαλή, ησυχάζει και το υπόλοιπο σώμα. Και να, τη νίκη αυτή είναι δυνατόν να την δεις να την κατορθώνει ο καθένας από αυτούς που διαμένουν εκεί. Διότι δεν συμβαίνει αυτό που συμβαίνει με τους εχθρούς, εάν δηλαδή κάποιος πληγωθεί από κάποιον, να πέφτει κάτω από μια για πάντα νεκρός, και να μη χρειάζεται στο εξής το χτύπημα από κάποιον άλλο, αλλά είναι ανάγκη όλοι να χτυπούν το θηρίο αυτό της πολυφαγίας και της μέθης, και αυτός που δεν την χτύπησε θανάσιμα και δεν την κατέβαλε οπωσδήποτε ενοχλείται από αυτήν.
 
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
 
 
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
 
 
ΠΗΓΕΣ:
 
 
 
 
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ο΄,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α , σελίδες 441-453.
 
 
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 68, σελ. 116-123.
 
 
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
 
 
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
 
 
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
 
 
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
 
 
 
 
 
 
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
 
 
δ)Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γιά τόν ἔλεγχο τοῦ Κυρίου πρός τούς Γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥΣ
[Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ.23,1-39]
 
«Τότε ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε τοῖς ὄχλοις καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ λέγων· ἐπὶ τῆς Μωσέως καθέδρας ἐκάθισαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι· πάντα οὖν ὅσα ἐὰν εἴπωσιν ὑμῖν τηρεῖν, τηρεῖτε καὶ ποιεῖτε, κατὰ δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν μὴ ποιεῖτε· λέγουσι γάρ, καὶ οὐ ποιοῦσι (:Τότε ο Ιησούς μίλησε προς τα πλήθη του λαού και τους μαθητές Του και είπε: ‘’Πάνω στη διδασκαλική έδρα του Μωυσή κάθισαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι. Όλα λοιπόν όσα με βάση τον νόμο θα σας πουν αυτοί να τα τηρείτε, να τα τηρείτε και να τα κάνετε. Μην κάνετε όμως σύμφωνα με τα έργα τους και το παράδειγμά τους. Διότι λένε βέβαια και διδάσκουν την αλήθεια του νόμου, δεν πράττουν όμως σύμφωνα με αυτήν’’)»[Ματθ.23,1-3].
«Τότε»· πότε δηλαδή; Όταν είπε αυτά· όταν τους αποστόμωσε· όταν τους σταμάτησε και δεν μπορούσαν πλέον να Τον πειράξουν· όταν απέδειξε ότι έπασχαν αθεράπευτα. Και επειδή μίλησε περί Κυρίου και Κυρίου[βλ.Ματθ.22,41-46:«Συνηγμένων δὲ τῶν Φαρισαίων ἐπηρώτησεν αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ; τίνος υἱός ἐστι; λέγουσιν αὐτῷ· τοῦ Δαυΐδ. λέγει αὐτοῖς· πῶς οὖν Δαυΐδ ἐν Πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ λέγων· εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου; εἰ οὖν Δαυΐδ καλεῖ αὐτὸν Κύριον, πῶς υἱός αὐτοῦ ἐστι; καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτῷ ἀποκριθῆναι λόγον, οὐδὲ ἐτόλμησέ τις ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐπερωτῆσαι αὐτὸν οὐκέτι(:και ενώ ήταν συναγμένοι οι Φαρισαίοι, τους ρώτησε ο Ιησούς: ‘’Ποια γνώμη έχετε σχετικά με τον Μεσσία, που θα αναδειχθεί και θα χρισθεί Μεσσίας από τον ίδιο τον Θεό; Τίνος απόγονος είναι;’’ Του απαντούν: ‘’Του Δαβίδ’’. Τους λέει: ‘’Πώς λοιπόν ο Δαβίδ, εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα, Τον ονομάζει Κύριο, όταν λέει: «είπε ο Κύριος και Θεός στον Κύριό μου Χριστό: ‘’Κάθισε στον θρόνο μου στα δεξιά μου, ωσότου θέσω τους εχθρούς Σου σαν υποστήριγμα που θα ακουμπούν και θα πατούν επάνω τα πόδια Σου»; Όμως οι παππούδες δεν ονομάζουν ποτέ κυρίους τους τα εγγόνια τους και τα δισέγγονά τους. Ούτε ευσταθεί ποτέ να προσφωνούν οι πρόγονοι τους απογόνους τους «κυρίους». Εάν λοιπόν ο Δαβίδ τον ονομάζει «Κύριο», πώς είναι υιός και απόγονός Του; Αυτό σημαίνει ότι ο Μεσσίας δεν είναι μόνο υιός του Δαβίδ αλλά και υιός του Θεού, και γι’ αυτό είναι και κύριος του Δαβίδ’’.Και κανείς δεν μπόρεσε να Του αποκριθεί ούτε λέξη, ούτε τόλμησε κανείς από την ημέρα εκείνη να του υποβάλλει πλέον άλλα ερωτήματα)»], ανατρέχει και πάλι στον νόμο.
Και μολονότι ο νόμος δεν λέγει βέβαια τίποτε παρόμοιο, λέγει:«Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι (:’’Κύριος ο Θεός σου, Κύριος Ένας είναι’’)»[Δευτ. 6,4]. Όμως η Γραφή «νόμο» ονομάζει ολόκληρη την Παλαιά διαθήκη. Αυτά λοιπόν τα λέγει ο Κύριος για να δείξει από όλα αυτά την συμφωνία Του με τον Πατέρα Του· διότι εάν ήταν αντίθετος, θα μιλούσε αντίθετα προς τον νόμο, ενώ τώρα τόσο σεβασμό δίδει εντολή να επιδεικνύουμε προς τον νόμο, ώστε αν και είναι διεφθαρμένοι αυτοί που τον διδάσκουν, Αυτός δίδει την εντολή να είμαστε προσηλωμένοι σε αυτόν.
Εδώ επίσης ομιλεί και για τον βίο και για τον τρόπο συμπεριφοράς των Γραμματέων και των Φαρισαίων, επειδή αυτό κατεξοχήν ήταν το αίτιο της απιστίας τους, ο διεφθαρμένος βίος και ο έρωτας για τη δόξα. Για να διορθώσει λοιπόν τους ακροατές, αυτό που κατεξοχήν συντελεί στην σωτηρία, το να μην περιφρονούμε δηλαδή τους διδάσκαλους, ούτε να εξοργιζόμαστε κατά των ιερέων, αυτό διδάσκει με όλη την δύναμη Του. Δεν δίδει μάλιστα μόνο εντολή, αλλά και ο Ίδιος την εκτελεί· καθόσον, παρά το ότι είναι διεφθαρμένοι οι δάσκαλοι, δεν τους αφαιρεί την τιμή. Σε εκείνους μεν προβάλλει μεγαλύτερη την κατάκριση, ενώ στους διδασκομένους δεν αφήνει καμία πρόφαση.
Έτσι λοιπόν εδραίωσε την εξουσία τους, μολονότι ήταν πονηροί, ώστε και μετά από τόση κατηγορία να πει: «Ὃσα ἐὰν εἴπωσιν ὑμῖν τηρεῖν, τηρεῖτε καὶ ποιεῖτε (:Όλα λοιπόν όσα με βάση τον νόμο θα σας πουν αυτοί να τα τηρείτε, να τα τηρείτε και να τα κάνετε)». Διότι δεν είναι δικά τους τα λόγια, αλλά είναι λόγια του Θεού, τα οποία νομοθέτησε μέσω του Μωυσή. Και πρόσεξε πόση τιμή αποδίδει στον Μωυσή, δείχνει και πάλι την συμφωνία Του με την Παλαιά Διαθήκη, και με τον τρόπο μάλιστα αυτόν καθιστά αυτούς σεβαστούς. Διότι λέγει: «ἐπὶ τῆς Μωσέως καθέδρας ἐκάθισαν(:πάνω στη διδασκαλική έδρα του Μωυσή κάθισαν)»[Ματθ.23,2]. Επειδή δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να τους παρουσιάσει αξιόπιστους για τον βίο τους, το κάνει αυτό από αυτά που παρέχουν αυτή την δυνατότητα, δηλαδή από την καθέδρα του Μωυσή και από το ότι είναι διάδοχοί του.
Όταν όμως ακούσεις τη λέξη «πάντα» μην σκεφτείς όλη τη νομοθεσία, όπως τα σχετικά με τις τροφές και τις θυσίες και όλα τα παρόμοια, διότι πώς είναι δυνατό να λέγει αυτά που προηγουμένως αναίρεσε; Αλλά «πάντα» εννοεί εκείνα που διορθώνουν το ήθος και κάνουν καλύτερη την συμπεριφορά και είναι σύμφωνα με τις εντολές της Καινής Διαθήκης, και δεν αφήνουν στο εξής να βρισκόμαστε κάτω από τον ζυγό του μωσαϊκού νόμου.
Γιατί όμως δεν θεσπίζει από τον νόμο της χάριτος, αλλά από τον νόμο του Μωυσή; Διότι δεν ήταν ακόμα ο κατάλληλος καιρός πριν από την Σταύρωση Του να διδάσκει αυτά με απόλυτη σαφήνεια. Κατά την γνώμη μου, τα είπε αυτά ο Χριστός παράλληλα προς τον ανώτερο σκοπό, και για κάποιον άλλο σκοπό. Επειδή δηλαδή πρόκειται να τους κατηγορήσει, για να μην θεωρηθεί από αυτούς τους ανόητους ότι τα κάνει από ζήλεια προς το αξίωμά τους ή από μίσος προς αυτούς, κατά πρώτον αναιρεί οποιεσδήποτε τέτοιες υποψίες και αφού πρώτα απέδειξε ότι δεν έχει δόλια κίνητρα, τότε αρχίζει να τους κατηγορεί.
Και με ποιο σκοπό τούς ελέγχει και τους απευθύνει στο εξής μεγάλες κατηγορίες; Για να προφυλάξει τα πλήθη του λαού, ώστε να μην πέσουν στα ίδια παραπτώματα. Διότι δεν είναι το ίδιο πράγμα να θέτεις απαγορεύσεις και να δείχνεις τους παραβάτες, όπως ακριβώς δεν είναι το ίδιο να παραγγέλλεις τα πρέποντα και να παρουσιάζεις εκείνους που πέτυχαν αυτά. Για τον λόγο αυτόν, προλαμβάνοντάς το αυτό, λέγει: «Κατὰ δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν μὴ ποιεῖτε(:μην ενεργείτε όμως σύμφωνα με τα έργα τους και το δικό τους το παράδειγμα)»[Ματθ.23,5]. Διότι για να μην νομίζουν τα πλήθη του λαού ότι πρέπει και να τους μιμηθούν επειδή ήταν διδάσκαλοί τους, χρησιμοποιεί αυτή την επιδιόρθωση και αυτό που το θεωρούσαν τιμή, το παρουσιάζει ως κατηγορία. Διότι τι θα μπορούσε να υπάρξει αθλιότερο από ένα διδάσκαλο, όταν δεν εξασφαλίζει στους μαθητές του να προσέχουν τον τρόπο ζωής του;
Επομένως, αυτό που θεωρούνταν ως τιμή τους, είναι μέγιστη κατηγορία εναντίον τους όταν φαίνεται να κάνουν τέτοια ζωή, από την οποία αυτοί που τους μιμούνται, καταστρέφονται. Για τον λόγο αυτόν και προβάλλει τις εναντίον τους κατηγορίες. Και όχι μόνο για τον λόγο αυτόν, αλλά και για να δείξει ότι η προηγούμενη απιστία την οποία έδειξαν, και η σταύρωση την οποία μετά από λίγο επιχείρησαν, δεν έγιναν εξαιτίας κάποιου εγκλήματος του Χριστού, αλλά ήταν κατηγορία που οφείλονταν στην αχαριστία εκείνων.
Πρόσεχε επίσης από πού αρχίζει και από πού αυξάνει την κατηγορία. Διότι λέγει ότι «διδάσκουν μόνο και δεν πράττουν». Διότι καθένας είναι άξιος κατηγορίας όταν παραβαίνει τον νόμο, προπάντων όμως εκείνος που έχει την αυθεντία να διδάσκει. Είναι δίκαιο διπλά και τριπλά να κατακρίνεται. Πρώτον μεν διότι παραβαίνει τον νόμο, δεύτερον δε διότι, ενώ οφείλει να διορθώνει τους άλλους, αυτός παραστρατεί, και για την τιμή που του γίνεται αξίζει μεγαλύτερη τιμωρία, τρίτον δε διότι γίνεται αίτιος μεγαλύτερης διαφθοράς, καθόσον, αν και κατέχει θέση διδάσκαλου, παρά ταύτα παρανομεί.
Μαζί μάλιστα με αυτά, στη συνέχεια άλλη κατηγορία διατυπώνει εναντίον τους, ότι φέρονται σκληρά σε αυτούς που διδάσκουν να τηρούν τον νόμο. Διότι «δεσμεύουσι γὰρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα καὶ ἐπιτιθέασιν ἐπὶ τοὺς ὤμους τῶν ἀνθρώπων, τῷ δὲ δακτύλῳ αὐτῶν οὐ θέλουσι κινῆσαι αὐτά(:με άλλα λόγια σφιχτοδένουν φορτία βαριά, που δύσκολα σηκώνονται, και τα φορτώνουν στους ώμους των ανθρώπων, αυτοί όμως δεν θέλουν ούτε με το δάχτυλό τους να τα κινήσουν. Με τις δικές τους δηλαδή γνώμες και παραδόσεις μετέβαλαν τον νόμο σε βαρύ φορτίο, το οποίο φορτώνουν στους άλλους, ενώ αυτοί ούτε καν το αγγίζουν, διότι βρίσκουν τρόπους να ξεφεύγουν απ’ τις υποχρεώσεις αυτές που επιβάλλουν στους άλλους)»[Ματθ.23,4]. Εδώ αναφέρει διπλή τους κακία, το ότι απαιτούν, χωρίς καμιά συγνώμη, πολλή και μεγάλη ακρίβεια ενάρετου βίου από αυτούς τους οποίους διδάσκουν, ενώ στους εαυτούς τους επιτρέπουν πολλή ελαστικότητα. Ενώ πρέπει ο άριστος άρχοντας να διακρίνεται από το αντίθετο γνώρισμα, δηλαδή τα μεν δικά του σφάλματα να μην τα συγχωρεί και να είναι αυστηρός δικαστής, προς τα σφάλματα όμως του λαού να είναι συγχωρητικός και ήρεμος, ενώ αυτοί έκαναν το αντίθετο από αυτό.
Τέτοιοι βέβαια είναι όλοι όσοι φιλοσοφούν με λόγια, απόλυτοι και άκαμπτοι στο να συγχωρέσουν, επειδή δεν γνωρίζουν τις δυσκολίες της έμπρακτης εφαρμογής των λόγων τους. Δεν είναι επίσης μικρή και αυτή η κακία και δεν επαυξάνει ο Κύριος τυχαία την προηγούμενη κατηγορία. Εσύ όμως, σκέψου σε παρακαλώ, πως και οι λόγοι Του αυτοί αυξάνουν την κατηγορία. Διότι δεν είπε «δεν μπορούν», αλλά « δεν θέλουν» και δεν είπε «να τα σηκώσουν τα φορτία αυτά που ορίζουν στον λαό να σηκώνει», αλλά ότι δεν θέλουν «ούτε να τα κινήσουν με το δάχτυλό τους», δηλαδή ούτε τα πλησιάζουν, ούτε τα αγγίζουν.
Αλλά πού αναδεικνύονται σπουδαίοι και δυνατοί; Στις απαγορεύσεις. Διότι λέγει «πάντα δὲ τὰ ἔργα αὐτῶν ποιοῦσι πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις(:και όλα τα έργα τους τα κάνουν για να τους βλέπουν οι άνθρωποι και να τους επαινούν)»[Ματθ.23,5]. Αυτά τα λέγει κατηγορώντας τους για την κενοδοξία τους, η οποία και τους κατέστρεψε. Διότι τα όσα προηγουμένως ειπώθηκαν ήταν δείγματα σκληρότητας και αδιαφορίας, ενώ αυτά είναι δείγματα της δοξομανίας. Αυτό τους απομάκρυνε από τον Θεό, αυτό τους έκανε να αγωνίζονται σε άλλο πεδίο δράσεως και τους διέφθειρε. Διότι ανάλογα προς τους θεατές που έχει κάποιος, προς αυτούς φροντίζει και να αρέσει, και ανάλογοι είναι και οι αγώνες του. Και αυτός μεν που αγωνίζεται παρουσία γενναίων, γενναία είναι και τα αγωνίσματά του, ενώ εκείνος που αγωνίζεται μπροστά στους θεατές χωρίς ζήλο, και με πεσμένο το φρόνημά τους, και ο ίδιος γίνεται περισσότερο ράθυμος. Επί παραδείγματι, έχει κάποιος θεατές που ευχαριστιούνται με τα γέλια, γίνεται και ο ίδιος γελωτοποιός, για να ευχαριστήσει τον θεατή του, κάποιος άλλος έχει σπουδαίο και ανώτερο πνευματικά θεατή, φροντίζει και ο ίδιος να είναι τέτοιος, επειδή παρόμοια είναι και η γνώμη αυτού που τον επαινεί.
Πρόσεχε επίσης πάλι και εδώ πόσο μεγάλο είναι το παράπτωμά τους· διότι δεν κάμνουν τα μεν έτσι, και τα άλλα αλλιώς, αλλά όλα με τον ίδιο τρόπο. Έπειτα αφού τους κατηγόρησε για κενοδοξία, τους αποδεικνύει ότι κενοδοξούν όχι για μεγάλα και σπουδαία πράγματα (διότι δεν είχαν να επιδείξουν κανένα σπουδαίο έργο, αλλά ήταν γυμνοί από κατορθώματα), αλλά ελεεινά και τιποτένια πράγματα, και τα οποία ήταν δείγματα της κακίας τους, όπως τα φυλακτήρια και τα κράσπεδα. Διότι λέγει «πλατύνουσι γὰρ τὰ φυλακτήρια αὐτῶν καὶ μεγαλύνουσι τὰ κράσπεδα τῶν ἱματίων αὐτῶν(:διότι κατασκευάζουν πλατιά τα φυλαχτά που κρεμούν στα χέρια τους ή δένουν στα μέτωπά τους, και μεγαλώνουν τις άκρες των ρούχων τους, ώστε να γίνονται περίβλεπτοι ως άνθρωποι ευσεβείς, καθώς τα φυλαχτά τους και τα κράσπεδά τους υπενθυμίζουν διαρκώς τον νόμο του Θεού)»[Ματθ.23,5].
Και ποια είναι αυτά τα φυλακτά και τα άκρα των ενδυμάτων; Επειδή συνεχώς λησμονούν τις ευεργεσίες του Θεού, έδωσε εντολή να γραφούν τα θαύματά Του σε μικρά βιβλία και να κρέμονται δεμένα κάτω από τα χέρια τους. Για τον λόγο αυτόν έλεγε: «καὶ ἀφάψεις αὐτὰ εἰς σημεῖον ἐπὶ τῆς χειρός σου, καὶ ἔσται ἀσάλευτον πρὸ ὀφθαλμῶν σου(:θα τα κολλήσεις και θα τα δέσεις επάνω στο χέρι σου, για να βρίσκονται πάντοτε σταθερώς μπροστά στα μάτια σου)»[Δευτ.6,8] και τα οποία ονομάζει «φυλακτήρια», όπως τώρα πολλές γυναίκες έχουν κρεμασμένα στον λαιμό τους ευαγγέλια.
Και για να θυμούνται πάλι και με άλλον τρόπο αυτά, αυτό που πολλές φορές κάνουν πολλοί που επειδή ξεχνούν, δένουν το δάχτυλό τους με σχοινί ή με κλωστή, αυτό και ο Θεός τούς έδωσε εντολή,σαν να ήταν παιδιά, να κάνουν: «Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτοὺς καὶ ποιησάτωσαν ἑαυτοῖς κράσπεδα ἐπὶ τὰ πτερύγια τῶν ἱματίων αὐτῶν εἰς τὰς γενεὰς αὐτῶν καὶ ἐπιθήσετε ἐπὶ τὰ κράσπεδα τῶν πτερυγίων κλῶσμα ὑακίνθινον. καὶ ἔσται ὑμῖν ἐν τοῖς κρασπέδοις καὶ ὄψεσθε αὐτὰ καὶ μνησθήσεσθε πασῶν τῶν ἐντολῶν Κυρίου καὶ ποιήσετε αὐτάς, καὶ οὐ διαστραφήσεσθε ὀπίσω τῶν διανοιῶν ὑμῶν καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν, ἐν οἷς ὑμεῖς ἐκπορνεύετε ὀπίσω αὐτῶν, ὅπως ἂν μνησθῆτε καὶ ποιήσητε πάσας τὰς ἐντολάς μου καὶ ἔσεσθε ἅγιοι τῷ Θεῷ ὑμῶν. ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ὁ ἐξαγωγὼν ὑμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου εἶναι ὑμῶν Θεός, ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν (:και είπε ο Κύριος στον Μωυσή, λέγοντάς του τα εξής: ‘’Μίλησε στους Ισραηλίτες και πες τους να ράψουν ταινία στα κάτω άκρα των ενδυμάτων τους , να θέσουν στα άκρα των ιματίων τους κλωστή κυανού χρώματος. Αυτό θα γίνεται σε όλες τους τις γενεές. Θα υπάρχουν αυτά στα άκρα των ενδυμάτων σας, θα τα βλέπετε και θα θυμάστε όλες τις εντολές του Κυρίου, για να τις εφαρμόζετε· και δε θα διαφθαρείτε παρασυρόμενοι από τις αμαρτωλές επιθυμίες της καρδιάς σας και τα αμαρτωλά θεάματα των οφθαλμών σας, μέσω των οποίων απομακρύνεστε από τον Θεό σε παραστρατημένη ζωή. Με αυτά θα θυμάστε τις εντολές Εμένα του Κυρίου, θα τις τηρείτε και θα γίνεστε άγιοι ενώπιον του Θεού σας. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σας, ο οποίος σας έβγαλα ελεύθερους από την Αίγυπτο, για να είμαι Θεός σας. Εγώ, Κύριος ο Θεός σας, δίνω αυτές τις εντολές’’)» [Αριθμ.15,38].
Τους είχε δώσει δηλαδή εντολή ο Θεός να ράπτουν κλωστή υακίνθου στις άκρες των ενδυμάτων τους που είναι γύρω από τα πόδια, ώστε προσέχοντας αυτό να θυμούνται τις εντολές, και αυτά ονομάζονταν «κράσπεδα» Σε αυτά λοιπόν οι Φαρισαίοι ήταν σπουδαίοι, το να μεγαλώνουν τα λουριά που είχαν κρεμασμένα τα ευαγγέλια, και να μεγαλώνουν τα κράσπεδά τους, πράγμα που ήταν δείγμα της πιο φοβερής κενοδοξίας. Διότι για ποιο λόγο φιλοδοξείς και μεγαλώνεις αυτά; Μήπως αυτό είναι κατόρθωμά σου; Μήπως αυτό σε ωφελεί σε τίποτε, εάν δεν κερδίζεις αυτό που συμβολίζουν; Διότι ο Θεός δεν ζητάει να μεγαλώνεις αυτά και να τα πλαταίνεις, αλλά να θυμάσαι τις θαυμαστές επεμβάσεις Του. Τη στιγμή λοιπόν που δεν πρέπει να υπερηφανευόμαστε όταν κάνουμε ελεημοσύνη και νηστεύουμε, αν και αυτά είναι επίπονα και δικά μας κατορθώματα, πώς εσύ, Ιουδαίε, καυχιέσαι για αυτά, τα οποία κατεξοχήν σου καταλογίζουν ραθυμία και αδιαφορία;
Οι Φαρισαίοι όμως όχι μόνο ως προς αυτά, αλλά και ως προς άλλα πιο ασήμαντα υπέφεραν από την ίδια ασθένεια της κενοδοξίας. Διότι λέγει «φιλοῦσι δὲ τὴν πρωτοκλισίαν ἐν τοῖς δείπνοις καὶ τὰς πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ καλεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ῥαββὶ ῥαββί (:αγαπούν επιπλέον την πρώτη θέση στα δείπνα και τα πρώτα καθίσματα στις συναγωγές και τους ευλαβείς χαιρετισμούς στις αγορές και θέλουν να τους φωνάζουν οι άνθρωποι: ‘’διδάσκαλε, διδάσκαλε’’)»[Ματθ.23,6-7]. Διότι αυτά αν και τα θεωρεί κανείς μικρά, γίνονται ωστόσο αιτία μεγάλων κακών. Αυτά και πόλεις και εκκλησίες κατέστρεψαν. Πράγματι μου έρχεται να δακρύσω όταν τυχαίνει να ακούσω για πρωτοκαθεδρίες και για ασπασμούς και να αναλογιστώ πόσα κακά συνέβησαν εξαιτίας αυτών στην εκκλησία του Θεού, τα οποία δεν είναι αναγκαίο τώρα να αναφέρω ή καλύτερα όσοι είναι ηλικιωμένοι δεν έχουν ανάγκη να μάθουν από εμάς.
Εσύ όμως σε παρακαλώ πρόσεχε πού επικρατεί η κενοδοξία, επικρατεί εκεί όπου διδάσκεται να μην κενοδοξούν, δηλαδή στις συναγωγές, όπου εισέρχονται εκείνοι που διδάσκουν τους άλλους. Διότι το να συμβεί αυτό στα δείπνα με οποιοδήποτε τρόπο, δεν φαίνεται να είναι και τόσο μεγάλο κακό, μολονότι βέβαια και εκεί ο διδάσκαλος θα έπρεπε να θαυμάζεται, όχι μόνο στην εκκλησία, αλλά παντού. Και όπως ακριβώς ο άνθρωπος, όπου κι αν φανεί, διαφέρει από τα άλλα ζώα λόγω της ορθής στάσεώς του, έτσι και ο διδάσκαλος, πρέπει να διακρίνεται και όταν ομιλεί και όταν σιωπά και όταν τρώει και όταν κάνει οτιδήποτε άλλο, και από το βάδισμά του και από το βλέμμα του, και από το παράστημά του, και από όλα γενικώς.
Εκείνοι όμως από κάθε άποψη ήταν καταγέλαστοι, και παντού καταντροπιάζονταν, φροντίζοντας πώς να επιτύχουν εκείνα που έπρεπε να αποφύγουν. Διότι λέγει «φιλοῦσι(:επιθυμούν σφοδρά)»· εάν όμως η επιθυμία είναι έγκλημα, πόσο μεγάλο έγκλημα είναι το να γίνεται και πράξη; Και το να κυνηγούν αυτά τα πράγματα και να φροντίζουν πώς να τα επιτύχουν, πόσο μεγάλο κακό είναι;
Ως προς μεν τα άλλα λοιπόν αρκέστηκε ο Κύριος μόνο σε αυτές τις κατηγορίες εναντίον εκείνων, διότι ήταν μικρά και ασήμαντα, και δεν ήταν ανάγκη να διορθωθούν οι μαθητές του ως προς αυτά, αυτό όμως που ήταν αιτία όλων των κακών, δηλαδή η φιλαρχία, και η αρπαγή του διδασκαλικού θρόνου, αυτό προβάλλει ο Κύριος στο μέσο και σε αυτό εστιάζει και διορθώνει με πολλή προσοχή, δίνοντας πολύ αυστηρά παραγγέλματα ως προς αυτά προς τους μαθητές Του. Τι λέγει λοιπόν; «ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε ῥαββί· Εσείς όμως μη δεχτείτε να σας ονομάσουν οι άνθρωποι ‘’ραββί’’, δηλαδή ‘’διδάσκαλε’’)»· έπειτα αναφέρει και την αιτία: «εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε(:διότι Ένας είναι ο Διδάσκαλός σας, ο Χριστός˙ όλοι εσείς είστε αδελφοί)»[Ματθ.23,8], και κανείς δεν έχει κάτι επιπλέον από τον άλλο, καθόσον τίποτε δεν γνωρίζει από τον εαυτό του.
Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος λέγει: «Τίς οὖν ἐστι Παῦλος, τίς δὲ Ἀπολλὼς ἀλλ᾿ ἢ διάκονοι δι᾿ ὧν ἐπιστεύσατε, καὶ ἑκάστῳ ὡς ὁ Κύριος ἔδωκεν;(:τι λοιπόν είνιαι ο Παύλος και τι άλλο είναι ο Απολλώς παρά υπηρέτες και όργανα του Θεού, μέσω των οποίων οδηγηθήκατε στην πίστη και ο καθένας υπηρετεί ανάλογα με τα χαρίσματα που του έδωσε ο Κύριος;)»[Α΄Κορ.3,5]· δεν είπε «διδάσκαλοι», αλλά «διάκονοι», δηλαδή υπηρέτες του Θεού.
Και στη συνέχεια διδάσκει ο Κύριος: «Καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ὑμῶν ἐπὶ τῆς γῆς· εἷς γάρ ἐστιν ὁ πατήρ ὑμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(:και κανέναν επάνω στη γη να μην τον ονομάσετε πατέρα σας με κύρος και εξουσία απεριόριστη και απόλυτη· διότι ένας είναι ο Πατέρας σας, Εκείνος που είναι στους ουρανούς)»[Ματθ.23,9], όχι για να μην αποκαλέσουν «πατέρα» τον πατέρα τους, αλλά για να γνωρίζουν ποιον πρέπει κυρίως να ονομάζουν Πατέρα. Διότι όπως ακριβώς ο διδάσκαλος, δεν είναι διδάσκαλος από την αρχή, έτσι ούτε και ο πατέρας. Διότι ο Θεός είναι αίτιος και δημιουργός όλων, και των διδασκάλων και των πατέρων. Και στη συνέχεια προσθέτει: «μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός(:ούτε να ονομαστείτε καθηγητές, διότι ένας είναι ο καθηγητής σας, που με τη διδασκαλία Του σας οδηγεί στη σωτηρία, ο Χριστός)»[Ματθ.23,10]. Και δεν είπε «Εγώ». Όπως ακριβώς προηγουμένως είπε «τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ;(:ποια γνώμη έχετε περί του Χριστού;)», και δεν είπε «περί ἐμοῦ», έτσι και εδώ.
Αλλά ευχαρίστως θα μπορούσα να πω εδώ τι θα μπορούσαν να ισχυριστούν εκείνοι που το «Ένας και «Ένας» το αποδίδουν στον Πατέρα μόνο, απορρίπτοντας τον Μονογενή Υιό· είναι ο καθηγητής ο Πατήρ; Όλοι θα μπορούσαν να το παραδεχθούν και να μην φέρει κανείς αντίρρηση. Και όμως λέγει: «εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος ὁ Χριστός(:ούτε να ονομαστείτε καθηγητές, διότι ένας είναι ο καθηγητής σας, που με τη διδασκαλία Του σας οδηγεί στη σωτηρία, ο Χριστός)»[Ματθ.23,10]. Όπως ακριβώς λοιπόν ο Χριστός, ονομαζόμενος ως «ο Ένας καθηγητής», δεν αφαιρεί από τον Πατέρα την ιδιότητα να είναι καθηγητής, έτσι και ο Πατήρ ονομαζόμενος «ένας διδάσκαλος», δεν αφαιρεί από τον Υιό την ιδιότητα του Διδασκάλου· διότι το «εἷς» και «εἷς» ειπώθηκε προς διάκριση από τους ανθρώπους και τα λοιπά δημιουργήματα.
Αφού απαγόρευσε λοιπόν σε αυτούς την φοβερή αυτή ασθένεια της φιλαρχίας και διόρθωσε την αντίληψη περί αυτής, τους διδάσκει τώρα και πώς μπορούν να το αποφύγουν αυτό, με ταπεινοφροσύνη δηλαδή. Για τον λόγο λοιπόν αυτόν και προσθέτει: «ὁ δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος· ὅστις δὲ ὑψώσει ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, καὶ ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται(:και εκείνος που ανάμεσά σας είναι μεγαλύτερος στη γνώση και στο αξίωμα πρέπει να υπηρετεί τους άλλους, κι έτσι να γίνεται με κάθε τρόπο χρήσιμος και ωφέλιμος σε αυτούς. Εκείνος όμως που θα υψώσει τον εαυτό του και θα μεταχειριστεί τους άλλους ως κατωτέρους του, θα ταπεινωθεί και θα εξευτελιστεί. Ενώ εκείνος που θα ταπεινώσει τον εαυτό του με το να γίνει με τη χριστιανική αγάπη δούλος και υπηρέτης των άλλων, θα ανυψωθεί από τον Θεό και θα δοξαστεί)»[Ματθ.23,12].
Πράγματι τίποτε δεν είναι ίσο με την ταπεινοφροσύνη. Για τον λόγο αυτόν και συνεχώς τους υπενθυμίζει αυτή την αρετή, και όταν οδηγούσε μπροστά τους τα παιδιά και τώρα, αλλά και όταν άρχιζε τους μακαρισμούς Του στο όρος από το σημείο αυτό άρχιζε. Και εδώ από την ρίζα του ξερίζωνε αυτό το πάθος, λέγοντας: «ὅστις ταπεινώσει ἑαυτὸν ὑψωθήσεται(:εκείνος που θα ταπεινώσει τον εαυτό του με το να γίνει με τη χριστιανική αγάπη δούλος και υπηρέτης των άλλων, θα ανυψωθεί από τον Θεό και θα δοξαστεί)». Είδες πώς οδηγεί τον ακροατή στο να υιοθετήσει τη διαμετρικά αντίθετη συμπεριφορά; Διότι δεν εμποδίζει μόνο να επιθυμεί κανείς σφοδρά τα πρωτεία, αλλά προτρέπει να επιδιώκει τα ταπεινά. «Διότι έτσι», λέγει, «θα πετύχεις αυτό που επιθυμείς». Για τον λόγο αυτόν πρέπει αυτός που επιθυμεί να επιτύχει τα πρωτεία, να επιδιώκει την τελευταία θέση: «Διότι αυτός που θα ταπεινωθεί, αυτός θα υψωθεί».
Και πού θα βρούμε αυτή την ταπεινοφροσύνη; Θέλετε πάλι να μεταβούμε στην πόλη της αρετής, στις σκηνές των αγίων, εννοώ τα όρη και τα δάση; Καθόσον εκεί θα συναντήσουμε αυτό το ύψος της ταπεινοφροσύνης. Διότι από αυτούς τους ασκητές, άλλοι μεν ήταν άνθρωποι που ήταν λαμπροί λόγω των κοσμικών αξιωμάτων, άλλοι ήταν λαμπροί λόγω χρημάτων, και τώρα από παντού στερούν τους εαυτούς τους, από την κατοικία, από τα ενδύματα, από τους υπηρέτες και με όλες τις ενέργειές τους αυτές σαν με γράμματα διαζωγραφίζουν την ταπεινοφροσύνη.
Και αυτά που είναι προσανάμματα της αλαζονείας, το να φορούν ωραία ενδύματα, το να χτίζουν λαμπρές οικοδομές, και να έχουν πολλούς υπηρέτες, τα οποία πολλές φορές χωρίς την θέληση μας οδηγούν στην αλαζονεία, όλα αυτά εκεί έχουν καταργηθεί. Και οι ίδιοι ανάβουν φωτιά, οι ίδιοι κόβουν ξύλα στην φωτιά, οι ίδιοι μαγειρεύουν, οι ίδιοι εξυπηρετούν τους επισκέπτες. Δεν είναι δυνατόν να ακούσει κανείς εκεί κάποιον να βρίζει, ούτε κάποιον να τον διατάσσουν, ούτε άλλον που διατάσσει, αλλά όλοι ανήκουν στην θέση εκείνων που τους πάντες υπηρετούν, και ο καθένας νίπτει τα πόδια των ξένων, μιμούμενος τον Κύριο και υπάρχει πολύ ανταγωνισμός για την υπηρεσία αυτή. Και το κάνει αυτό χωρίς να εξετάζει ποιος είναι, ούτε αν είναι δούλος, ούτε αν είναι ελεύθερος, αλλά εξυπηρετεί την υπηρεσία αυτή προς όλους.
Κανείς δεν είναι στους τόπους εκείνους της άσκησης δεν είναι ούτε μεγάλος ούτε μικρός. Τι λοιπόν; Επικρατεί εκεί σύγχυση; Μη γένοιτο, αλλά επικρατεί η καλύτερη τάξη. Διότι και αν είναι κανείς μικρός, ο μεγάλος δεν το βλέπει αυτό, αλλά θεωρεί τον εαυτό του υποδεέστερο από ό,τι εκείνον, και με αυτό τον τρόπο γίνεται πιο μεγάλος. Μία τράπεζα υπάρχει για όλους, και για αυτούς που υπηρετούνται και για αυτούς που υπηρετούν, τα ίδια εδέσματα, τα ίδια ενδύματα, η ίδια κατοικία, το ίδιο φαγητό. Εκεί μεγάλος είναι αυτός που προλαμβάνει και κάνει την πιο ταπεινή εργασία. Δεν υπάρχει εκεί το δικό μου και το δικό σου, αλλά έχουν εξορισθεί οι λέξεις αυτές που είναι αιτίες άπειρων πολέμων.
«Οὐαὶ δὲ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κατεσθίετε τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι· διὰ τοῦτο λήψεσθε περισσότερον κρῖμα(:αλίμονο σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι κατατρώτε τα σπίτια και την περιουσία των χηρών, εσείς που με πρόσχημα και ευλάβεια για σκοπούς συμφεροντολογικούς κάνετε μεγάλες προσευχές τάχα υπέρ των χηρών αυτών˙ γι’ αυτό θα έχετε μεγαλύτερη καταδίκη απ΄ τους άλλους αδίκους και κλέφτες)»[Ματθ.23,13].
Με τους λόγους λοιπόν αυτούς ο Κύριος ελέγχει έντονα τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους για την γαστριμαργία τους και το φοβερό είναι ότι γέμιζαν τα στομάχια τους κατατρώγοντας την περιουσία όχι των πλουσίων, αλλά των χήρων γυναικών, και έτσι οδηγούσαν στο έπακρο την δυστυχία των γυναικών αυτών, την οποία δυστυχία οι ίδιοι θα έπρεπε να περιόριζαν. Διότι λέγει μάλιστα ο Κύριος ότι δεν έτρωγαν απλώς, αλλά κατέτρωγαν.
Επιπροσθέτως και ο τρόπος της εκμετάλλευσης ήταν φοβερός: «καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι(:εσείς που με πρόσχημα και ευλάβεια για σκοπούς συμφεροντολογικούς κάνετε μεγάλες προσευχές τάχα υπέρ των χηρών αυτών)»· διότι ο καθένας που κάνει κάποιο κακό είναι άξιος τιμωρίας, όμως αυτός που και την αφορμή λαμβάνει από την ευλάβεια και χρησιμοποιεί αυτό το πρόσχημα της πονηρίας είναι υπεύθυνος για πολύ πιο φοβερή τιμωρία.
Και για ποιο λόγο δεν καθαίρεσε αυτούς από το αξίωμά τους; Διότι δεν το επέτρεπε ακόμα ο καιρός. Γι΄ αυτό μεν τους αφήνει στην αρχή, με όσα όμως λέγει, προφυλάσσει τον λαό από την εξαπάτηση, ώστε να μην παρασύρεται στο να τους μιμείται λόγου του αξιώματός τους. Επειδή λοιπόν είπε: «Όλα όσα σας λέγουν να τηρείτε, να τα τηρείτε», δείχνει και όσα αυτοί παραποιούν, ώστε να μην νομιστεί εκ μέρους των απερίσκεπτων, εξ αιτίας αυτού, ότι επιτρέπονται τα πάντα σε αυτούς.
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γὰρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδὲ τοὺς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν(:αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι με τη διεστραμμένη διδασκαλία σας, που επισκοτίζει και νοθεύει το περιεχόμενο του νόμου, κλείνετε τη θύρα της βασιλείας των ουρανών μπροστά στους ανθρώπους. Αλίμονό σας, διότι και εσείς δεν μπαίνετε, αλλά ούτε κι εκείνους που έχουν τη διάθεση να μπουν τους αφήνετε να μπουν)»[Ματθ.23,14].
Εάν λοιπόν το να μην ωφελεί κανείς κανένα είναι άξιο κατηγορίας, όταν ο ίδιος αυτός βλάπτει και εμποδίζει το όφελος και για τους άλλους, ποια συγνώμη θα έχει; Αλλά τι σημαίνει «τοὺς εἰσερχομένους»; Εννοεί τους άξιους. Διότι όταν επρόκειτο να δώσουν εντολές στους άλλους, έκαναν αβάστακτα τα φορτία, όταν όμως έπρεπε οι ίδιοι να κάνουν κάτι από τα πρέποντα, τότε, αντιθέτως, όχι μόνο δεν έκαναν τίποτε οι ίδιοι, αλλά έκαναν αυτό που αποτελεί μεγαλύτερη κακία, οδηγούσαν δηλαδή στην διαφθορά και άλλους. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι διαφθορείς, που έθεσαν ως έργο τους την καταστροφή των άλλων, ιστάμενοι στην εκ διαμέτρου αντίθετη θέση προς τους διδασκάλους. Διότι, εάν έργο του διδασκάλου είναι το να διασώζει αυτόν που οδηγείται στην απώλεια, το να οδηγείται στην απώλεια αυτός που έχει ελπίδα να σωθεί, είναι έργο του διαφθορέα.
Στη συνέχεια ο Χριστός αναφέρει και άλλο έγκλημά τους: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι περιάγετε τὴν θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ἕνα προσήλυτον, καὶ ὅταν γένηται, ποιεῖτε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διπλότερον ὑμῶν(:αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι περιέρχεστε τη θάλασσα και τη γη για να προσελκύσετε έστω και έναν μόνο προσήλυτο, και από ειδωλολάτρη να τον κάνετε Ιουδαίο. Κι όταν γίνει, τον κάνετε παιδί της κολάσεως άξιο να ριχτεί σε αυτήν πολύ περισσότερο από ό,τι εσείς)»[Ματθ.23,15]. Δηλαδή «δεν δείχνετε κανένα ενδιαφέρον πλέον για αυτόν αμέσως μετά τον προσηλυτισμό του, που επιτεύχθηκε μετά από τόσους κόπους, αν και βέβαια δείχνουμε μεγαλύτερη φροντίδα για όσα πρόσφατα έχουν αποκτηθεί, εσάς όμως ούτε αυτό σας κάνει περισσότερο επιεικείς».
Εδώ ο Κύριος για δύο πράγματα τους κατηγορεί. Πρώτον ότι είναι άχρηστοι ως προς σωτηρία των πολλών ανθρώπων, και ότι χρειάζονται πολύ ιδρώτα, ώστε να προσηλυτίσουν έστω και ένα. Δεύτερον επίσης, ότι δεν ενδιαφέρονται να διαφυλάξουν αυτόν που προσηλύτισαν, ή καλύτερα όχι μόνο είναι αδιάφοροι, αλλά και προδότες, διότι διαφθείρουν αυτόν εξαιτίας της πονηρής διαγωγής τους και τον κάνουν χειρότερο. Διότι όταν ο μαθητής δει τους διδασκάλους του να είναι τέτοιοι, γίνεται χειρότερος. Και δεν σταματά βέβαια στο μέγεθος της κακίας του διδασκάλου του, αλλά όταν μεν είναι ενάρετος, τον μιμείται, όταν όμως είναι φαύλος και τον ξεπερνά εξαιτίας της ευκολίας που υπάρχει προς το χειρότερο. Τον ονομάζει μάλιστα «υἱὸν γεέννης (:παιδί της κολάσεως)», δηλαδή καταστρέφεται κυριολεκτικά. Είπε μάλιστα «διπλότερον ὑμῶν (:κατά το διπλάσιο χειρότερο από εσάς)», ώστε και εκείνους να φοβίσει και αυτούς να ψέξει περισσότερο, διότι είναι διδάσκαλοι της πονηρίας. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και διότι φροντίζουν να εναποθέσουν στους μαθητές τους περισσότερη κακία, παρασύροντάς τους σε πολύ μεγαλύτερη φαυλότητα από αυτή που έχουν αυτοί, πράγμα που κατεξοχήν είναι δείγμα ψυχής διεφθαρμένης.
Ακολούθως τους χλευάζει και για ανοησία, διότι δίδασκαν να περιφρονούν τις μεγαλύτερες εντολές. Και όμως προηγουμένως έλεγε το αντίθετο, ότι «τους επιβάλλουν φορτία βαρέα και δυσβάστακτα». Αλλά και όλα αυτά τα έκαναν, και όλα γενικώς τα έπρατταν για να διαφθείρουν τους διδασκομένους τους, ζητώντας να τηρούν με ακρίβεια τα ασήμαντα και να περιφρονούν τα μεγάλα. Διότι λέγει «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον, καὶ ἀφήκατε τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν· ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι(:αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι δίνετε το ένα δέκατο και απ΄ το δυόσμο ακόμη και απ’ το άνηθο κι απ’ το κύμινο, και αφήσατε τα σπουδαιότερα του νόμου, δηλαδή τη δίκαιη κρίση και την ευσπλαχνία και την τιμιότητα που κάνει τον άνθρωπο αξιόπιστο· ενώ έπρεπε πρωτίστως τις τελευταίες αυτές αρετές να ασκείτε, χωρίς όμως να παραμελείτε κι εκείνα)»[Ματθ.23,23].
Εδώ λοιπόν πολύ εύλογα συνδέει αυτά με τα προηγούμενα, όπου γίνεται λόγος για το δέκατο της περιουσίας και για την ελεημοσύνη. Διότι τι βλάπτει το να δίδει κανείς ελεημοσύνη; Αλλά αυτό το έκαναν όχι για να τηρήσουν τους νόμους, διότι ούτε και αυτός λέγει αυτό το πράγμα. Για τον λόγο λοιπόν αυτόν λέγει μεν εδώ τις φράσεις: «ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι(:αυτά έπρεπε να κάνετε)», εκεί όμως που ομιλεί περί καθαρών και ακαθάρτων, δεν το κάνει ακόμα αυτό, αλλά κάνει διάκριση, και δείχνει ότι η εξωτερική καθαρότητα κατ΄ ανάγκη ακολουθεί την εσωτερική, ενώ το αντίθετο δεν συμβαίνει. Διότι όπου ομιλεί περί φιλανθρωπίας, παρατρέχει αυτήν με αδιαφορία, και για τον παραπάνω λόγο, και επειδή δεν είχε έρθει ακόμα καιρός να καταργήσει σαφώς και απερίφραστα τις διατάξεις του νόμου· όπου όμως εξετάζει τους σωματικούς καθαρμούς, με μεγαλύτερη σαφήνεια ανατρέπει τις διατάξεις.
Για τον λόγο αυτόν λοιπόν σχετικά μεν με την ελεημοσύνη λέγει «ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι(:έπρεπε πρωτίστως τις τελευταίες αυτές αρετές να ασκείτε, χωρίς όμως να παραμελείτε κι εκείνα)», σχετικά με τους καθαρισμούς όμως δε λέγει το ίδιο. Αλλά τι; «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι καθαρίζετε(:Αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι καθαρίζετε)» λέγει, «τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας(:την εξωτερική επιφάνεια του ποτηριού και της πιατέλας, μέσα όμως αυτά είναι γεμάτα από τροφές που προέρχονται από αρπαγή και αδικία) Φαρισαῖε τυφλέ, καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν(:Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισε πρώτα εκείνο που είναι μέσα στο ποτήρι και στην πιατέλα, φροντίζοντας να μην προέρχεται αυτό από αδικία και αρπαγή, για να γίνει και το απέξω του ποτηριού και της πιατέλας καθαρό. Διαφορετικά, όσο κι αν καθαρίζεις τα σκεύη αυτά, μένουν ακάθαρτα και μολυσμένα)»[Ματθ.23,25-26].Και έλαβε αυτό το παράδειγμα από την αδιάψευστη και φανερή πραγματικότητα, από το ποτήρι και το πιάτο.
Έπειτα αφού απέδειξε ότι καμία βλάβη δεν προέρχεται από το να περιφρονεί κανείς τους σωματικούς καθαρμούς, ενώ είναι μεγάλη η τιμωρία για εκείνους που δεν φροντίζουν για τον καθαρμό της ψυχής, πράγμα που συνιστά την αρετή, ονόμασε «κώνωπα» μεν αυτά, διότι είναι μικρά και ασήμαντα, «κάμηλον» δε εκείνα, διότι είναι αφόρητα. Για τον λόγο αυτόν και λέγει: «ὁδηγοὶ τυφλοί, οἱ διυλίζοντες τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνοντες!(:Οδηγοί τυφλοί, που στραγγίζετε από το κρασί το κουνούπι ως ακάθαρτο σύμφωνα με τον νόμο, καταπίνετε όμως την καμήλα, που κι αυτή σύμφωνα με τον νόμο είναι ακάθαρτη. Δίνετε ολόκληρη την προσοχή σας μόνο στα μικρά, τη στιγμή που ταυτόχρονα και χωρίς τύψη κάνετε μεγάλα και πολλά αμαρτήματα)»[Ματθ.23,24].
Καθόσον και εκείνα έχουν νομοθετηθεί για αυτά, για την αγάπη και την δικαιοσύνη, και επομένως ούτε και τότε ωφελούσαν εάν κάποιος απλά και μόνο τα έπραττε. Διότι, όταν θεσπίστηκαν τα μικρά για τα μεγάλα και στη συνέχεια μεν τα μεγάλα περιφρονούνταν, ενώ μόνο τα μικρά εκτελούνταν, δεν προέκυπτε τότε κανένα επιπλέον όφελος από τα μικρά. Διότι τα μεν μεγάλα δεν ακολουθούσαν τα μικρά, ενώ τα μικρά οπωσδήποτε ακολουθούσαν τα μεγάλα, αυτά όμως τα λέγει για να δείξει ότι και προηγουμένως, πριν από τον ερχομό της χάριτος, αυτά δεν ήταν τα κύρια, ούτε και τα πάρα πολύ αξιόλογα, αλλά ήταν απλώς αναγκαία. Εάν δε πριν από την χάρη ίσχυαν τα παραγγέλματα αυτά, πολύ περισσότερο αυτά κατέστησαν ανώφελα όταν δόθηκαν τα υψηλά παραγγέλματα, και δεν χρειάζονταν καθόλου να επιζητούνται και να τηρούνται.
Πάντοτε λοιπόν η κακία είναι φοβερό πράγμα, προπάντων όμως όταν κανείς δεν παραδέχεται ότι έχει ανάγκη από διόρθωση. Και το ακόμα φοβερότερο είναι, όταν πιστεύει ότι μπορεί και να διορθώνει. Θέλοντας αυτό να δηλώσει ο Χριστός, τους ονομάζει τυφλούς οδηγούς, διότι εάν το να πιστεύει ο τυφλός ότι δεν έχει ανάγκη οδηγού, είναι η πιο φοβερή συμφορά και αθλιότητα, το να θέλει όμως και ο ίδιος ο τυφλός να οδηγήσει άλλους, αναλογίσου σε πόσο μεγαλύτερο βάραθρο οδηγεί αυτούς.
Αυτά δεν τα λέγει υπαινισσόμενος με όλα αυτά την δοξομανία των Φαρισαίων και την πάρα πολύ μεγάλη λύσσα τους που πηγάζει από το πάθος τους αυτό· διότι αυτό έγινε σε αυτούς αίτιο όλων των κακών, το ότι τα έκαναν όλα για να επιδειχθούν. Αυτό τους απομάκρυνε και από την πίστη τους, και τους έκανε να παραμελούν την πραγματική αρετή, και τους έπειθε να ασχολούνται μόνο με σωματικούς καθαρμούς και να αδιαφορούν για την καθαριότητα της ψυχής τους.
Για τον λόγο αυτόν τούς οδηγεί στην πραγματική αρετή, τους υπενθυμίζει τα καθάρσια της ψυχής, την αγάπη δηλαδή, την δικαιοσύνη και την πίστη. Διότι αυτά συγκρατούν την ζωή μας, αυτά καθαρίζουν την ψυχή μας, η δικαιοσύνη, η φιλανθρωπία και η αλήθεια. Και η μεν δικαιοσύνη μάς οδηγεί στη συγνώμη και δεν επιτρέπει να είμαστε υπερβολικά σκληροί και να μην συγχωρούμε αυτούς που αμαρτάνουν (έτσι λοιπόν έχουμε διπλό κέρδος, και φιλάνθρωποι γινόμαστε, και εξαιτίας αυτού και εμείς οι ίδιοι λαμβάνουμε πολλή φιλανθρωπία εκ μέρους του Θεού των όλων), και μας εξασκεί στο να συμπονούμε τους αδικημένους και να τους βοηθάμε. Η φιλανθρωπία πάλι δεν μας αφήνει να είμαστε απατεώνες και ύπουλοι.
Αλλά ούτε όταν λέγει: «ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι(:ενώ έπρεπε πρωτίστως τις αρετές αυτές να ασκείτε χωρίς όμως να παραμελείτε κι εκείνα)», τα λέγει ως να εισάγει νομική παρατήρηση, μη γένοιτο, διότι αυτό το αποδείξαμε προηγουμένως. Ούτε όταν μίλησε περί του πιάτου και του ποτηριού, «καθάρισον πρῶτον τὸ ἐντὸς τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἵνα γένηται καὶ τὸ ἐκτὸς αὐτῶν καθαρόν(:καθάρισε πρώτα εκείνο που είναι μέσα στο ποτήρι και στην πιατέλα, φροντίζοντας να μην προέρχεται αυτό από αδικία και αρπαγή, για να γίνει και το απέξω του ποτηριού και της πιατέλας καθαρό)»[Ματθ.23,26], μας οδηγεί στην παλιά μικρολογία, αλλά αντιθέτως όλα τα κάνει για να αποδείξει ότι είναι περιττή.
Διότι δεν είπε «και το εξωτερικό καθαρίστε» αλλά το «εσωτερικό», και οπωσδήποτε εκείνο θα το ακολουθήσει αυτό. Εκτός αυτού άλλωστε δεν ομιλεί περί πιάτου και ποτηριού, αλλά αναπτύσσει την περί ψυχής και σώματος διδασκαλία, ονομάζει ‘’εξωτερικό’’ μεν το σώμα, ‘’εσωτερικό’’ δε την ψυχή. Εάν δεν πρέπει να φροντίζεις για την καθαριότητα του εσωτερικού μέρους του πιάτου, πολύ περισσότερο πρέπει να το κάνεις αυτό για τον ίδιο σου τον εαυτό. «Εσείς όμως», λέγει, «κάνετε το αντίθετο, φυλάσσετε δηλαδή τα μικρά και εξωτερικά, παραμελείτε τα μεγάλα και εσωτερικά, και έτσι γίνεται πολύ μεγάλη η βλάβη, διότι νομίζοντας ότι διορθώσατε το παν, περιφρονείτε τα υπόλοιπα, περιφρονώντας δε αυτά, δεν φροντίζετε ούτε καταβάλετε καμία προσπάθεια να τα πράξετε αυτά».
Στη συνέχεια πάλι ψέγει αυτούς για την κενοδοξία, τους αποκαλεί ως «τάφους ασβεστωμένους», και στο τέλος τους ονομάζει «υποκριτές», πράγμα που είναι αιτία όλων των κακών και αιτία απώλειας σε αυτούς[Ματθ.23,27-28: «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας(:αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι μοιάζετε με τάφους ασβεστωμένους, οι οποίοι απ’ έξω βέβαια φαίνονται ωραίοι και κατάλευκοι, από μέσα όμως είναι γεμάτοι από κόκκαλα νεκρών και από κάθε λογής ακαθαρσία)»]. Δεν τους ονομάζει απλώς τάφους ασβεστωμένους, αλλά είπε ότι είναι γεμάτοι υποκρισία και παρανομία.
Και αυτά φυσικά δεν τα λέγει μόνο ο Χριστός, αλλά και οι προφήτες συνεχώς για το ίδιο τους κατηγορούν, ότι δηλαδή αρπάζουν, ότι οι άρχοντες τους δεν δικάζουν σύμφωνα με τους νόμους του δικαίου και σε κάθε περίπτωση είναι δυνατόν να βρεις τις μεν θυσίας να περιφρονούνται, αυτά δε να επιδιώκονται. Ώστε τίποτε δεν είναι παράξενο, ούτε καινούργιο, ούτε η νομοθεσία, ούτε η κατηγορία, αλλά ούτε και αυτή η εικόνα του τάφου. Διότι μνημονεύει αυτή και ο προφήτης, ο οποίος δεν ονόμασε αυτούς απλά «τάφους», αλλά «τάφο ολάνοικτο τον λάρυγγά τους»[Ψαλμ.5,10: «ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν ἀλήθεια, ἡ καρδία αὐτῶν ματαία· τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὐτῶν ἐδολιοῦσαν(:διότι στο στόμα των εχθρών μου δεν υπάρχει ποτέ η αλήθεια. Η καρδιά τους σκέπτεται και επιθυμεί πάντοτε μάταια και επιβλαβή. Ο λάρυγγάς τους είναι τάφος ανοικτός, από τον οποίο εξέρχονται δυσωδίες· και με τις ψευδολόγους γλώσσες τους, εκχύνουν φαρμακερές δολιότητες)»].
 
 
Τέτοιοι είναι και σήμερα πολλοί άνθρωποι, που στηρίζονται μεν εξωτερικά, εσωτερικά όμως είναι γεμάτοι παρανομία. Καθόσον και τώρα για μεν τους εξωτερικούς καθαρισμούς υπάρχει πολλή διάθεση και καταβάλλεται μεγάλη φροντίδα, για την ψυχή όμως, τίποτε από αυτά. Αλλά αν κάποιος ήθελε να ανοίξει την συνείδηση του καθενός, θα βρει πολλούς σκώληκες και πύο και απερίγραπτη δυσωδία, εννοώ επιθυμίες παράλογες και πονηρές, που είναι πιο ακάθαρτες από τους σκώληκες.
 
 
«Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι οἰκοδομεῖτε τοὺς τάφους τῶν προφητῶν καὶ κοσμεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν δικαίων(:αλίμονό σας, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, διότι κτίζετε τους τάφους των προφητών και στολίζετε τα μνήματα των δικαίων) καὶ λέγετε· εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν πατέρων ἡμῶν, οὐκ ἂν ἦμεν κοινωνοὶ αὐτῶν ἐν τῷ αἵματι τῶν προφητῶν(:και λέτε: ‘’εάν ζούσαμε εμείς στις ημέρες των πατέρων μας, δεν θα γινόμασταν συνεργοί και συνένοχοί τους στο φόνο των προφητών’’)ὥστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοί ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας(:Άρα λοιπόν εσείς οι ίδιοι ομολογείτε για τον εαυτό σας ότι είστε απόγονοι εκείνων που σκότωσαν τους προφήτες και έχετε κακή κληρονομικότητα, από την οποία όμως δεν φροντίσατε να απαλλαγείτε) καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέτρον τῶν πατέρων ὑμῶν(:συμπληρώστε λοιπόν κι εσείς εκείνα που λείπουν ακόμη απ’ όσα άρχισαν να κάνουν οι πρόγονοί σας, ώστε να φθάσετε στο ακρότατο όριο της κακίας)».
 
 
Δεν λέει ο Χριστός το «αλίμονο» εναντίον τους, διότι χτίζουν τους τάφους, ούτε επειδή κατηγορούν τους προγόνους τους που φόνευσαν τους προφήτες, αλλά διότι και με τον τρόπο αυτό και με όλα όσα λέγουν, προσποιούμενοι ότι κατηγορούν τους πατέρες τους, πράττουν χειρότερα. Το ότι λοιπόν ήταν προσποιητή η κατηγορία ενάντια στους πατέρες τους το λέγει ο ευαγγελιστής Λουκάς με τις λέξεις «καὶ συνευδοκεῖτε(:και επιδοκιμάζετε)» και «κοσμεῖτε(:και διακοσμείτε)», διότι λέγει: «οὐαὶ ὑμῖν, ὅτι οἰκοδομεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν προφητῶν, οἱ δὲ πατέρες ὑμῶν ἀπέκτειναν αὐτούς. ἄρα μαρτυρεῖτε καὶ συνευδοκεῖτε τοῖς ἔργοις τῶν πατέρων ὑμῶν, ὅτι αὐτοὶ μὲν ἀπέκτειναν αὐτούς, ὑμεῖς δὲ οἰκοδομεῖτε αὐτῶν τὰ μνημεῖα(:Αλίμονό σας, διότι κτίζετε τα μνημεία των προφητών και φαίνεστε έτσι ότι το κάνετε αυτό από σεβασμό προς τους προφήτες. Έχετε όμως κι εσείς τις ίδιες διαθέσεις με τους προγόνους σας· διότι οι πατέρες σας και οι πρόγονοί σας όχι μόνο δεν έδειξαν κανένα σεβασμό σε αυτούς, αλλά και τους σκότωσαν. Άρα λοιπόν, αφού δεν αποκηρύττετε τους πατέρες σας και δεν συμμορφώνετε τη ζωή σας με τη διδασκαλία των προφητών, γίνεστε μάρτυρες κατηγορίας εναντίον των απεσταλμένων του Θεού και επιδοκιμάζετε και εγκρίνετε τα έργα των πατέρων σας. Διότι εκείνοι τους σκότωσαν, κι εσείς θάβετε τους σκοτωμένους και τους κτίζετε τα μνημεία, συμπληρώνοντας έτσι το έργο των πατέρων σας)»[Λουκά 11, 47-48].
 
 
Εδώ λοιπόν κατηγορεί την διάθεσή τους, με την οποία έχτιζαν, διότι δεν έχτιζαν αυτούς τους τάφους προς τιμήν των προφητών που σφαγιάστηκαν από τους πατέρες τους, αλλά με σκοπό να διαπομπεύσουν τις σφαγές, και φοβούμενοι μήπως με το πέρασμα του χρόνου εξαφανιστούν οι τάφοι, και μειωθεί ο έλεγχος και η ανάμνηση της τόσο μεγάλης τόλμης τους, έτσι έχτιζαν τους τάφους, χτίζοντας λαμπρές οικοδομές ως κάποιο τρόπαιο, και έτσι καυχιόντουσαν με τα τολμήματα εκείνων και επιδεικνύονταν. «Διότι αυτά που τολμάτε τώρα δείχνουν ότι και αυτά τα κάνατε με τον ίδιο σκοπό». «Διότι και αν ακόμα», λέγει ο Κύριος, «ισχυρίζεστε το αντίθετο, ότι τάχα τους κατηγορείτε, όπως ότι ‘’δεν θα συμμετείχαμε στα έργα εκείνων εάν ζούσαμε στις ημέρες εκείνες’’, αλλά όμως είναι ολοφάνερη η διάθεση με την οποία τα λέτε αυτά».
 
 
Γι΄ αυτό και αποκαλύπτει αυτήν με αινιγματικό μεν τρόπο, οπωσδήποτε όμως την λέγει. Διότι αφού είπε «ὥστε μαρτυρεῖτε ἑαυτοῖς ὅτι υἱοί ἐστε τῶν φονευσάντων τοὺς προφήτας(:άρα λοιπόν εσείς οι ίδιοι ομολογείτε για τον εαυτό σας ότι είστε απόγονοι εκείνων που σκότωσαν τους προφήτες και έχετε κακή κληρονομικότητα, από την οποία όμως δεν φροντίσατε να απαλλαγείτε)», πρόσθεσε:«καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέτρον τῶν πατέρων ὑμῶν(:συμπληρώστε λοιπόν και εσείς εκείνα που λείπουν ακόμη απ’ όσα άρχισαν να κάνουν οι πρόγονοί σας, ώστε να φτάσετε στο ακρότατο όριο της κακίας)»[Ματθ.23,32].
 
 
Και ποια κατηγορία υπάρχει για τον υιό ενός φονιά, εάν δεν συμμετέχει στην διάθεση του πατέρα του; Καμία. Επομένως είναι φανερό ότι για αυτό τους κατηγορεί, υπαινισσόμενος την συγγένειά τους με αυτούς ως προς την κακία. Και αυτό το φανερώνει και το εξής καθότι πρόσθεσε: «ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν!(:φίδια,παιδιά γεννημένα από οχιές, γεμάτα κακία και θανατηφόρο δηλητήριο, το οποίο κληρονομήσατε κι απ’ τους προγόνους σας)». Διότι «όπως τα φίδια μοιάζουν με τους γονείς τους ως προς την πικρότητα του δηλητηρίου τους, έτσι και εσείς μοιάζετε προς τους πατέρες σας ως προς την φονική διάθεση».
 
 
Στη συνέχεια επειδή εξετάζει την διάθεση που δεν είναι φανερή σε πολλούς, διατυπώνει τους λόγους Του από τα έργα τους που πρόκειται να τολμήσουν και που θα γίνουν γνωστά σε όλους. Διότι επειδή είπε «Ώστε εσείς οι ίδιοι επιβεβαιώνετε ότι είστε υιοί εκείνων που φόνευσαν τους προφήτες», δηλώνοντας ότι εννοεί και την συγγένειά τους ως προς την πονηριά και ότι ήταν πλασματικοί και υποκριτικοί οι λόγοι τους «εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν πατέρων ἡμῶν, οὐκ ἂν ἦμεν κοινωνοὶ αὐτῶν ἐν τῷ αἵματι τῶν προφητῶν», πρόσθεσε «καὶ ὑμεῖς πληρώσατε τὸ μέτρον τῶν πατέρων ὑμῶν», δεν προστάζει, αλλά προλέγει αυτό που θα γίνει, δηλαδή την σφαγή του εαυτού Του επάνω στον Σταυρό. Γι΄ αυτό λοιπόν, αφού συνέχισε τον έλεγχο και απέδειξε πως ήταν πρόφαση αυτά που έλεγαν δικαιολογώντας τους εαυτούς τους, όπως ότι «δεν θα συμμετέχουμε στα έργα αυτών» (διότι αυτοί που δεν απέχουν από τον φόνο του ίδιου του Κυρίου, πώς θα απέχουν από το φόνο των δούλων Του;) κάνει αυστηρότερο τον λόγο Του στη συνέχεια, τους ονομάζει «φίδια και γεννήματα εχιδνών» και συμπληρώνει: «πῶς φύγητε ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς γεέννης;(:πώς είναι δυνατόν να ξεφύγετε απ΄ την καταδίκη που θα σας ρίξει στην κόλαση;)».
 
 
Στη συνέχεια και με άλλο τρόπο τους ελέγχει, αυξάνοντας την κατηγορία Του και λέγει: «διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ὑμᾶς προφήτας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ σταυρώσετε, καὶ ἐξ αὐτῶν μαστιγώσετε ἐν ταῖς συναγωγαῖς ὑμῶν καὶ διώξετε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν(:γι’ αυτό, να, εγώ κάνω την τελευταία προσπάθεια να σας σώσω και σας αποστέλλω προφήτες και σοφούς και γραμματείς, τους αποστόλους μου δηλαδή και τους διαδόχους τους, που θα είναι φωτισμένοι και σοφισμένοι από το Άγιο Πνεύμα και τη διδασκαλία μου. Και άλλους απ’ αυτούς θα σκοτώσετε και θα σταυρώσετε˙ και άλλους θα μαστιγώσετε στις συναγωγές σας και θα τους διώξετε απ’ τη μία πόλη στην άλλη)»[Ματθ.23,34]. Για να μην λέγουν λοιπόν ότι «μολονότι σταυρώσαμε τον Κύριο, όμως δεν θα συμμετείχαμε και στο φόνο των δούλων Του, εάν ζούσαμε τότε, ιδού», λέγει, «και δούλους θα σας αποστείλω, προφήτες και αυτούς, και ούτε αυτούς θα λυπηθείτε».
 
 
Και αυτά τα λέει για να δείξει ότι δεν είναι καθόλου παράξενο το να σφαγεί από τους υιούς εκείνων που είναι φονικοί και ύπουλοι και έχουν πολύ δόλο και ξεπερνούν τους πατέρες τους σε αυτά τα τολμήματα. Εκτός λοιπόν και από αυτά που ειπώθηκαν, αποδεικνύει ότι είναι και πολύ κενόδοξοι. Καθόσον όταν λέγουν «Εάν ζούσαμε κατά τις ημέρες των πατέρων μας, δεν θα συμμετείχαμε στα έργα αυτών», τα λέγουν από κενοδοξία, δείχνοντας την ευσέβειά τους μόνο με λόγια, ενώ με τα έργα τους πράττουν τα αντίθετα.
 
 
«Φίδια και γεννήματα εχιδνών», δηλαδή, «πονηρά παιδιά πονηρών και πονηρότεροι από αυτούς που σας γέννησαν»· διότι τους αποδεικνύει ότι διαπράττουν μεγαλύτερα εγκλήματα και ότι επιχείρησαν τα ίδια με εκείνους, αλλά και πολύ χειρότερα από εκείνους και αυτά τα ελέγχουν με αυστηρότητα σαν να μην περιέπεσαν ποτέ στα ίδια. Διότι αυτοί προσθέτουν και στα εγκλήματά τους και το τελευταίο από όλα, το αποκορύφωμα των κακών: καθόσον εκείνοι μεν φόνευσαν τους δούλους που ήλθαν στον αμπελώνα, ενώ αυτοί φόνευσαν και τον ίδιο τον Υιό και αυτούς που τους προσκάλεσαν στο γάμο.
 
 
Αυτά επίσης τα λέγει, αποχωρίζοντας αυτούς από την συγγένεια του Αβραάμ και αποδεικνύει ότι δεν ωφελούνται σε τίποτε από την συγγένειά τους αυτή, εάν δεν μιμηθούν τα έργα εκείνου. Για τον λόγο αυτόν και προσθέτει: «πῶς φύγητε ἀπὸ τῆς κρίσεως τῆς γεέννης;(:πώς είναι δυνατόν να ξεφύγετε απ΄ την καταδίκη που θα σας ρίξει στην κόλαση;)».Εδώ επίσης τους υπενθυμίζει και την κατηγορία του Ιωάννη του Βαπτιστή εναντίον τους, καθόσον και εκείνος έτσι τους ονόμασε, καθώς επίσης τους υπενθύμισε και τη μέλλουσα κρίση.
 
 
Έπειτα, επειδή δεν τους φόβιζε καθόλου η μέλλουσα κρίση και η γέενα εξαιτίας του ότι δεν πίστευαν και δεν έδιναν σημασία στο πράγμα, τους συγκρατεί από γεγονότα του παρόντος και λέγει: «Διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω πρὸς ὑμᾶς προφήτας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενεῖτε καὶ σταυρώσετε, καὶ ἐξ αὐτῶν μαστιγώσετε ἐν ταῖς συναγωγαῖς ὑμῶν καὶ διώξετε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν(:γι’ αυτό, να, εγώ κάνω την τελευταία προσπάθεια να σας σώσω και σας αποστέλλω προφήτες και σοφούς και γραμματείς, τους αποστόλους μου δηλαδή και τους διαδόχους τους, που θα είναι φωτισμένοι και σοφισμένοι από το Άγιο Πνεύμα και τη διδασκαλία μου. Και άλλους απ’ αυτούς θα σκοτώσετε και θα σταυρώσετε˙ και άλλους θα μαστιγώσετε στις συναγωγές σας και θα τους διώξετε απ’ τη μία πόλη στην άλλη) ὅπως ἔλθῃ ἐφ᾿ ὑμᾶς πᾶν αἷμα δίκαιον ἐκχυνόμενον ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἄβελ τοῦ δικαίου ἕως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου, ὃν ἐφονεύσατε μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου(:για να πέσει επάνω σας η ευθύνη και η καταδίκη για κάθε δίκαιο αίμα που χύθηκε άδικα στη γη, από το αίμα του δικαίου Άβελ έως το αίμα του Ζαχαρία του γιου του Βαραχία, που τον σκοτώσατε ανάμεσα στον ναό και το θυσιαστήριο, κι έτσι γίνατε ένοχοι όχι μόνο του εγκλήματος του φόνου, αλλά και της ασεβούς βεβηλώσεως του ναού, τον οποίο βάψατε με αίμα ανθρώπου δικαίου)»[Ματθ.23,35].
 
 
Βλέπεις με πόσους τρόπους τους προφύλαξε; Είπε ότι «κατηγορείτε τους πατέρες σας με όσα λέγετε ότι δεν θα συμμετείχατε στα έργα τους», και αυτό δεν ήταν μικρό για να τους αποτρέψει. Είπε ότι «μολονότι κατηγορείτε εκείνους, εσείς όμως πράττετε χειρότερα»· και αυτό ήταν ικανό να τους κάνει να ντραπούν. Είπε ότι «δεν θα μείνουν αυτά ατιμώρητα», και με τους λόγους Του αυτούς εμβάλλει σε αυτούς φόβο απερίγραπτο, τους υπενθύμισε δηλαδή το πυρ της γεένης.
 
 
Στη συνέχεια επειδή εκείνη θα συνέβαινε στο μέλλον, τους παρουσίασε τα δεινά που θα συμβούν στην παρούσα ζωή, διότι λέει: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἥξει ταῦτα πάντα ἐπὶ τὴν γενεὰν ταύτην(:αλήθεια σας λέω ότι όλα αυτά τα δεινά θα πέσουν πάνω στη γενιά αυτή)». Πρόσθεσε επίσης υπερβολική σφοδρότητα στην τιμωρία, λέγοντας ότι θα πάθουν χειρότερα από όλους και όμως με κανένα από αυτά δεν έγιναν καλύτεροι.
 
 
Εάν πάλι ρωτούσε ίσως κάποιος: «και γιατί τέλος πάντων υποφέρουν χειρότερα από όλους;», θα μπορούσαμε να του απαντήσουμε ότι υποφέρουν περισσότερο από όλους επειδή διέπραξαν χειρότερα από όλους και δεν σωφρονίστηκαν με κανένα από όσα έγιναν. Ή δεν άκουσες τον Λάμεχ που λέγει «ὅτι ἑπτάκις ἐκδεδίκηται ἐκ Κάϊν, ἐκ δὲ Λάμεχ ἑβδομηκοντάκις ἑπτά(:εφτά φορές έχει τιμωρηθεί ο Κάιν για τον φόνο του αδελφού του, ενώ εγώ ο Λάμεχ εβδομήντα εφτά φορές)»[Γέν.4,24], δηλαδή «εγώ είμαι άξιος περισσότερων τιμωριών παρά ο Κάιν». Γιατί τέλος πάντων; Όχι βέβαια επειδή φόνευσε και αυτός τον αδελφό του, αλλά γιατί δεν σωφρονίστηκε με το παράδειγμα εκείνου και διέπραξε και αυτός φόνο κάποιου άλλου ανθρώπου.
 
 
Αυτό σημαίνουν τα λόγια του Θεού που λέγει στην άλλη περίπτωση: «ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεὸς ζηλωτής, ἀποδιδοὺς ἁμαρτίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, ἕως τρίτης καὶ τετάρτης γενεᾶς τοῖς μισοῦσί με(:Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, Θεός ζηλωτής, ο οποίος επιβάλλει τιμωρίες στα τέκνα εξαιτίας των αμαρτημάτων που διέπραξαν οι πατέρες τους, μέχρι την τρίτη και τέταρτη γενιά εκείνων που με μισούν)»[Έξ.20,5]. Δεν σημαίνει αυτό ότι τιμωρούνται άλλοι για τα εγκλήματα που έπραξαν άλλοι, αλλά ότι μολονότι υπάρχουν τόσα πολλά παραδείγματα άλλων που αμάρτησαν και τιμωρήθηκαν, παρά ταύτα δεν έγιναν καλύτεροι, αλλά διέπραξαν τα ίδια πλημμελήματα και ήταν δίκαιο να υποστούν τις ίδιες τιμωρίες με εκείνους.
 
 
Σκέψου επίσης και πως στην κατάλληλη στιγμή υπενθύμισε και τον Άβελ, δείχνοντας ότι και αυτός ο φόνος ήταν αποτέλεσμα φθόνου. «Τι θα μπορούσατε λοιπόν να πείτε; Μήπως δεν γνωρίζετε τι έπαθε ο Κάιν; Μήπως ο Θεός έδειξε αδιαφορία σε όσα συνέβησαν; Μήπως δεν επέβαλε την πιο τρομερή τιμωρία; Μήπως δεν ακούσατε όσα έπαθαν οι πατέρες σας, που φόνευσαν τους προφήτες; Δεν παρεδόθησαν σε άπειρες κολάσεις και τιμωρίες; Πώς λοιπόν δεν γίνατε καλύτεροι; Και γιατί αναφέρω τις τιμωρίες των πατέρων σας και όλα όσα έπαθαν; Εσύ ο ίδιος που καταδικάζεις τους πατέρες σου γιατί πράττεις χειρότερα; Καθόσον και εσείς οι ίδιοι εκφράσατε την γνώμη ότι ο Θεός «θα τιμωρήσει πολύ αυστηρά τους κακούς»[Ματθ.21,41: «λέγουσιν αὐτῷ· κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς(:Του απαντούν: ‘’Θα εξολοθρεύσει με τον χειρότερο θάνατο αυτούς που είναι τόσο κακοί’’)»]. Ποια λοιπόν συγχώρεση θα λάβετε, αφού διαπράττετε τέτοια έργα μετά από τέτοια γνώμη σας;»
 
 
Αλλά ποιος είναι αυτός ο Ζαχαρίας που αναφέρει εδώ ο Κύριος; Άλλοι μεν λένε ότι είναι ο πατέρας του Ιωάννη(δηλαδή του Προδρόμου), άλλοι πάλι ότι είναι ο προφήτης, και άλλοι ότι είναι κάποιος άλλος με το ίδιο όνομα ιερέας, τον οποίο η Γραφή ονομάζει και Ιωδάε. Εσύ όμως να σκέφτεσαι εκείνο, ότι ήταν διπλό το διαπραχθέν έγκλημα· διότι δεν φόνευαν μόνο αγίους, αλλά και σε άγιο τόπο. Και λέγοντας αυτό δεν φοβίζει μόνο εκείνους, αλλά παρηγορεί και τους μαθητές Του, δείχνοντας ότι και οι πριν από αυτούς δίκαιοι τα ίδια έπαθαν. Τους Φαρισαίους επίσης τους φοβίζει προλέγοντας, ότι, όπως ακριβώς και εκείνοι τιμωρήθηκαν, έτσι και αυτοί θα υποστούν τις πιο φοβερές τιμωρίες. Γι΄ αυτό ονομάζει τους μαθητές Του και προφήτες και σοφούς και γραμματείς και αφαιρεί από τους Φαρισαίους κάθε δικαιολογία. «Διότι», λέγει, «δεν μπορείτε να πείτε ότι ‘’μας απέστειλες ειδωλολάτρες ως διδασκάλους και γι΄ αυτό σκανδαλισθήκαμε’’, αλλά αυτό συνέβη επειδή ήταν φονιάδες και διψούσαν για αίμα, ακόμα και των ίδιων των Αποστόλων που ήταν Ιουδαίοι και όχι εθνικοί».
 
 
Και γι’ αυτό και προείπε ότι «γι’ αυτό θα αποστείλω προφήτες και γραμματείς». Για αυτό και όλοι οι προφήτες τούς κατηγορούν λέγοντας «αἵματα ἀφ᾿ αἵμασι μίσγουσι(:αναμιγνύουν συνεχώς αίματα με αίματα)»[Ωσ. 4,2] και ότι είναι άνδρες που τους αρέσουν τα αίματα. Γι΄ αυτό και ο Θεός διέταξε το αίμα να προσφέρεται σε Αυτόν, δείχνοντας ότι, εάν αυτό αξίζει να γίνεται για τα άλογα ζώα, πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο, πράγμα που λέγει και στον Νώε: «ὁ ἐκχέων αἷμα ἀνθρώπου, ἀντὶ τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκχυθήσεται, ὅτι ἐν εἰκόνι Θεοῦ ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον(:Εκείνος δηλαδή ο οποίος χύνει αίμα ανθρώπου, για τιμωρία του για το αίμα που χύθηκε από τον ίδιο, θα φονευτεί και θα χυθεί έτσι και το δικό του αίμα, διότι εγώ ο Θεός δημιούργησα κατ’ εικόνα δική μου τον άνθρωπο και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να του αφαιρέσει την ζωή)»[Γέν. 9,6] και άλλα παρόμοια άπειρα στον αριθμό είναι δυνατό να βρούμε, που παραγγέλλουν σε αυτούς να μην φονεύουν, και γι΄ αυτό και τους διέταξε ούτε και κρέας πνιγμένου ζώου να μην τρώνε.
 
 
Ω της φιλανθρωπίας του Θεού, διότι παρά το ότι προγνώριζε ότι δεν θα είχε κανένα κέρδος ο οποιοσδήποτε κακοπροαίρετος άνθρωπος από τις προσπάθειες του Θεού να βοηθήσει εγκαίρως και να τον σώσει, όμως έκανε ό,τι εξαρτιόταν από Αυτόν. Διότι, λέγει: «αποστέλλω τους προφήτες, τους σοφούς και τους διδασκάλους, αν και γνωρίζω ότι θα σφαγούν». Ώστε και αυτό γίνεται φανερό ότι ασυλλόγιστα έλεγαν: «Δεν θα συμμετάσχουμε στα έργα των πατέρων μας»· καθόσον και αυτοί φόνευσαν προφήτες στις συναγωγές και ούτε τον ιερό χώρο δεν σεβάστηκαν, ούτε το αξίωμα των προσώπων. Διότι δεν φόνευσαν τυχαίους ανθρώπους, αλλά προφήτες και σοφούς ώστε να μην μπορούν να κατηγορούν αυτούς. Και «προφήτες» ονομάζει τους αποστόλους και τους μετέπειτα μαθητές, καθόσον πολλοί από αυτούς προφήτευαν.
 
 
Έπειτα, επειδή ήθελε να αυξήσει τον φόβο τους, λέγει: «Αλήθεια σας λέγω όλα αυτά θα συμβούν στην γενεά αυτή», δηλαδή «θα τα ρίξω όλα στα κεφάλια σας και θα είναι πολύ μεγάλη η τιμωρία που θα επιβάλλω». Διότι αυτός που γνώρισε πολλούς που αμάρτησαν και δεν σωφρονίστηκαν, αλλά και ο ίδιος πάλι έπεσε στα ίδια αμαρτήματα, και όχι σε αυτά μόνο, αλλά σε πολύ φοβερότερα, δίκαιο θα ήταν να υποστεί πολύ πιο φοβερή τιμωρία. Διότι όπως εάν ήθελε θα είχε μεγάλα κέρδη, εάν θα γινόταν καλύτερος με τα παραδείγματα των άλλων, έτσι επειδή ο άνθρωπος αυτός έμεινε αδιόρθωτος, είναι υπεύθυνος μεγαλύτερης τιμωρίας, διότι αν και απήλαυσε περισσότερες νουθεσίες σε εκείνους που παλαιότερα αμάρτησαν και τιμωρήθηκαν, αυτός δεν ωφελήθηκε σε τίποτε.
 
 
Ακολούθως στρέφει τον λόγο στην πόλη, θέλοντας με αυτό να διδάξει τους ακροατές Του και λέγει «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ». Τι χρειάζεται η διπλή εκφώνηση; Αυτός είναι ο τρόπος έκφρασης Αυτού που ελεεί και ταλανίζει την πόλη και αγαπά υπερβολικά αυτήν. διότι σαν ακριβώς μια ερωμένη, που αγαπήθηκε μεν σε μεγάλο βαθμό από τον εραστή της, αλλά όμως καταφρόνησε αυτόν και γι’ αυτό πρόκειται να τιμωρηθεί, απολογείται πλέον διότι πρόκειται να την τιμωρήσει, πράγμα που το κάνει και δια των προφητών λέγοντας: «καὶ εἶπα μετὰ τὸ πορνεῦσαι αὐτὴν ταῦτα πάντα· πρός με ἀνάστρεψον, καὶ οὐκ ἀνέστρεψε(:παρ’ όλα αυτά Εγώ, έπειτα από την ειδωλολατρία τους και την εκτροπή τους στην πορνεία, είπα προς αυτούς: ‘’Επιστρέψτε εν μετανοία προς Εμένα’’· και δεν επέστρεψαν)»[Ιερ.3,7].
 
 
Έπειτα αφού ανέφερε το όνομα της πόλης, ανέφερε και τους μιαρούς φόνους που οι κάτοικοί της είχαν διαπράξει: «Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν! ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε(:Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, δυστυχισμένη και ταλαίπωρη πόλη, εσύ που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς εκείνους που σου απέστειλε ο Θεός! Πόσες φορές θέλησα να μαζέψω τα παιδιά σου με μια στοργή σαν εκείνη που έχει η όρνιθα όταν περιμαζεύει τα πουλιά της κάτω από τα φτερά της˙ και δεν θελήσατε)»[Ματθ.23,37] και με τον τρόπο αυτό απολογείται για τους δικούς Του, ότι δηλαδή «ούτε με αυτές τις ενέργειες σου με έκανες να φύγω από κοντά σου, ούτε στερήθηκες την πολλή εύνοια μου προς εσένα, αλλά θέλησα και έτσι, και όχι μια και δύο, αλλά πολλές φορές, να σε οδηγήσω κοντά μου». Διότι λέγει «Πόσες φόρες θέλησα να συγκεντρώσω τα παιδιά σου, όπως ακριβώς η όρνιθα τα πουλάκια της και δεν το θελήσατε;». Και αυτό το λέγει για να δείξει ότι πάντοτε απομάκρυναν τους εαυτούς τους από κοντά Του με τα αμαρτήματά τους. Και την φιλοστοργία Του με την εικόνα αυτή τη δείχνει, καθόσον αυτό το πτηνό δείχνει πολλή στοργή προς τα παιδιά του. Και παντού και στους προφήτες συναντάται αυτή η εικόνα των πτερύγων, και στην ωδή του Μωυσή και στους Ψαλμούς, η οποία εικόνα δείχνει την μεγάλη προστασία και πρόνοια του Θεού.
 
 
Αλλά, λέγει, «δεν θελήσατε». «Ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος(:ιδού, εγκαταλείπεται η πόλη σας και ο ναός σας έρημος και απροστάτευτος από τον Θεό. Αυτή θα είναι η τιμωρία σας και η καταστροφή σας)», γυμνή από την βοήθειά Μου. Άρα, Αυτός ήταν που βάδιζε μπροστά από αυτούς και τους συγκρατούσε και τους προστάτευε, άρα Αυτός είναι που τιμωρεί αυτούς πάντοτε.
 
 
Και προβάλλει τιμωρία την οποία πάντοτε φοβούνται υπερβολικά, διότι αυτή η τιμωρία φανερώνει ολόκληρη την ανατροπή της όλης ζωής τους. «Λέγω γὰρ ὑμῖν, οὐ μή με ἴδητε ἀπ᾿ ἄρτι ἕως ἂν εἴπητε, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου(:διότι σας λέω ότι δεν θα με δείτε πια από τώρα, μέχρι να συνέλθετε και να πιστέψετε. Και τότε, αφού συγκαταριθμείτε στα μέλη της Εκκλησίας μου, θα πείτε για μένα: ‘’Ευλογημένος είναι Αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, ως αντιπρόσωπός Του και απεσταλμένος Του’’)»[Ματθ.23,39]. Και αυτός είναι λόγος εραστή που τους αγαπά υπερβολικά, και τους αποσπά σε υπερβολικό βαθμό και από τις μελλοντικές τιμωρίες, και δεν τους κάνει να νιώσουν ντροπή μόνο για όσα συνέβησαν στο παρελθόν, αλλά και για όσα πρόκειται να βιώσουν στο μέλλον, διότι εδώ εννοεί την μέλλουσα ημέρα της δευτέρας παρουσίας Του.
 
 
Τι λοιπόν; Δεν Τον είδατε Αυτόν από τότε; Αλλά λέγων «ἀπ᾿ ἄρτι», δεν εννοεί την ώρα εκείνη, αλλά την ώρα που μεσολάβησε μέχρι τον σταυρικό θάνατο Του. Διότι επειδή αυτοί πάντοτε την κατηγορία αυτή προέβαλαν, το ότι είναι κάποιος αντίθετος και εχθρός του Θεού, και τώρα από αυτό τους προτρέπει να Τον αγαπούν, από το ότι είναι σύμφωνος με τον Πατέρα, και δείχνει ότι Αυτός ομιλεί δια των προφητών. Γι΄ αυτό χρησιμοποιεί τα ίδια λόγια που χρησιμοποιεί και ο προφήτης[Ψαλμ.117,26: «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»]. Με αυτά τα λόγια δε υπαινίχθηκε και την Ανάσταση και την Δευτέρα παρουσία και δήλωσε σε πάρα πολλούς άπιστους ότι τότε οπωσδήποτε θα Τον προσκυνήσουν.
 
 
Και πώς το δήλωσε αυτό; Με το ότι προείπε πολλά που θα συμβούν: ότι δηλαδή θα αποστείλει προφήτες, ότι θα τους φονεύσουν, και ότι θα τους φονεύσουν μέσα στις συναγωγές, ότι θα πάθουν τα πιο φοβερά πράγματα, ότι θα ερημωθεί ο οίκος τους, ότι θα υποστούν τα χειρότερα από όλους και τέτοια που ουδέποτε έπαθαν. Όλα αυτά λοιπόν ήταν ικανά να αποδείξουν και στους πάρα πολύ ανόητους και φιλόνικους και εκείνα που θα συμβούν κατά την δευτέρα παρουσία Του.
 
 
Θα τους ρωτήσουμε λοιπόν: Απέστειλε προφήτες και σοφούς; Τους φόνευσαν μέσα στις συναγωγές. Ερημώθηκε ο οίκος τους; Συνέβησαν όλες εκείνες οι τιμωρίες κατά την γενεά εκείνη; Είναι φανερό ότι συνέβησαν και ότι κανείς δεν θα φέρει αντίρρηση[:το 70μ.Χ. η Ιερουσαλήμ καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Ρωμαίους]. Όπως λοιπόν συνέβησαν όλα αυτά, έτσι θα συμβούν και εκείνα και οπωσδήποτε θα υποκύψουν τότε και αυτοί. Αλλά όμως από την υποταγή τους αυτή δεν θα έχουν κανένα όφελος προς απολογία, όπως ακριβώς βέβαια δεν θα υπάρξει όφελος ούτε για αυτούς που θα μετανοούν τότε για την ζωή τους.
 
 
Για τον λόγο αυτόν, όσο είναι καιρός, ας πράττουμε καλά έργα. Διότι όπως ακριβώς εκείνοι δεν ωφελούνται σε τίποτα πλέον από το να Τον γνωρίσουν τότε, έτσι ούτε και εμείς οι ίδιοι, εάν μετανοήσουμε τότε, δηλαδή μετά τον θάνατό μας, για την πονηριά μας. Διότι ούτε στον κυβερνήτη του πλοίου δεν μένει τίποτα πλέον, όταν η θάλασσα καταβυθίσει το πλοίο του εξαιτίας της οκνηρίας του, ούτε στον γιατρό, όταν πεθάνει ο ασθενής, αλλά καθένας από αυτούς θα πρέπει πριν από το τέλος να σκέφτεται τα πάντα και να ενεργεί καταλλήλως, ώστε να μην περιπέσει σε κανένα κίνδυνο και σε καμία ντροπή· μετά την καταστροφή όλα αυτά θα είναι ανώφελα.
 
 
Και εμείς λοιπόν, όσο χρόνο είμαστε ασθενείς, τότε και γιατρούς προσκαλούμε και χρήματα ξοδεύουμε και φροντίδα διαρκή καταβάλλουμε, ώστε αφού θεραπευτούμε από την ασθένειά μας να φύγουμε υγιείς από εδώ. Και όση φροντίδα καταβάλλουμε για τους δούλους μας, όταν αρρωσταίνουν τα σώματά τους, τόση φροντίδα ας δείξουμε και για τους ίδιους τους εαυτούς μας, όταν ασθενεί η ψυχή μας. Και μολονότι βέβαια εμείς βρισκόμαστε πλησιέστερα στους εαυτούς μας, πάρα από τους υπηρέτες μας, και οι ψυχές μας είναι αναγκαιότερες από τα σώματα εκείνων, αλλά ευχάριστο θα είναι να δείξουμε έστω και ίση τουλάχιστον φροντίδα. Διότι αν δεν κάνουμε τώρα αυτό, όταν φύγουμε πλέον από αυτή την ζωή, δεν είναι δυνατόν να βρούμε κανένα λόγο για να δικαιολογηθούμε.
 
 
«Και ποιος είναι τόσο άθλιος», θα πει κάποιος, «ώστε να μην δείχνει ούτε τόση τουλάχιστον φροντίδα;». Πράγματι αυτό είναι το αξιοθαύμαστο, ότι δείχνουμε τόση περιφρόνηση στον εαυτό μας, ώστε να περιφρονούμε τους εαυτούς μας περισσότερο και από τους υπηρέτες μας. Διότι όταν οι υπηρέτες μας πάσχουν από πυρετό, και γιατρούς καλούμε και το σπίτι κλείνουμε και και είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε στους νόμους της ιατρικής τέχνης, και όταν εκείνοι δεν φροντίζουν και γινόμαστε αυστηροί προς αυτούς και τοποθετούμε κοντά τους φύλακες, που δεν τους επιτρέπουν να κάνουν αυτό που θέλουν αυτοί. Και αν πουν αυτοί που τους φροντίζουν, ότι χρειάζεται να κατασκευασθούν φάρμακα μεγάλης αξίας, το κάνουμε και οποιαδήποτε εντολή δώσουν, την εκτελούμε και πληρώνουμε σε αυτούς μισθούς για τις εντολές τους αυτές. Όταν όμως ασθενούμε εμείς, μάλλον δε δεν υπάρχει στιγμή που να μην είμαστε ασθενείς, ούτε γιατρό φέρνουμε, ούτε χρήματα ξοδεύουμε, αλλά σαν να είναι άρρωστος κάποιος δήμιος και εχθρός και αντίπαλος μας, τέτοια αδιαφορία δείχνουμε για την ψυχή μας. Και αυτά τα λέγω όχι για να κατηγορήσω την φροντίδα που καταβάλλεται για την θεραπεία των υπηρετών, αλλά για να ζητήσω να δείξετε έστω και τόση φροντίδα και για την ψυχή σας.
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
 
 
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
 
 
ΠΗΓΕΣ:
 
 
 
 
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΟΒ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 484-553.
 
 
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 68, σελ. 142-181.
 
 
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
 
 
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
 
 
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
 
 
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
 
 
 
 
 
 
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
 
 
ε)Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γιά τήν παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ
 
[Υπομνηματισμός των εδαφίων: Ματθ.25,1-13]
 
 
«Τότε ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου(:Τότε, όταν δηλαδή έλθει ο Μεσσίας κατά τη δευτέρα Του παρουσία, η έλευση αυτής της ουράνιας βασιλείας Του και όσα θα συμβούν τότε, θα μοιάζουν με ό,τι έγινε σε δέκα παρθένες. Αυτές λοιπόν, αφού πήραν τα λυχνάρια τους, βγήκαν να υποδεχτούν τον γαμπρό, που θα ερχόταν τη νύχτα να παραλάβει τη νύφη)».πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι καὶ αἱ πέντε μωραί(:πέντε όμως απ’ αυτές ήταν φρόνιμες και μυαλωμένες, ενώ οι πέντε άλλες ήταν ασυλλόγιστες και ανόητες),αἵτινες μωραὶ λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν οὐκ ἔλαβον μεθ᾿ ἑαυτῶν ἔλαιον(:και οι ανόητες αυτές, όταν πήραν τα λυχνάρια τους, δεν πήραν μαζί τους και λάδι)·αἱ δὲ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν(:οι φρόνιμες όμως μαζί με τα αναμμένα λυχνάρια τους πήραν και λάδι στα ειδικά δοχεία τους)». Χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον(:επειδή όμως αργούσε τη νύχτα να έλθει ο γαμπρός, νύσταξαν όλες και κοιμούνταν)»[Ματθ.25,1-5].
Οι παραβολές αυτές μοιάζουν με την προηγούμενη, την παραβολή του έμπιστου δούλου και του αχάριστου, ο οποίος κατέφαγε την περιουσία του δεσπότη. Διότι τέσσερεις είναι όλες οι παραβολές, που μας προτρέπουν για τα ίδια πράγματα με τρόπο διαφορετικό. εννοώ δηλαδή τη φροντίδα της ελεημοσύνης και της ωφέλειας του πλησίον με κάθε πρόσφορο μέσο και τρόπο που μπορούμε να μετέλθουμε, διότι δεν είναι δυνατό να σωθούμε με άλλο τρόπο.
Στην παραβολή των ταλάντων ομιλεί γενικότερα για κάθε ωφέλεια που πρέπει να επιδιώκουμε προς τον πλησίον. Στην παραβολή όμως των παρθένων μιλάει ειδικά για την ελεημοσύνη, η οποία γίνεται με χρήματα, και μάλιστα με περισσότερη έμφαση από ό,τι η προηγούμενη παραβολή του πιστού και του κακού και αχάριστου δούλου. Διότι σε εκείνη μεν τιμωρεί εκείνον που κτυπά και μεθά και σκορπίζει και σπαταλά την περιουσία του δεσπότη του, ενώ εδώ τιμωρεί και εκείνον ο οποίος δεν ωφελεί, ούτε δίνει με αφθονία στους φτωχούς όσα έχει· διότι οι ασύνετες παρθένες είχαν λάδι, αλλά όχι άφθονο και γι΄ αυτό τιμωρούνται.
Για ποιο λόγο όμως παρουσιάζει την παραβολή αυτή υπό το πρόσωπο των παρθένων και δεν υπονοείται απλώς οποιοδήποτε πρόσωπο; Είχε εξάρει πολύ την παρθενία όταν είπε «εἰσὶ γὰρ εὐνοῦχοι οἵτινες ἐκ κοιλίας μητρὸς ἐγεννήθησαν οὕτω. καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω(:λέω ότι μόνον εκείνοι εγκολπώνονται τον λόγο όσοι έλαβαν την αγαμία ως χάρισμα, διότι υπάρχουν ευνούχοι που γεννήθηκαν έτσι από την κοιλιά της μητέρας τους, και συνεπώς είναι από τη φύση τους ανίκανοι να έλθουν σε γάμο˙ και υπάρχουν ευνούχοι που ευνουχίστηκαν απ΄ τους ανθρώπους και έγιναν απ’ τους ανθρώπους ανίκανοι για γάμο˙ και είναι άλλοι ευνούχοι, που με τον σωφρονισμένο λογισμό επιβλήθηκαν στον εαυτό τους και ευνούχισαν τον εαυτό τους με αυτοπροαίρετη αποχή απ’ τον γάμο και αυστηρή εγκράτεια. Αυτοί παραμένουν άγαμοι και παρθένοι, για να εργασθούν χωρίς κανένα περισπασμό για τη βασιλεία των ουρανών και για να την κερδίσουν ευκολότερα. Όποιος μπορεί να νιώσει και να βάλει σε εφαρμογή τον λόγο αυτό, ας τον νιώσει και ας τον εφαρμόσει)»[Ματθ. 19,12].
Γνώριζε εξάλλου και πολλούς από τους ανθρώπους οι οποίοι είχαν μεγάλη ιδέα γι’αυτήν. Και είναι εκ φύσεως το πράγμα σπουδαίο και αποδεικνύεται και εκ του ότι ούτε στην Παλαιά Διαθήκη επιβλήθηκε ως νόμος υποχρεωτικός. Διότι δεν το διέταξε, αλλά το άφησε στην προαίρεση των ακροατών Του. Γι΄ αυτό και ο Παύλος λέει «Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐχ ἔχω, γνώμην δὲ δίδωμι ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι(:όσο τώρα για τα ανύπαντρα κορίτσια δεν έχω εντολή ρητή του Κυρίου· δίνω όμως γνώμη ως άνθρωπος που έχω ελεηθεί από τον Κύριο, προκειμένου να είμαι δάσκαλός σας και σύμβουλος άξιος της εμπιστοσύνης σας)»[Α΄Κορ. 7,25]. «Επαινώ βεβαίως εκείνον που την κατορθώνει την παρθενία, αλλά δεν εξαναγκάζω εκείνον που δεν θέλει, ούτε κάνω τούτο το πράγμα διαταγή».
Επειδή λοιπόν και το πράγμα αυτό ήταν σπουδαίο, αλλά και θαυμαζόταν πολύ από τους περισσότερους, για να μην επαναπαύεται όποιος το κατορθώνει αυτό, με την εντύπωση ότι έχει κατορθώσει το παν και παραμελεί τα υπόλοιπα, αναφέρει αυτή την παραβολή, η οποία είναι αρκετή να πείσει ότι η παρθενία, και αν ακόμα έχει όλα τα άλλα, αν δεν κοσμείται με τα καλά έργα της ελεημοσύνης, απορρίπτεται μαζί με τους πόρνους, και τοποθετεί τον απάνθρωπο και ανελεήμονα μαζί με αυτούς.
Και πολύ ορθώς διότι ο μεν πόρνος νικήθηκε από τον έρωτα των σωμάτων, ο δε παρθένος από τον έρωτα των χρημάτων. Και δεν είναι ίσος ο έρωτας του σώματος και ο έρωτας των χρημάτων, αλλά ο έρωτας των σωμάτων είναι ισχυρότερος και κατά πολύ τυραννικότερος. Όσο λοιπόν πιο αδύνατος είναι ο ανταγωνιστής, τόσο πιο ασυγχώρητοι είναι εκείνοι που νικήθηκαν. Γι΄ αυτό και τις αποκαλεί «μωρές», δηλαδή ασύνετες τις παρθένες εκείνες που δεν είχαν προνοήσει από την επίγεια ζωή τους να κάνουν ενάρετες πράξεις φιλανθρωπίας, διότι ενώ άντεξαν στο μεγαλύτερο πόνο, πρόδωσαν τα πάντα εξαιτίας του μικρότερου, της αποστέρησης δηλαδή των χρημάτων τους για να τα δώσουν στους φτωχούς και ανήμπορους που έβλεπαν δίπλα τους όσο ζούσαν. Και «λαμπάδες(:λυχνάρια)» εδώ ονομάζει το χάρισμα της παρθενίας, την καθαρότητα της αγιοσύνης, και «λάδι» την φιλανθρωπία, την ελεημοσύνη, την βοήθεια προς τους φτωχούς.
«Χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον(:επειδή όμως αργούσε τη νύχτα να έλθει ο γαμπρός, νύσταξαν όλες και κοιμούνταν)».Με αυτά τα λόγια δείχνει πάλι ότι δεν θα είναι μικρό το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί, για να αποτρέψει τους μαθητές από το να αναμένουν να φανεί η βασιλεία Του αμέσως· διότι αυτό έλπιζαν. Για τον λόγο αυτόν και συνεχώς τους συγκρατεί και τους απομακρύνει από αυτήν την ελπίδα. Μετά επίσης από αυτό, φανερώνει και τούτο, ότι ο θάνατος είναι ύπνος· διότι λέγει ότι «ἐκάθευδον(:κοιμούνταν)».
«Μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέγονεν· ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ(:κατά τα μεσάνυχτα όμως ακούστηκε φωνή μεγάλη: ‘’Ιδού, ο γαμπρός έρχεται˙ βγείτε να τον προϋπαντήσετε’’)»[Ματθ.23,6].Εδώ ή παρέμεινε στην παραβολή, ή πάλι θέλει να δείξει ότι η ανάσταση θα γίνει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Την κραυγή μάλιστα την αναφέρει και ο Παύλος, όταν λέγει: «αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ(:ο ίδιος ο Κύριος με πρόσταγμα, με φωνή αρχαγγέλου και με σάλπιγγα Θεού θα κατεβεί από τον ουρανό)»[Α΄ Θεσ. 4,16]. Και τι χρειάζονται οι σάλπιγγες; Τι λέει η κραυγή; «ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ(:Ιδού, ο γαμπρός έρχεται˙ βγείτε να τον προϋπαντήσετε’’).Τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι καὶ ἐκόσμησαν τὰς λαμπάδας αὐτῶν(:Τότε σηκώθηκαν όλες οι παρθένες εκείνες και ετοίμασαν και τακτοποίησαν τα λυχνάρια τους)».
«Αἱ δὲ μωραὶ ταῖς φρονίμοις εἶπον· δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται(:οι ανόητες όμως είπαν στις φρόνιμες: ‘’Δώστε μας από το λάδι σας, διότι τα λυχνάρια μας σβήνουν’’). Πάλι τις αποκαλεί «μωράς(:ανόητες)», για να δείξει ότι τίποτε δεν είναι περισσότερο ανόητο από εκείνους οι οποίοι αποκτούν περιουσίες εδώ, θησαυρίζουν εδώ και φεύγουν γυμνοί στην άλλη ζωή, όπου κατεξοχήν μας χρειάζεται φιλανθρωπία και πολύ λάδι ευσπλαχνίας που να είχαμε δείξει στους συνανθρώπους μας όσο βρισκόμασταν στην επίγεια ζωή μας. Και δεν είναι μόνο για αυτό ανόητες αλλά και για το ότι περίμεναν ότι θα λάβουν λάδι από εκεί, και ότι δεν το ζήτησαν στον καιρό που έπρεπε. Αν και τίποτε δεν ήταν περισσότερο φιλάνθρωπο από εκείνες τις συνετές παρθένους, οι οποίες γι’ αυτό ακριβώς διακρίθηκαν.
Και δεν ζητούν όλο το λάδι, διότι λένε: «δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν(:Δώστε μας μέρος από το λάδι σας)», για να φανερώσει τη μεγάλη τους ανάγκη: «ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται(:διότι τα λυχνάριά μας σβήνουν)», λένε. Αλλά και έτσι απέτυχαν. Και ούτε η φιλανθρωπία εκείνων από τις οποίες ζήτησαν, ούτε το ότι ήταν εύκολη η ικανοποίηση των αιτημάτων τους, ούτε η άμεση ανάγκη και η χρησιμότητα αυτού του οποίου ζητούσαν συνετέλεσαν στο να πετύχουν ώστε να ικανοποιηθεί το αίτημά τους αυτό.
Τι διδασκόμαστε λοιπόν από αυτό; Ότι εκεί κανείς από εμάς οι οποίοι προδοθήκαμε από τα έργα μας, δεν θα μπορέσουμε να σταθούμε με παρρησία ενώπιον του Θεού. Όχι διότι δεν θέλει, αλλά επειδή δεν μπορεί. Διότι και οι συνετές παρθένοι επικαλούνται την αδυναμία ικανοποίησης του αιτήματος των ανοήτων. Την αδυναμία αυτή επικαλέστηκε και ο μακάριος Αβραάμ όταν είπε ότι «ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν(:κι εκτός απ’ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσα σε μας και σε σας μεγάλο χάσμα, ώστε πολλοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, αλλά ούτε κι όσοι είναι από εκεί να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας)»[Λουκά 16,26].
«μήποτε οὐκ ἀρκέσει ἡμῖν καὶ ὑμῖν· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς(:αλλά οι φρόνιμες αποκρίθηκαν: ‘’Δεν μπορούμε να σας δώσουμε, διότι υπάρχει φόβος να μη φθάσει το λάδι και για μας και για σας. Πηγαίνετε καλύτερα σε εκείνους που πουλούν και αγοράστε για τα λυχνάρια σας’’)». Και ποιοι είναι αυτοί οι οποίοι πωλούν; Οι φτωχοί. Και πού βρίσκονται αυτοί; Εδώ. Έπρεπε λοιπόν να ζητήσουν το λάδι αυτό τότε, κατά την επίγεια ζωή τους, όχι την ώρα εκείνη.
Βλέπεις πόσο μεγάλη πρέπει να είναι η φροντίδα μας για τους φτωχούς; Και αν καταργήσεις αυτούς και καθόλου δεν τους δίνεις σημασία για να τους βοηθήσεις όσο ζεις, κατάργησες τη μεγαλύτερη ελπίδα της σωτηρίας σου. Γι’ αυτό πρέπει να αποθηκεύουμε «λάδι» έργων φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, για να μας φανεί χρήσιμο όταν μας καλέσει η ώρα. Διότι ο καιρός της συλλογής δεν είναι εκείνος, αλλά αυτός εδώ. Μην καταναλώνεις λοιπόν άδικα αυτά που έχεις εδώ σε απολαύσεις και ματαιοδοξίες· διότι τότε θα έχεις μεγάλη ανάγκη από πολύ από αυτό το «λάδι».
Όταν άκουσαν αυτά οι ανόητες παρθένοι αναχώρησαν, αλλά τίποτα δεν αγόρασαν. Και το λέγει αυτό ο Κύριος ή για να συνεχίσει την παραβολή και να την ολοκληρώσει, ή για να δείξει με αυτά, ότι ακόμα και αν γίνουμε φιλάνθρωποι μετά τον θάνατό μας, δεν θα κερδίσουμε τίποτα από αυτό ώστε να διαφύγουμε. Άρα ούτε σε αυτές υπήρξε αρκετή η προθυμία, διότι δεν πήγαν εδώ, στην επίγεια ζωή, προς εκείνους οι οποίοι πουλούσαν, αλλά εκεί, στην ουράνια μετά από τον θάνατό τους, ούτε στον πλούσιο, όταν έγινε τόσο φιλάνθρωπος μετά τον θάνατό του, ώστε να φροντίζει και για τους οικείους του να μην πάθουν τα ίδια με την ασπλαχνία που επίσης επιδείκνυαν απέναντι στους φτωχούς.
Διότι εκείνος που περιφρονούσε εκείνον που βρισκόταν πάμφτωχος και εξαθλιωμένος μπροστά στην πύλη του σπιτιού του, βιάζεται να γλυτώσει από τους κινδύνους και την γέενα του πυρός, αυτούς, που ούτε καν βλέπει πλέον, και παρακαλεί να σταλούν μερικοί για να τους γνωστοποιήσουν αυτά[ βλ. Λουκά 16,27-28: «εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου(:είπε πάλι ο πλούσιος: ‘’Αφού κάθε άνθρωπος που έμεινε αμετανόητος στην επίγεια ζωή του, μετά τον θάνατό του δεν έχει πλέον καμία ελπίδα, σε παρακαλώ λοιπόν, πάτερ Αβραάμ, στείλε τον Λάζαρο στο σπίτι του πατέρα μου, διότι έχω πέντε αδελφούς. Στείλε τον να τους βεβαιώσει ως αυτόπτης μάρτυρας για όσα συμβαίνουν εδώ, για να μην έλθουν κι αυτοί στον τόπο αυτόν της τιμωρίας και των βασάνων που βρίσκομαι εγώ)»].
Αλλά όμως τίποτε και αυτός δεν κέρδισε με αυτό το αίτημά του, όπως άλλωστε ούτε και εκείνες οι «μωρές» παρθένες. Διότι μόλις αναχώρησαν όταν άκουσαν αυτά, ήρθε ο νυμφίος· και οι μεν έτοιμες παρθένες εισήλθαν μαζί Του, ενώ αυτές αποκλείστηκαν: «ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι ἦλθεν ὁ νυμφίος καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ᾿ αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα(:όταν όμως αυτές πήγαιναν να αγοράσουν, ήλθε ο γαμπρός. Και έτσι οι συνετές παρθένες μπήκαν μαζί του στην αίθουσα του γάμου κι έκλεισε η θύρα).ὕστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι· κύριε κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν(:ύστερα όμως φθάνουν και οι υπόλοιπες παρθένες και άρχισαν να λένε: ‘’Κύριε, κύριε, άνοιξέ μας’’).ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς(:Αυτός όμως τους αποκρίθηκε: ‘’Αληθινά σας λέω, δεν σας γνωρίζω’’)».
Μετά από τόσους κόπους, μετά από άπειρους ιδρώτες και μετά από την ανυπόφορη εκείνη προσπάθεια και τα τρόπαια, τα οποία ύψωσαν εναντίον της μανιασμένης φύσεως τους, καταντροπιασμένες και με σβησμένες τις λαμπάδες, αναχώρησαν με σκυμμένο το κεφάλι. Διότι δεν υπάρχει τίποτε πιο σκοτεινό από την παρθενία που δεν συνοδεύεται από ελεημοσύνη. Έτσι και οι περισσότεροι συνηθίζουν να ονομάζουν τους άσπλαχνους και ανελεήμονες ανθρώπους, «σκοτεινούς».
Πού είναι λοιπόν το όφελος της παρθενίας, αφού ούτε τον νυμφίο είδαν, ούτε και όταν έκρουσαν την θύρα ωφελήθηκαν, αλλά άκουσαν την φοβερή εκείνη απάντηση «Φύγετε, δεν σας γνωρίζω»; Και όταν ο Κύριος λέγει αυτό, δεν απομένει τίποτα άλλο παρά μόνο γέενα του πυρός και ανυπόφορη κόλαση. Η απάντηση αυτή βέβαια είναι χειρότερη και από την γέενα του πυρός. Και την απάντηση αυτή την έδωσε και για εκείνους που εργάζονται την ανομία.
«Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται(:το συμπέρασμα λοιπόν της παραβολής είναι ότι πρέπει να είστε προνοητικοί, με την ψυχή σας πάντοτε να λάμπει από το φως της αρετής και εφοδιασμένοι με το λάδι της εσωτερικής θερμότητας και δυνάμεως. Αυτό θα σας το προμηθεύει η σταθερή επικοινωνία σας με τον Θεό. Κι έτσι να περιμένετε τον ερχομό του υιού του ανθρώπου του Νυμφίου της Εκκλησίας Χριστού, άγρυπνοι και έτοιμοι πάντοτε. Διότι δεν ξέρετε την ημέρα, ούτε την ώρα που θα έλθει, για να εισέλθετε μαζί Του στην ευφροσύνη, την ευτυχία και τη χαρά των γάμων Του)»[Ματθ.25,13].Βλέπεις ότι συνεχώς το επαναλαμβάνει για να δείξει ότι είναι ωφέλιμη η άγνοια της εξόδου από την εδώ ζωή;
Πού είναι λοιπόν εκείνοι που σε όλη τους την ζωή είναι ράθυμοι, και όταν κατηγορούνται από εμάς, λέγουν ότι «στον καιρό του θανάτου θα τα αφήσω τα υπάρχοντά μου στους φτωχούς»; Ας ακούσουμε τα λόγια αυτά και ας διορθωθούμε. Διότι και σε εκείνη την ώρα πολλοί έπεσαν έξω, αφού αρπάχτηκαν αιφνιδιαστικά και πέθαναν απροσδόκητα και δεν είχαν την ευκαιρία ούτε για τους οικείους τους να σκεφτούν αυτά που ήθελαν.
Αυτή μεν λοιπόν η παραβολή ειπώθηκε για την ελεημοσύνη με χρήματα. Η άλλη όμως μετά από αυτήν, η παραβολή δηλαδή των ταλάντων, ειπώθηκε προς εκείνους οι οποίοι όχι μόνο δεν θέλουν να ωφελήσουν τους πλησίον με χρήματα ή με λόγο ή με προστασία ή με οτιδήποτε άλλο, αλλά και αποκρύπτουν τα πάντα. Και γιατί τέλος πάντων η παραβολή των ταλάντων αναφέρει βασιλέα, ενώ εκείνη νυμφίο; Για να μάθεις πόσο φιλικά διάκειται ο Χριστός προς τους παρθένους, οι οποίοι απαρνούνται τα υπάρχοντά τους και Τον ακολουθούν· αυτό άλλωστε είναι και παρθενία. Γι΄ αυτό και ο Παύλος ορίζει την εξής προϋπόθεση αυτής: «Θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ(:θέλω λοιπόν να είστε αμέριμνοι από φροντίδες που ζαλίζουν και σας ρίχνουν σε μεγάλη ανησυχία. Ο άγαμος στρέφει όλη την προσοχή και τη φροντίδα του σε όσα παραγγέλλει ο Κύριος· φροντίζει πολύ πώς να αρέσει στον Κύριο)»[Α΄ Κορ.7.32]· και: «Τοῦτο δὲ πρὸς τὸ ὑμῶν αὐτῶν συμφέρον λέγω, οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω, ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ εὐπάρεδρον τῷ Κυρίῳ ἀπερισπάστως(: λέω λοιπόν αυτά σχετικά με την αγαμία, μόνο και μόνο για το συμφέρον σας. Όχι για να σας βάλω θηλιά στο λαιμό και να σας εξαναγκάσω να μείνετε άγαμοι, αλλά για να εξασφαλίσω μία συμπεριφορά σεμνή και μία θέση τιμημένη κοντά στον Κύριο, χωρίς περισπασμούς και βασανιστικές βιοτικές φροντίδες)»[Α΄Κορ.7,35]. «Αυτά σας συμβουλεύουμε», λέγει.
 
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
 
 
 
 
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΟΗ΄,Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 78 -89.
 
 
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 69, σελ. 11-18.
 
 
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
 
 
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
 
 
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
 
 
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
 
 
 
 
 
 
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
 
 
στ)Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος γιά τήν παραβολή τῶν ταλάντων
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ
[Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ.25,14-30]
 
 
Εάν στον ευαγγελιστή Λουκά εκτίθεται με άλλον τρόπο η παραβολή των ταλάντων[Λουκ. 19,12-21], πρέπει να λεχθεί ως απάντηση το εξής, ότι άλλη είναι η παραβολή αυτή και άλλη εκείνη· διότι σε εκείνη μεν από το ίδιο κεφάλαιο προήλθαν διάφορα έσοδα· διότι από ένα χρυσό νόμισμα των εκατό δραχμών(μία «μνᾶ») ο μεν ένας παρουσίασε πέντε, ενώ ο άλλος δέκα, και γι’ αυτό και δεν αμείφτηκαν κατά τον ίδιο τρόπο. Εδώ όμως συνέβη το αντίθετο, γι’ αυτό και η βράβευση ήταν ίση· διότι εκείνος που έλαβε δύο τάλαντα, έδωσε δύο, και εκείνος που έλαβε τα πέντε τάλαντα πάλι το ίδιο. Ενώ εκεί, επειδή υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο μεν ένας παρουσίασε περισσότερα, ενώ ο άλλος λιγότερα έσοδα, ορθώς και στα έπαθλα δεν τιμώνται και οι δύο εξίσου.
Πρόσεξε επίσης ότι παντού δεν απαιτεί αμέσως αυτά που τους εμπιστεύθηκε. Διότι στην παραβολή του αμπελώνα[βλ. Ματθ.21,33: «Ἄλλην παραβολὴν ἀκούσατε. ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησεν(:άλλη παραβολή ακούστε: Ήταν κάποιος νοικοκύρης (:ο Θεός δηλαδή), ο οποίος φύτεψε αμπέλι(:δηλαδή το ιουδαϊκό έθνος). Κι έδειξε ιδιαίτερη φροντίδα γι’ αυτό. Έβαλε δηλαδή τριγύρω του φράκτη κι έσκαψε μέσα σε αυτό πατητήρι, έκτισε πύργο για να μένουν οι φύλακες και εργάτες, και το εμπιστεύθηκε σε γεωργούς (:στους αρχιερείς και στους άρχοντες του λαού), και αναχώρησε σε άλλη χώρα)»], αφού τον παρέδωσε στους γεωργούς, αποδήμησε· και στη σημερινή παραβολή των ταλάντων εμπιστεύθηκε τα τάλαντα και αποδήμησε, για να μάθεις τη μακροθυμία Του.
Εγώ πάλι νομίζω ότι λέγοντας αυτά υπαινίσσεται και την Ανάσταση. Μόνο που εδώ δεν αναφέρονται πλέον γεωργοί και αμπελώνας, αλλά όλοι είναι εργάτες· διότι δεν αναφέρεται μόνο στους άρχοντες, ούτε στους Ιουδαίους, αλλά σε όλους. Και εκείνοι μεν που προσφέρουν, ομολογούν με ευγνωμοσύνη και τα δικά τους αλλά και όσα τους έδωσε ο δεσπότης. Έτσι ο μεν ένας λέγει: «Κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας(:Κύριε, πέντε τάλαντα μου παρέδωσες)»,ο δε άλλος λέγει:«Κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας(:‘’Κύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες)», δείχνοντας ότι από Εκείνον έλαβαν το κεφάλαιο της εργασίας τους και Του αναγνωρίζουν μεγάλη χάρη και αποδίδουν το παν σε Αυτόν. Τι λέγει λοιπόν ο δεσπότης; «Εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ!(:Πολύ καλά, δούλε καλέ και πιστέ!)»-διότι αυτό είναι γνώρισμα του αγαθού, το να βλέπει στον πλησίον- «ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου (:σε λίγα ήσουν πιστός, σε πολλά θα σε εγκαταστήσω. Μπες μέσα για να απολαύσεις την ίδια χαρά με τον κύριό σου. Αφού φάνηκες πιστός στα πέντε τάλαντα, έλα να γίνεις συγκυρίαρχος στη μεγάλη περιουσία μου. Έλα να απολαύσεις την απεριόριστη μακαριότητα του ουρανού)»[Ματθ.25,23], δηλώνοντας με την απάντηση αυτήν όλη τη μακαριότητα.
Δεν ομιλεί όμως και ο άλλος έτσι, αλλά πώς; «Κύριε, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἀνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας· καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ·ἴδε ἔχεις τὸ σόν(:Κύριε, σε κατάλαβα ότι είσαι άνθρωπος σκληρός· διότι θερίζεις εκεί που δεν έσπειρες και μαζεύεις στην αποθήκη σου από εκεί που δεν σκόρπισες και δεν λίχνισες τον αλωνισμένο καρπό. Και επειδή φοβήθηκα, πήγα και έκρυψα το τάλαντό σου μέσα στη γη. Ορίστε, έχεις το χρήμα σου)»[Ματθ.25,24-25]. Τι του απαντά λοιπόν ο δεσπότης; «Ἒδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις (:έπρεπε λοιπόν εσύ να καταθέσεις το χρήμα μου στους τραπεζίτες)», δηλαδή, έπρεπε να ομιλήσει, να παραινέσει, να συμβουλεύσει. Αλλά δεν πείθονται όσοι ακούνε αυτά που τους συμβουλεύεις; Αυτό δεν αφορά εσένα. Τι θα μπορούσε να γίνει περισσότερο λογικό από αυτό;
Οι άνθρωποι όμως δεν κάνουν έτσι, αλλά καθιστούν υπεύθυνο του απαιτούμενου εισοδήματος τον ίδιο τον δανειστή τους. Αυτός όμως δεν ενεργεί έτσι, αλλά λέγει ότι «εσύ έπρεπε να πληρώσεις και να μου επιστρέψεις το απαιτούμενο κέρδος». «Καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ(:κι όταν θα ερχόμουν εγώ, θα έπαιρνα με τόκο αυτό που μου ανήκει)»· ως «τόκο» εννοεί την επίδειξη των έργων. «Εσύ έπρεπε να κάνεις το ευκολότερο και να αφήσεις το δυσκολότερο σε εμένα». Επειδή λοιπόν δεν έκανε αυτό, λέγει: «ἄρατε οὖν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα. τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ(:Πάρτε λοιπόν απ’ αυτόν το τάλαντο και δώστε το σε εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα· διότι σε καθέναν που έχει και αύξησε με επιμέλεια και ζήλο εκείνο που του δόθηκε, θα του δοθούν κι άλλα και θα έχει και περίσσευμα. Από εκείνον όμως που του δόθηκαν χαρίσματα αλλά τα παραμέλησε και δεν τα εργάστηκε ώστε να έχει κι αυτός κάτι με τη δική του εργασία, θα του πάρουν κι αυτό το λίγο που του δόθηκε και το άφησε ακαλλιέργητο)»[Ματθ.25,28-29].
Τι σημαίνει λοιπόν αυτό; Εκείνος που έχει το χάρισμα του λόγου και της διδασκαλίας για να ωφελεί και δεν χρησιμοποιεί το χάρισμά του, θα χάσει και το χάρισμα· ενώ εκείνος που καταβάλλει προσπάθεια, θα δεχθεί περισσότερη δωρεά· όπως εκείνος που χάνει και αυτό που έχει λάβει. Δεν περιορίζεται όμως μόνο μέχρι εδώ η ζημία για εκείνον ο οποίος δεν εργάζεται, αλλά τον αναμένει και ανυπόφορη τιμωρία και μαζί με την τιμωρία και η απόφαση η οποία είναι γεμάτη με βαριά κατηγορία. Διότι λέγει: «καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων(:και τον άχρηστο δούλο βγάλτε τον από εδώ και ρίξτε τον στο πιο απομακρυσμένο από τη βασιλεία μου και απομονωμένο σκοτάδι. Εκεί οι άνθρωποι θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους)»[Ματθ.25,30]. Είδες ότι δεν τιμωρείται μόνο εκείνος που αρπάζει και είναι πλεονέκτης, ούτε εκείνος που προκαλεί κακά, αλλά τιμωρείται με την εσχάτη τιμωρία και εκείνος που δεν κάνει αγαθές πράξεις.
Ας ακούσουμε λοιπόν τα λόγια αυτά. Όσο είναι καιρός ας επιληφθούμε τη σωτηρία μας, ας πάρουμε λάδι στις λαμπάδες, ας καλλιεργήσουμε το τάλαντο· διότι εάν ολιγωρήσουμε και εάν διερχόμαστε τον χρόνο μας εδώ χωρίς να εργαζόμαστε, δεν θα μας ελεήσει κανείς εκεί, έστω και αν χύσουμε μύρια δάκρυα. Κατηγόρησε τον εαυτό του και εκείνος που είχε βρωμερά ενδύματα, αλλά δεν ωφέλησε τίποτε. Επέστρεψε και ό,τι του εμπιστεύθηκε και εκείνος που έλαβε το ένα τάλαντο, και όμως καταδικάστηκε. Παρακάλεσαν και οι πέντε μωρές παρθένοι και προσήλθαν και έκρουσαν τη θύρα αλλά όμως όλα απέβησαν μάταια .
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, ας προσφέρουμε και χρήματα και προθυμία και προστασία και όλα για την ωφέλεια του πλησίον· διότι ως «τάλαντα» εδώ εννοείται η δύναμη του καθενός, είτε σε προστασία, είτε σε χρήματα, είτε σε διδασκαλία, είτε σε οποιοδήποτε παρόμοιο πράγμα. Ας μην προφασίζεται κανείς ότι «ένα μόνο τάλαντο έχω και δεν μπορώ να κάνω τίποτε»· διότι μπορείς και με ένα να προκόψεις. Διότι δεν είσαι πτωχότερος από εκείνη τη χήρα[Μαρκ.12,42: «καὶ πολλοὶ πλούσιοι ἔβαλλον πολλά· καὶ ἐλθοῦσα μία χήρα πτωχὴ ἔβαλε λεπτὰ δύο, ὅ ἐστι κοδράντης καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλε τῶν βαλλόντων εἰς τὸ γαζοφυλάκιον· πάντες γὰρ ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον· αὕτη δὲ ἐκ τῆς ὑστερήσεως αὐτῆς πάντα ὅσα εἶχεν ἔβαλεν, ὅλον τὸν βίον αὐτῆς (:και πολλοί πλούσιοι έριχναν πολλά χρήματα στο ειδικό κουτί για τους φτωχούς. Ήλθε και μια φτωχή χήρα και έριξε δύο λεπτά, δηλαδή έναν κοδράντη. Κάλεσε τότε ο Ιησούς τους μαθητές Του και τους είπε: ‘’Αληθινά σας λέω ότι η φτωχή αυτή χήρα έριξε περισσότερα απ’ όλους αυτούς που ρίχνουν χρήματα στο θησαυροφυλάκιο· διότι όλοι αυτοί έριξαν απ’ το περίσσευμά τους. Αυτή όμως έριξε από το υστέρημά της και από την τέλεια φτώχειά της όλα όσα είχε, όλη την περιουσία της’’)»].
Ούτε είσαι περισσότερο φτωχός και ακαλλιέργητος από τον Πέτρο και τον Ιωάννη[βλ. Πράξ.3,6: «εἶπε δὲ Πέτρος· ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει(:αλλά ο Πέτρος του είπε: ‘’Ούτε ασημένια ούτε χρυσά νομίσματα έχω. Εκείνο όμως που έχω, αυτό και σου δίνω. Με τη δύναμη που δίνει η επίκληση με πίστη του ονόματος του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω όρθιος και περπάτα’’)»], οι οποίοι και άπειροι ήσαν και αγράμματοι, αλλά όμως επειδή έδειξαν προθυμία και έκαναν τα πάντα για το κοινό συμφέρον, κέρδισαν τους ουρανούς· διότι τίποτε δεν αγαπά ο Θεός τόσο, όσο το να ζούμε εξυπηρετώντας τους πάντες.
Γι’ αυτό μας έδωσε ο Θεός τον λόγο και τα χέρια και τα πόδια και τη σωματική δύναμη και τον νου και τη φρόνηση, για να τα χρησιμοποιήσουμε όλα αυτά και για τη δική μας σωτηρία, αλλά και για την ωφέλεια του πλησίον· διότι ο λόγος δεν είναι χρήσιμος μόνο για να υμνούμε και να ευχαριστούμε, αλλά είναι χρήσιμος και στο να διδάσκουμε και να παραινούμε. Και εάν μεν τον χρησιμοποιήσουμε για αυτόν τον σκοπό, μιμούμαστε τον Δεσπότη· εάν όμως για τα αντίθετα, τότε μιμούμαστε τον διάβολο.
Διότι και ο Πέτρος, όταν μεν ομολόγησε τον Χριστό, μακαρίστηκε επειδή ομολόγησε τα λόγια του Πατρός[Ματθ.16,16-18: «Ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς(:Ο Σίμων Πέτρος τότε του αποκρίθηκε: ‘’Εσύ είσαι ο Χριστός, ο φυσικός και μονογενής Υιός του Θεού, που δεν είναι νεκρός όπως τα είδωλα, αλλά ζει παντοτινά”. Τότε του αποκρίθηκε ο Ιησούς: “Μακάριος και ευτυχισμένος είσαι, Σίμων, γιε του Ιωνά, διότι την αλήθεια αυτή της ορθής πίστεως δεν σου τη φανέρωσε κανείς άνθρωπος, αλλά ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς. Κι εγώ λοιπόν σου λέω ότι εσύ είσαι Πέτρος, και επάνω στο βράχο της αληθινής πίστεως που ομολόγησες, κι έγινες με την ομολογία σου αυτή ο πρώτος λίθος της πνευματικής μου οικοδομής, θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου. Και ο θάνατος και οι οργανωμένες δυνάμεις του κακού δεν θα υπερισχύσουν και δεν θα νικήσουν την Εκκλησία, η οποία θα είναι αιώνια και αθάνατη”)»].
Αντίθετα, όταν παρακαλούσε τον Κύριο να αποφύγει τη σταύρωση, επιτιμήθηκε πολύ, διότι φρονούσε εκείνα που αρέσουν στον διάβολο[Ματθ.16,22-23:«καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων· ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο. ὁ δὲ στραφεὶς εἶπε τῷ Πέτρῳ· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων(:Τότε ο Πέτρος, αφού Τον πήρε ιδιαιτέρως, άρχισε ζωηρά να Τον προτρέπει και να Του λέει: ‘’Ο Θεός να σε φυλάξει απ’ αυτό, Κύριε. Δεν πρέπει να συμβεί αυτό που είπες σε σένα τον Μεσσία”. Ο Κύριος όμως στράφηκε στον Πέτρο και του είπε: ‘’Πήγαινε πίσω μου και φύγε από μπροστά μου, σατανά˙ μου είσαι εμπόδιο στο δρόμο του καθήκοντός μου και πειρασμός. Διότι δεν φρονείς εκείνα που αρέσουν στον Θεό, αλλά εκείνα που αρέσουν στους ανθρώπους’’)»]. Και εάν στην περίπτωση εκείνη, που αυτό που ειπώθηκε από τον Πέτρο ήταν συνέπεια άγνοιας, τόση ήταν η κατηγορία, ποια συγνώμη θα έχουμε, όταν αμαρτάνουμε τόσο πολύ με τη θέλησή μας;
Ας ομιλούμε λοιπόν έτσι, ώστε από την ομιλία μας να γίνονται φανερά τα λόγια του Χριστού. Διότι δεν λέγω τα λόγια του Χριστού εάν πω μονάχα: «Ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐχ ὑπάρχει μοι· ὃ δὲ ἔχω τοῦτό σοι δίδωμι· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου ἔγειρε καὶ περιπάτει(:ούτε ασημένια ούτε χρυσά νομίσματα έχω. Εκείνο όμως που έχω, αυτό και σου δίνω. Με τη δύναμη που δίνει η επίκληση με πίστη του ονόματος του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω όρθιος και περπάτα’’)»[Πράξ.3,6], ούτε αν πω «Ταβιθά, ἀνάστηθι(:Ταβιθά, σήκω)»[Πράξ.9,40]. Αλλά πολύ περισσότερο, όταν ενώ υβρίζομαι, ευλογώ, ενώ απειλούμαι, προσεύχομαι υπέρ εκείνου που με απειλεί[Ματθ.5,44: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς(:Εγώ όμως σας λέω να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να εύχεσθε στο Θεό το καλό γι’ αυτούς που σας καταριούνται, να ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν και να προσεύχεσθε για χάρη εκείνων που σας μεταχειρίζονται υβριστικά και περιφρονητικά και σας καταδιώκουν άδικα, ακόμη κι όταν ο διωγμός τους αυτός σας γίνεται για τις θρησκευτικές σας πεποιθήσεις)»].
Άλλοτε μεν λοιπόν έλεγα ότι η γλώσσα μας είναι χέρι το οποίο ψαύει τα πόδια του Θεού· τώρα όμως με πολλή επίταση λέγω ότι η γλώσσα μας είναι γλώσσα, η οποία μιμείται τη γλώσσα του Χριστού, όταν επιδεικνύει την πρέπουσα προσοχή, όταν ομιλούμε όσα Εκείνος θέλει. Ποια λοιπόν είναι αυτά που Εκείνος θέλει να ομιλούμε; Είναι τα γεμάτα επιείκεια και πραότητα λόγια. Όπως λοιπόν ομιλούσε και Εκείνος, λέγοντας προς όσους Τον ύβριζαν: «ἦλθε γὰρ Ἰωάννης μήτε ἐσθίων μήτε πίνων, καὶ λέγουσι· δαιμόνιον ἔχει ἦλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγουσιν· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καὶ ἁμαρτωλῶν. καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς! (: Οι άνθρωποι της γενιάς αυτής είναι δύστροποι και δεν μπορεί κανείς να τους βρει πουθενά. Διότι ήλθε ο Ιωάννης, ο οποίος ούτε έτρωγε ούτε έπινε όπως οι άλλοι άνθρωποι, αλλά ζούσε ασκητικά, και είπαν γι’ αυτόν: ‘’Είναι ακοινώνητος και μελαγχολικός και έχει μέσα του δαιμόνιο’’. Ήλθε ο υιός του ανθρώπου, που τρώει και πίνει ως εγκρατής αλλά κοινωνικός άνθρωπος, και λένε: ‘’Να ένας άνθρωπος φαγάς και οινοπότης, φίλος των τελωνών και των αμαρτωλών’’. Κι έτσι θαυμάσθηκε η θεία σοφία επειδή είναι δίκαιη και εργάσθηκε σοφά για τη σωτηρία των ανθρώπων όχι από όλους, όπως θα έπρεπε, αλλά μόνο απ’ τους ανθρώπους που είναι πραγματικά συνετοί κι έχουν πνεύμα σοφίας)»[Ματθ.11,18-19], και αλλού: ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;(:Του αποκρίθηκε ο Ιησούς: ’’Εάν είπα κάτι κακό, απόδειξε ενώπιον του δικαστηρίου με κανονική μαρτυρία ποιο ήταν αυτό το κακό. Εάν όμως μίλησα καλά, γιατί με χτυπάς;’’)» [Ιω.18,23], εάν έτσι ομιλείς και εσύ, εάν ομιλείς αποβλέποντας στη διόρθωση του πλησίον, έχεις γλώσσα η οποία ομοιάζει προς Εκείνη.
Και αυτά τα λέγει ο ίδιος ο Θεός· διότι λέγει: «διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἐὰν ἐπιστρέψῃς, καὶ ἀποκαταστήσω σε, καὶ πρὸ προσώπου μου στήσῃ· καὶ ἐὰν ἐξαγάγῃς τίμιον ἀπὸ ἀναξίου, ὡς τὸ στόμα μου ἔσῃ· καὶ ἀναστρέψουσιν αὐτοὶ πρὸς σέ, καὶ σὺ οὐκ ἀναστρέψεις πρός αὐτούς(:για τον λόγο αυτόν αυτά λέει ο Κύριος προς τον προφήτη: ’’Εάν επιστρέψεις προς εμένα με πίστη και ειλικρίνεια, θα σε αποκαταστήσω στην πρότερη θέση σου και θα σου δώσω το δικαίωμα με θάρρος να στέκεις ενώπιόν μου. Εάν ξεχωρίσεις τον αληθινό και τίμιο λόγο μου από τον ανάξιο και ψευδή, θα είσαι εσύ σαν το δικό μου στόμα, και τότε θα επιστρέψουν οι άλλοι προς εσένα, εσύ όμως δε θα επιστρέψεις προς αυτούς’’)»[Ιερ.15,19].
Όταν λοιπόν η γλώσσα σου είναι όπως η γλώσσα του Χριστού, και το στόμα σου γίνει στόμα του Πατρός, και είσαι ναός του Αγίου Πνεύματος, ποια τιμή θα μπορούσε να γίνει ισάξια προς αυτήν; Διότι ούτε εάν το στόμα σου ήταν κατασκευασμένο από χρυσάφι, ούτε αν ήταν από πολύτιμους λίθους, θα έλαμπε τόσο, όπως τώρα, φωτιζόμενο από τον κόσμο της επιείκειας. Διότι, τι είναι πιο ποθητό από ένα στόμα που δεν ξέρει να υβρίζει, αλλά έχει μάθει να ευλογεί και ομιλεί χρηστά; Εάν όμως δεν ανέχεσαι να ευλογείς εκείνον που σε καταριέται, σώπα, και αυτό κάνε το στην αρχή. Έπειτα βαδίζοντας στην οδό και προσέχοντας όπως πρέπει, θα φτάσεις και σε εκείνο και θα αποκτήσεις στόμα τέτοιο που είπαμε.
Και μη νομίσεις πως είναι τολμηρό αυτό που είπα· διότι ο Δεσπότης είναι φιλάνθρωπος και αυτό θα σου δοθεί σαν δώρο της αγαθότητάς Του. Τολμηρό είναι να έχει στόμα που να ομοιάζει τον διάβολο, να έχει γλώσσα όμοια προς πονηρό δαίμονα, ιδιαίτερα μάλιστα εκείνος ο οποίος συμμετέχει σε τόσο μεγάλα μυστήρια και κοινωνεί την ίδια τη σάρκα του Δεσπότου. Αναλογιζόμενος λοιπόν αυτά, γίνε όπως ταιριάζει σε Εκείνον όσο μπορείς. Όταν λοιπόν γίνεις τέτοιος, δε θα μπορέσει ο διάβολος πλέον να σε δει κατά πρόσωπο. Διότι διακρίνει τον χαρακτήρα τον βασιλικό· γνωρίζει τα όπλα του Χριστού, με τα οποία ηττήθηκε. Και ποια είναι αυτά; Η επιείκεια και η πραότητα· διότι όταν κατά τους πειρασμούς τον ξέσχισε ο Κύριος στο όρος και τον εξέπληξε[βλ.Ματθ.4,1-11], δεν ήταν γνωστό ότι ήταν Χριστός, αλλά τον έδιωξε με τα λόγια μόνο, τον νίκησε με την επιείκεια, τον κατατρόπωσε με την πραότητα.
Αυτό κάνε και εσύ. Όταν δεις άνθρωπο ο οποίος έγινε διάβολος και σε πλησιάζει, έτσι νίκησέ τον και εσύ. Σου έδωσε ο Χριστός τη δύναμη να του μοιάσεις όσο εξαρτάται από εσένα. Μη φοβηθείς ακούγοντας αυτό. Φόβος είναι να μη γίνεις όπως Εκείνος. Μίλα λοιπόν όπως Εκείνος και έγινες ως προς αυτό τέτοιος που είναι Εκείνος, όσο μπορεί κανένας άνθρωπος να γίνει. Για τον λόγο αυτόν είναι ανώτερος εκείνος που ομιλεί έτσι, δηλαδή με επιείκεια και πραότητα απέναντι σε όλους, παρά εκείνος που προφητεύει. Διότι η μεν προφητεία ολόκληρη είναι χάρισμα· εδώ όμως χρειάζεται και κόπος δικός σου και ιδρώτας. Δίδαξε την ψυχή σου να σου διαπλάσει το στόμα έτσι που να μοιάζει το στόμα του Χριστού. Διότι μπορεί να δημιουργήσει τέτοια, εάν θέλει. Γνωρίζει τον τρόπο, εάν ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ράθυμος. «Και πώς διαπλάθεται ένα τέτοιο στόμα;», ίσως ρωτήσει κάποιος. «Με ποια χρώματα; Με ποιο υλικό;». Με κανένα υλικό βέβαια και χρώμα, παρά μόνο με αρετή και επιείκεια και ταπεινοφροσύνη.
Ας δούμε πώς διαπλάθεται και το στόμα του διαβόλου, για να μην κατασκευάσουμε ποτέ εκείνο. Πώς πλάσσεται λοιπόν; Με κατάρες, με ύβρεις, με βασκανίες, με επιορκίες· διότι όταν κάποιος χρησιμοποιεί τα δικά λόγια του αντικείμενου, λαμβάνει και τη γλώσσα του. Ποια λοιπόν συγχώρηση θα έχουμε, ή μάλλον ποια τιμωρία δε θα υποστούμε, όταν επιτρέπουμε στη γλώσσα, με την οποία αξιωθήκαμε να γευθούμε τη σάρκα του Δεσπότη, να χρησιμοποιεί λόγια του διαβόλου; Ας μην της επιτρέψουμε λοιπόν, αλλά ας καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια να την εκπαιδεύσουμε να μιμείται τον Δεσπότη της· διότι αν την διδάξουμε αυτό, με πολλή παρρησία θα μας τοποθετήσει στο βήμα του Χριστού. Εάν κανείς δεν γνωρίζει να ομιλεί έτσι, ούτε ο δικαστής θα τον ακούσει· διότι όπως, όταν συμβεί να είναι Ρωμαίος ο δικαστής, δε θα ακούσει εκείνον που απολογείται και δεν γνωρίζει να ομιλεί ρωμαϊκά, έτσι και ο Χριστός, αν δεν ομιλείς με τον δικό Του τρόπο, δεν θα σε ακούσει, ούτε θα σε προσέξει.
Ας μάθουμε λοιπόν να ομιλούμε έτσι, όπως συνήθισε να ακούει ο βασιλιάς ο δικός μας· ας προσπαθήσουμε να μιμούμαστε τη γλώσσα εκείνη. Και αν βρεθείς σε πένθος, πρόσεχε να μη σου διαστρεβλώσει το στόμα η μεγάλη λύπη, αλλά να ομιλήσεις όπως ο Χριστός· διότι πένθησε και Αυτός τον Λάζαρο[Ιω.11,33-35: «Ἰησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, καὶ εἶπε· ποῦ τεθείκατε αὐτόν; λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς(:ο Ιησούς λοιπόν, όταν την είδε να κλαίει, και μαζί της να κλαίνε και οι Ιουδαίοι που είχαν έλθει πίσω της, συγκράτησε με δριμύτητα το συναίσθημα της βαθιάς λύπης μέσα στην ψυχή Του και αντέδρασε έντονα για να επιβληθεί σε αυτό. Και με φωνή ήρεμη, που δεν διακοπτόταν από λυγμούς, είπε: ‘’Πού τον έχετε βάλει;’’. Όσοι ήταν εκεί του είπαν: ‘’Κύριε, έλα να δεις’’. Και καθώς πήγαινε στον τάφο, δάκρυσε ο Ιησούς από συμπάθεια για τη θλίψη των δύο αδελφών)»] και τον Ιούδα.
Αν βρεθείς σε φόβο, φρόντισε πάλι να ομιλήσεις όπως Εκείνος· διότι βρέθηκε και Αυτός σε φόβο για εσένα κατ’ οικονομίαν. Πες και εσύ: «πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν τοῦτο τὸ ποτήριον ἀπ᾿ ἐμοῦ· πλὴν μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω(:Πάτερ, εάν είναι θέλημά Σου να απομακρύνεις το ποτήριο αυτό του θανάτου από Εμένα, απομάκρυνέ το. Ας μη γίνει όμως αυτό που θέλει η ανθρώπινη φύση μου λόγω της φυσικής της αποστροφής προς το θάνατο, αλλά αυτό που θέλεις Εσύ)»[Λουκ.22,42]. Και όταν κλαις, δάκρυσε ήρεμα όπως Εκείνος. Και όταν βρεθείς σε σκευωρίες και λύπη, και αυτά αντιμετώπισέ τα όπως ο Χριστός· διότι και μηχανορραφίες αντιμετώπισε και λυπήθηκε, αλλά είπε: «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε μετ᾿ ἐμοῦ(:η ψυχή μου είναι τόσο πολύ λυπημένη, ώστε να κινδυνεύω να πεθάνω απ’ τη λύπη. Μείνετε εδώ άγρυπνοι μαζί μου)»[Ματθ.26,38].
Και σου παρείχε όλα τα υποδείγματα, για να τηρείς αυτά ως μέτρο και να μην καταστρατηγείς τους κανόνες που σου έχουν δοθεί. Έτσι θα μπορέσεις να έχεις στόμα, όμοιο με το στόμα Εκείνου. Έτσι, ενώ θα βαδίζεις επάνω στη γη, θα επιδεικνύεις σε μας γλώσσα όμοια προς τη γλώσσα Εκείνου που κάθεται στον ουρανό, διατηρώντας το μέτρο στη λύπη, στην οργή, στο πένθος, στην αγωνία. Πόσοι από σας είναι εκείνοι που επιθυμούν να δουν τη μορφή Του;
Να λοιπόν, ότι είναι δυνατό όχι μόνο να Τον δούμε, αλλά και να γίνουμε σαν Αυτόν, εάν προσπαθήσουμε. Ας μην αναβάλλουμε λοιπόν· διότι δεν αγαπά τόσο το στόμα των προφητών, όσο εκείνο των επιεικών και πράων ανθρώπων. «Πολλοὶ(:Πολλοί)», λέγει, «ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν; (:θα μου πουν εκείνη την ημέρα της κρίσεως: “Κύριε, Κύριε, στο όνομά σου δεν προφητεύσαμε, πιστεύοντας ότι είσαι ο Μεσσίας και Υιός του Θεού; και πιστεύοντας σε σένα δεν βγάλαμε δαιμόνια; Και πιστεύοντας σε σένα δεν κάναμε πολλά θαύματα; Και τώρα λοιπόν δεν θα μπούμε στη βασιλεία σου;”)»[Ματθ.7,22].
Το στόμα επίσης του Μωυσή, επειδή ήταν πολύ επιεικής και πράος(διότι λέγει η Γραφή: «καὶ ὁ ἄνθρωπος Μωυσῆς πραΰς σφόδρα παρὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ὄντας ἐπὶ τῆς γῆς(:ο Μωυσής όμως ήταν άνθρωπος πολύ πράος, πραότερος από όλους τους ανθρώπους που βρίσκονταν στη γη, και δε θύμωσε για όσα έλεγαν εναντίον του οι αδελφοί του)» [Αριθμ.12,3], τόσο πολύ το ποθούσε και το αγαπούσε, ώστε να πει: «Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον. καὶ ἀπελύετο εἰς τὴν παρεμβολήν, ὁ δὲ θεράπων Ἰησοῦς υἱὸς Ναυῆ νέος οὐκ ἐξεπορεύετο ἐκ τῆς σκηνῆς(:εκεί μίλησε ο Κύριος προς τον Μωυσή κατά τρόπο προσωπικό και οικείο, όπως ομιλεί κανείς προς τον φίλο του. Όταν ο Μωυσής, αναχωρώντας από τη σκηνή του, επισκεπτόταν το στρατόπεδο, ο Ιησούς, ο υιός του Ναυή, νέος που τον υπηρετούσε, δεν έβγαινε από τη σκηνή, αλλά έμενε μέσα σε αυτήν)» [Εξ.33,11]· βλ. και Αριθμ. 12,8: «Στόμα κατὰ στόμα λαλήσω αὐτῷ, ἐν εἴδει καὶ οὐ δι᾿ αἰνιγμάτων, καὶ τὴν δόξαν Κυρίου εἶδε· καὶ διατί οὐκ ἐφοβήθητε καταλαλῆσαι κατὰ τοῦ θεράποντός μου Μωυσῆ;(: στόμα με στόμα μίλησα προς αυτόν, κατά πρόσωπο και όχι με παραβολές και σύμβολα. Αυτός είδε τη δόξα του Κυρίου. Εσείς γιατί δεν φοβηθήκατε να καταλαλήσετε ένα τέτοιον υπηρέτη μου, όπως είναι ο Μωυσής;’’)»].
Δεν θα διατάσσεις τους δαίμονες τώρα, αλλά θα διατάσσεις τότε το πυρ της γεένης, εάν έχεις το στόμα σου όμοιο προς το στόμα του Χριστού. Θα διατάσσεις την άβυσσο του πυρός και θα λέγεις: «σιώπα, πεφίμωσο(:σώπα, φιμώσου)»[Μάρκ.4,39] και με πολλή παρρησία θα ανεβείς στους ουρανούς και θα απολαύσεις τη βασιλεία, την οποία είθε να επιτύχουμε όλοι εμείς, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει, μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα, η δόξα, η δύναμη, η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
 
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
 
 
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος.
 
 
 
 
 
 
ΠΗΓΕΣ:
 
 
· https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
 
 
· Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ),εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 12, Υπόμνημα στον Ευαγγελιστή Ματθαίο, ομιλία ΟΗ΄, σελίδες 89-103.
 
 
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 69, σελ. 18-27 (ή: 6 – 10 του PDF) .
 
 
[https:drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLa01IYjNYZEZ3YUk/view]
 
 
 
 
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
 
 
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
 
 
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
 
 
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.