Ἔ­χου­με ὅ­μως καί μιά εἰ­δι­κό­τε­ρη κα­θα­ρό­τη­τα τῆς καρ­διᾶς.

Ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος, πά­νω σ’ αὐ­τό, γρά­φει: «Κα­θα­ροὺς δὲ ἐν­ταῦ­θά φη­σιν, ἤ τοὺς κα­θο­λι­κὴν ἀ­ρε­τὴν κε­κτη­μέ­νους καὶ μη­δὲν ἑ­αυ­τοῖς συ­νει­δό­τας πο­νη­ρόν, ἢ τοὺς ἐν σω­φρο­σύ­νῃ δι­ά­γον­τας»[1]. Δηλα­δή: Καθαρούς ἐδῶ λένε εἴ­τε ἐ­κεί­νους πού ἔ­χουν ἀ­πο­κτή­σει τήν ὅ­λη ἀ­ρε­τή –γιά τήν ὁ­ποί­α ἀμέσως με­τά θά μιλήσουμε– καί πού δέν σκέ­φτονται τί­πο­τε τό πο­νη­ρό, ἤ ἐ­κεί­νους πού ζοῦν μέ σω­φρο­σύ­νη, δη­λα­δή ἁ­γνό­τη­τα ψυ­χῆς καί σώ­μα­τος. Νά πῶς παίρνει θέση ὁ Ἅγιος γιά τό σῶ­μα! Προ­σέ­ξτε το αὐ­τό, για­τί πρέ­πει νά ποῦ­με ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μί­α πε­ρί­ερ­γη ἀν­τί­λη­ψη.
Μί­α φο­ρά ἔκανα μί­α συ­ζή­τη­ση μ’ ἕ­ναν για­τρό. Λα­ϊ­κός ἤ­μουν, νέ­ος, πο­λύ νέ­ος, καί μοῦ ἔλεγε ὅτι δέν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση ἡ ἁ­γνό­τη­τα τῆς ψυ­χῆς, μέ τήν ἁ­γνό­τη­τα τοῦ σώ­μα­τος, καί ἔ­φε­ρε ὡς πα­ρά­δειγ­μα τή Μα­ρί­α τή Μα­γδα­λη­νή, λέγοντας ὅτι δέν ἦταν ἁγνή στό σῶμα. Ἔλεγε ὅτι ἦ­ταν μέν ἁ­γνή στήν ψυ­χή, ἐ­πει­δή ἀ­κο­λού­θη­σε τόν Κύ­ριο, ὄ­χι ὅμως καί στό σῶ­μα, καί ἰσχυ­ρι­ζόταν ὅ­τι αὐτά εἶ­ναι δυ­ό ξέ­χω­ρα πράγ­μα­τα. Κα­ταρ­χάς ἔ­κα­νε ἕ­να λά­θος, διότι πρῶ­τα - πρῶ­τα ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νή δέν ὑ­πῆρ­ξε ἀ­νή­θι­κη, δέν ὑ­πῆρ­ξε πόρ­νη.
Ἀλλά ἄς μήν ἀ­πα­τό­μα­στε: Ἄν κα­νείς δέν ἔ­χει τό ὑ­πό­βα­θρο τῆς ἁ­γνό­τη­τος τῆς σω­μα­τι­κῆς, δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­να­πτύξει κα­μί­α ἀ­ρε­τή, καί μά­λι­στα τήν ἁ­γνό­τη­τα τῆς ψυ­χῆς. Μέ κανένα τρόπο. Καί ἡ ἁ­γνό­τη­τα εἶ­ναι σπου­δαῖ­ο στοι­χεῖ­ο, ὅ­πως εἶ­ναι καί ἡ παρ­θε­νί­α, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται καί στήν ψυ­χή καί στό σῶ­μα. Προ­σέξ­τε το, τό ὑ­πο­γραμ­μί­ζω: Καί στήν ψυ­χή καί στό σῶ­μα!
Ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἀ­πό τόν Θε­ό δύ­ο θη­σαυ­ρούς: τήν πί­στη καί τήν ἁ­γνό­τη­τα. Ἄν χά­σει κα­νείς τήν ἁ­γνό­τη­τά του, τό­τε ἡ πρώ­τη, ἡ πί­στη, χά­νεται ἀ­πό μό­νη της. Προ­σέξ­τε ἐ­δῶ κά­τι τό πο­λύ ση­μαν­τι­κό: Κά­ποι­ος σο­φός ἔ­λε­γε ὅ­τι κά­θε φο­ρά πού ἔ­πεφτε στό θέμα τῆς ἁ­γνό­τη­τος, εἶ­χε ἀμ­φι­βο­λί­ες γιά τά δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῆς Πί­στε­ως. Αὐτό εἶναι πολύ ἀληθινό. Οὐ­δέ­πο­τε θά ἀ­κού­σε­τε νέ­ον ἤ νέ­α, ἁ­γνούς στήν ψυ­χή, πού νά ἔ­χουν ἀ­λη­θι­νή ἁ­γνό­τη­τα –ἐπειδή δέν πέ­φτουν σέ ἁμαρ­τί­ες– νά σᾶς προ­βά­λουν θέ­μα­τα ἀμ­φι­βο­λί­ας, δυσ­πι­στί­ας καί ἀ­πι­στί­ας, καί ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα ἀ­θε­ΐ­ας. Ἐκεῖ­νος πού ἔχασε τήν ἁ­γνό­τη­τά του, αὐ­τός ἔ­χει ἀμ­φι­βο­λί­ες γιά τήν Πί­στη.
Ὑ­πάρ­χει ἕ­νας μη­χα­νι­σμός ἐ­δῶ, πού τόν ἀναφέρει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης: «πᾶς γὰρ ὁ φαῦ­λα πράσ­σων μι­σεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ φῶς, ἵ­να μὴ ἐ­λεγ­χθῇ τὰ ἔρ­γα αὐ­τοῦ»[2]. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ μη­χα­νι­σμός. Ἀ­πό τή στιγ­μή πού θέ­λεις καί ἐν­δί­δεις στήν ἀ­νη­θι­κό­τη­τα, θά ἀρ­χί­σεις νά προ­βά­λεις ἀ­πο­ρί­ες: «Κα­λά , ὑ­πάρ­χει Κό­λα­ση; Κα­λά , ὁ Θε­ός εἶ­ναι δί­και­ος ; Δη­λα­δή τι­μω­ρεῖ ὁ Θε­ός ; Θά κρι­θοῦ­με; Θά ἀ­να­στη­θοῦ­με;». Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ μη­χα­νι­σμός, ἡ δι­α­δι­κα­σί­α πράξεων καί λογισμῶν.
Γι’ αὐ­τό εἶ­χε δί­και­ο αὐ­τός πού ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἔ­φταιξε στό θέ­μα τῆς ἁ­γνό­τη­τος, μπῆ­κε σέ ἀμ­φι­βο­λί­ες γιά θέ­μα­τα Πί­στε­ως. Χρειάζεται λοιπόν πολ­λή προ­σο­χή! Ἡ ἁ­γνό­τη­τα τοῦ σώ­μα­τος εἶ­ναι βα­σι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος. Ἄν δέν εἶ­ναι κανείς ἁ­γνός στό σῶ­μα, δέν μπο­ρεῖ νά γί­νει ἅ­γιος! Δέν γί­νε­ται, παρά μόνο ἄν μετανοήσει.
Γι’ αὐ­τό μά­λι­στα ἡ ἁ­γνό­τη­τα τοῦ σώ­μα­τος ἀ­πο­τε­λεῖ τήν ἀρ­νη­τι­κή ὄ­ψη τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος τό λέ­ει ὡς ἑξῆς: «Τοῦ­το γάρ ἐ­στι τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ὁ ἁ­για­σμὸς ὑ­μῶν, ἀ­πέ­χε­σθε ὑ­μᾶς ἀ­πὸ τῆς πορ­νεί­ας»[3]. Αὐ­τό εἶ­ναι λοιπόν τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ : ὁ ἁ­για­σμός σας , δηλαδή ἐσεῖς νά ἀπέχετε ἀπό τήν πορ­νεία. Σα­φῶς, σα­φέ­στα­τα!
Ἀλ­λά πρέ­πει νά δοῦ­με καί μί­α γε­νι­κό­τε­ρη κα­θα­ρό­τη­τα τῆς καρ­διᾶς. Ὁ ἱ­ε­ρός Χρυ­σό­στο­μος μᾶς μίλησε καί γιά μί­α γε­νι­κή ἀ­ρε­τή, μία κα­θο­λι­κή ἁ­γι­ό­τη­τα, ἀλλά καί γιά μί­α εἰ­δι­κή, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στό θέ­μα τοῦ σώ­μα­τος. Ἡ συνολική ἀ­ρε­τή δη­μι­ουρ­γεῖ μί­α κα­θα­ρό­τη­τα· δη­λα­δή ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα εἶ­ναι μί­α κα­θα­ρό­τη­τα, καί μά­λι­στα θε­τι­κῆς ὄ­ψε­ως. Καί ἡ σχέ­ση κα­θα­ρό­τη­τος καρ­διᾶς καί θε­ω­ρί­ας Θε­οῦ θά μᾶς ἐξηγηθεῖ ἀ­πό ἕ­να κεί­με­νο τοῦ 3ου αἰ­ῶ­νος, τοῦ Θε­ο­φί­λου Ἀν­τι­ο­χεί­ας. Εἶναι ἡ πρώ­τη ἀπό τίς τρεῖς ἐπιστολές πού εἶχε στείλει πρός κάποιον Αὐ­τό­λυ­κον. Ἀ­κοῦ­στε τί γρά­φει:
«Ἀλ­λὰ καὶ ἐ­ὰν φῇς ″Δεῖ­ξόν μοι τὸν θε­όν σου ″, κἀ­γώ σοι εἴ­ποιμι ἄν· ″Δεῖ­ξόν μοι τὸν ἄν­θρω­πόν σου κἀ­γώ σοι δεί­ξω τὸν θε­όν μου ″. Βλέ­πε­ται γὰρ θε­ὸς τοῖς δυ­να­μέ­νοις αὐ­τὸν ὁ­ρᾶν, ἔ­παν ἔ­χω­σι τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­νε­ῳγ­μέ­νους τῆς ψυ­χῆς καὶ οὐκ ὑ­πο­κε­χυ­μέ­νους τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς τῆς ψυ­χῆς ὑ­πὸ τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των καὶ τῶν πρά­ξε­ών των τῶν πο­νη­ρῶν. Ὥ­σπερ ἔ­σο­πτρον ἐ­στιλ­βω­μέ­νον, οὕ­τως δεῖ τὸν ἄν­θρω­πον ἔχειν κα­θα­ρὰν ψυ­χήν»[4]. Δηλαδή: Ἄν μοῦ πεῖς ″δεῖ­ξε μου τόν θε­ό σου ″, θά σοῦ πῶ καί ἐ­γώ ″δεῖ­ξε μου ποι­ός εἶ­σαι, καί τό­τε θά σοῦ δεί­ξω τόν Θε­ό μου ″. Εἶ­ναι αὐ­τό πού ἔ­λε­γα προ­η­γου­μέ­νως· ἀ­πό τή στιγ­μή πού χάλα­σες τήν ἁ­γνό­τη­τα, ἔ­χεις ἀμ­φι­βο­λί­ες γιά τόν Θεό. Γιατί ὁ Θε­ός φανερώνεται μόνο σ’  ἐκείνους πού μπο­ροῦν νά Τόν δοῦν καί ἔ­χουν τά μά­τια τῆς ψυχῆς τους ἀ­νοι­χτά , καί ὄ­χι σ’  αὐτούς πού ἔ­χου­ν χυ­θεῖ τά μά­τια τους ἀ­πό τίς ἁ­μαρ­τί­ες καί τίς πονηρές τους πράξεις. Ὅ­πως ἀκρι­βῶς εἶναι ἕ­να ἔ­σο­πτρο στιλ­βω­μέ­νο , ἔ­τσι πρέπει καί ὁ ἄνθρωπος νά ἔχει καθαρή καρδιά.
Τό ἐ­στιλ­βω­μέ­νον ἔ­σο­πτρον εἶναι ἕ­νας κα­θρέ­φτης. Πρέ­πει νά ξέ­ρε­τε ὅτι τό­τε δέν ὑ­πῆρ­χαν οἱ κα­θρέφτες ὅπως τούς ἔχου­με σή­με­ρα, ἀλλά ἦ­τα­ν μέ­ταλ­λα στιλ­βω­μέ­να. Ὅ­ταν πέσει μί­α ἀ­κτίνα ἐπάνω στόν καθρέ­φτη, αὐτή ἀ­να­κλᾶ­ται. Ὅ­ταν ὅμως δέν ὑ­πάρ­χει αὐ­τή ἡ κα­θα­ρό­τη­τα, δη­λα­δή ἡ στίλ­βω­ση τῆς ἐπιφανείας τοῦ κα­θρέ­φτη, τό­τε πῶς θά ἀ­να­κλασθεῖ ἡ ἀκτίνα;
Ση­μει­ῶ­στε ὅ­τι ὅ­λες οἱ ἄ­κτι­στες ἐ­νέρ­γει­ες τοῦ Θε­οῦ ἔρ­χον­ται σέ μᾶς, καί ἄν τίς ἀποδεχθοῦμε ἀ­να­κλῶν­ται πρός τόν Θε­ό. Γιά παράδειγμα, ὁ Θε­ός μοῦ στέλ­νει τήν ἄ­κτι­στη ἐ­νέρ­γεια τῆς πί­στε­ως, καί ἐ­γώ, ἄν τήν ἀ­πο­δε­χθῶ, ἄν εἶ­ναι κα­θα­ρό τό κά­το­πτρό μου, τήν ἀ­να­κλῶ πί­σω στόν Θε­ό. Ἀ­να­κλῶ πρός τόν Θε­ό θά πεῖ ἀ­πο­δέχομαι, λέ­ω, πι­στεύ­ω. Ἔ­τσι καί ἡ ἁ­γνό­τη­τα. Γι’ αὐ­τό λέ­ει ἐ­δῶ ὁ Θε­ό­φι­λος Ἀν­τι­ο­χεί­ας ὅτι ἐ­ξαρ­τᾶ­ται σέ ποιά κα­τά­στα­ση εἶ­ναι ἡ ὅ­λη σου καρ­διά ὡς πρός τά ἁμαρ­τή­μα­τα. «Δεῖ­ξε μου, λοι­πόν, τόν ἄν­θρω­πό σου». Εἶ­ναι θε­με­λι­ώ­δους ση­μα­σί­ας ἀ­πάν­τη­ση. «Θέλεις νά σοῦ δεί­ξω τόν Θε­ό μου; Μά­λι­στα. Δεῖ­ξε μου πρῶτα ποι­ός εἶσαι, καί θά σοῦ δεί­ξω μετά τόν Θε­ό μου».
Ἀ­κό­μη ἔ­χου­με ἕ­να θαυ­μά­σιο κεί­με­νο τοῦ ἁ­γί­ου Ἰσα­άκ τοῦ Σύ­ρου πού μᾶς μι­λά­ει γι’ αὐ­τήν τήν κα­θα­ρό­τη­τα τῆς καρ­διᾶς: «Καὶ τί ἐ­στι κα­θα­ρό­της συν­τό­μως; Καρ­δία ἐ­λε­ή­μων ὑ­πὲρ πά­σης τῆς κτι­στῆς φύ­σε­ως. Καὶ τί ἐ­στιν καρ­δί­α ἐ­λε­ή­μων; Καῦ­σις καρ­δί­ας ὑ­πὲρ πά­σης τῆς κτί­σε­ως, ὑ­πὲρ τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ τῶν ὀρ­νέ­ων καὶ τῶν ζῴ­ων καὶ τῶν δαι­μό­νων καὶ ὑ­πὲρ παν­τὸς κτί­σμα­τος, καὶ ἐκ τῆς μνή­μης αὐ­τῶν καὶ τῆς θε­ω­ρί­ας αὐ­τῶν ῥέ­ου­σιν οἱ ὀ­φθαλ­μοὶ αὐ­τοῦ δά­κρυ­α… ἀ­μέ­τρως κα­θ’  ὁ­μοι­ό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ»[5].
Δηλα­δή: Καί τί εἶ­ναι, μέ δυ­ό λό­για, κα­θα­ρό­τη­τα; Εἶ­ναι ἡ καρ­διά ἡ ἐ­λε­ή­μων γιά ὅλη τήν κτιστή φύση· καί τί εἶναι ἐλε­ή­μων καρ­διά; Εἶναι ἡ καρδιά πού καίγεται μέσα της γιά ὅλη τήν κτίση , γιά τούς ἀνθρώπους καί γιά τά πουλιά καί γιά τά ζῶα, ἀκόμα καί γιά τούς δαί­μο­νες –τούς λυπᾶται·  «τα­λαί­πω­ρα πλά­σμα­τα , λέει, ποῦ φτά­σα­τε…!»– καί γιά κάθε δημι­ούρ­γημα. Καί μό­νο για­τί τά θυ­μᾶ­ται κα­νείς αὐτά, καί μό­νο για­τί τά βλέ­πει, τρέχουν ἀπό τά μάτια του πολλά δάκρυα… μοιάζοντας στόν Θεό. Βλέ­πε­τε ἐ­δῶ τώ­ρα τί θά πεῖ ἁγνό­τη­τα καρ­διᾶς;
Αὐ­τήν τήν καύ­ση τῆς καρ­διᾶς αἰσθάνθηκαν καί οἱ δύ­ο μαθητές πρός Ἐμ­μα­ούς, καθώς ἄ­κου­γαν τά λό­για τοῦ Ἰ­η­σοῦ στόν δρό­μο, καί εἶ­παν: «Οὐ­χὶ ἡ καρ­δί­α ἡμῶν και­ο­μέ­νη ἦν ἐν ἡ­μῖν, ὡς ἐ­λά­λει ἡ­μῖν ἐν τῇ ὁ­δῷ καὶ ὡς δι­ή­νοι­γεν ἡ­μῖν τὰς γρα­φάς;»[6]. Δέν και­γό­ταν ἡ καρ­διά μας , καθώς μᾶς ἐξηγοῦσε στόν δρόμο τίς Γρα­φές ; Ἀλ­λά οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί, οἱ δύ­ο μα­θη­τές, ἔζη­σαν τήν πα­ρου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ καί αἰ­σθάν­θη­καν αὐ­τό πού αἰ­σθάν­θη­καν γιατί εἶχαν μία καθαρότητα καρ­διᾶς· ἄν ἦ­ταν ὅ­μως κα­νέ­νας Κα­ϊ­ά­φας καί κα­νέ­νας Ἄν­νας, θά αἰ­σθάνονταν τό ἴ­διο; Θά ­συ­νελ­άμ­βα­ναν πάλι τόν Ἰη­σοῦ, γιά νά Τόν ξα­να­σταυ­ρώ­σουν!
Καί ἡ ἀ­μοι­βή αὐτῶν πού ἔχουν καθαρή καρδιά εἶναι νά δοῦν τόν Θεό· «ὅ­τι αὐ­τοὶ τὸν Θε­ὸν ὄ­ψον­ται»!
Εἴ­δα­με στόν ἅ­γιο Ἰ­σα­άκ νά ταυ­τί­ζε­ται ἡ κα­θα­ρό­τη­τα μέ τήν ἀ­γά­πη. Καί ἐ­πει­δή «ὁ Θε­ὸς ἀ­γά­πη ἐ­στί»[7], γι’ αὐ­τό θά δοῦν τό πρό­σω­πο τοῦ Θε­οῦ, δηλαδή τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ, καί ἐ­δῶ στή γῆ καί στόν Οὐ­ρα­νό. Ἐ­δῶ «δι’  ἐ­σό­πτρου ἐν αἰ­νίγ­μα­τι», ἐ­κεῖ στόν Οὐρανό «πρό­σω­πον πρὸς πρό­σω­πον».[8] Λυ­πᾶ­μαι πού δέν ἔ­χω χρό­νο νά κά­νω ἐ­δῶ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­νά­λυ­ση.
Μᾶς λέ­ει ὁ Ἰ­ω­άν­νης: «Ἀ­γα­πη­τοί, νῦν τέ­κνα Θε­οῦ ἐ­σμεν, καὶ οὕ­πω ἐ­φα­νε­ρώ­θη τί ἐ­σό­με­θα· οἴ­δα­μεν δὲ ὅ­τι ἐ­ὰν φα­νε­ρω­θῇ, ὅ­μοι­οι αὐ­τῷ ἐ­σό­με­θα, ὅ­τι ὀ­ψό­με­θα αὐ­τὸν κα­θώς ἐ­στι. καὶ πᾶς ὁ ἔ­χων τὴν ἐλ­πί­δα ταύ­την ἐ­π’  αὐ­τῷ ἀ­γνί­ζει ἑ­αυ­τόν, κα­θὼς ἐ­κεῖ­νος ἁ­γνός ἐ­στι»[9]. Ἀγαπητοί, τώρα εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν φα­νε­ρώ­θη­κε ἀ­κό­μη τί θά εἴ­μα­στε· ξέρουμε ὅμως ὅτι ὅ­ταν θά φα­νε­ρω­θεῖ , θά εἴ­μα­στε ὅμοι­οι μ’   Ἐ­κεῖ­νον, διότι θά Τόν δοῦ­με ὅ­πως εἶ­ναι. Καί ὅποιος ἔχει αὐτή τήν ἐλπίδα πρός Αὐτόν, καθα­ρίζει τόν ἑαυτό του, γίνεται ἁγνός , ὅπως ἁγνός εἶναι καί Ἐκεῖνος. Στήν Ἀ­πο­κά­λυ­ψή του δέ ὁ Ἰωάννης λέ­ει ὅτι θά δοῦ­με τό πρό­σω­πό Του.[10]
Πῶς ὅ­μως βλέ­πε­ται ὁ Θε­ός ἐ­δῶ; Αὐτό γίνεται ἐν­δι­ά­θε­τα, ἀ­πό μέ­σα, –διακρίνοντας πάν­το­τε τήν οὐ­σί­α ἀπό τή δό­ξα, ἄν μποροῦμε βέβαια νά δι­α­κρί­νου­με τά δυό αὐ­τά. Ὁ ἄλ­λος δί­νει τή ζω­ή του γιά μαρ­τύ­ριο· ἄν ὅμως δέν ἔβλε­πε τόν Θεό, δέν θά τήν ἔ­δι­νε γιά χάρη Του, καί μάλιστα μέ μαρ­τυρικό τρόπο.
Ἀκόμη, ὁ Θεός ὁ­ρᾶ­ται μέ τίς ἐ­πεμ­βάσ­εις Του στήν Ἱ­στο­ρί­α· ὅ­πως στήν Ἐ­ρυ­θρά θά­λασ­σα. Ὁ Μωυ­σῆς ὀνο­μά­ζε­ται Θε­ό­πτης . Ὁ πρω­το­μάρ­τυρας Στέ­φα­νος ἀναφέ­ρε­ται ὅτι εἶ­δε τήν δό­ξα τοῦ Θε­οῦ.[11] Ὅ­λοι οἱ Ἅγιοι ἔχουν τήν ἐμ­πει­ρί­α τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς δό­ξης τοῦ Θε­οῦ, καί γε­νι­κά τῶν ἀ­κτί­στων ἐ­νερ­γει­ῶν Του.
Ἀ­γα­πη­τοί μου, μέ ἀ­πό­λυ­τη συ­ναί­σθη­ση νά προ­σευ­χό­μα­στε γιά ἐ­κεῖ­νο πού προσευχόταν κι ὁ Δαυ­ίδ: «Καρ­δί­αν κα­θα­ρὰν κτί­σον ἐν ἐ­μοί, ὁ Θε­ός, καὶ πνεῦ­μα εὐ­θὲς ἐγ­καί­νι­σον ἐν τοῖς ἐγ­κά­τοις μου»[12].


Κυριακή, 14 Ἰανουαρίου 1996

    
(συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως Θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.




[1]. Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος, Εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, Ὁμιλία ιε΄,  γ΄, MPG 57, 227, 57-60.
[2]. Ἰ­ω­άν. 3, 20.
[3]. Α΄ Θεσ. 4, 3.
[4]. Θεόφιλος Ἀντιοχείας, Πρὸς Αὐτόλυκον, Clarendon, 1, 2, 1-20.
[5]. Ἅγ. Ἰ­σα­άκ ὁ Σύ­ρος, Εὑρεθέντα Ἀ­σκη­τι­κά, Λό­γος ΠΑ΄, 7, Πε­ρὶ δι­α­φο­ρᾶς ἀ­ρε­τῶν καὶ πε­ρὶ τε­λει­ώ­σε­ως παν­τὸς δρό­μου.
[6]. Βλ. Λουκ. 24, 13-35.
[7]. Α΄ Ἰ­ω­άν. 4, 16.
[8]. Βλ. Α΄ Κορ. 13, 12.
[9]. Α΄ Ἰ­ω­άν. 3, 2-3.
[10]. Βλ. Ἀποκ. 22, 4.
[11]. Βλ. Πράξ. 7, 55.
[12]. Ψαλ­μ. 50, 12.
http://makkavaios.blogspot.gr/2016/01/b.html#more