Αποτέλεσμα εικόνας για αθανασιος μυτιληναιος

 Τήν περασμένη φορά εἴχαμε ἀναφερθεῖ στόν πρῶ­το μα­κα­ρισμό, καί ἀπόψε, μέ τή βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ, θά μιλή­σου­με γιά τόν δεύτερο.

Ὁ Κύ­ριος λέ­ει: «Μα­κά­ριοι οἱ πεν­θοῦν­τες , ὅ­τι αὐ­τοὶ πα­ρα­κλη­θή­σον­ται»[1]. Εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ἐκεῖ­νοι πού πεν­θοῦν, για­τί αὐ­τοί θά πα­ρη­γο­ρη­θοῦν.
Ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως ὑ­πάρ­χουν πα­ρά­δο­ξα σχή­μα­τα μέ­σα στόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι εὐ­τυ­χεῖς, λέ­ει, ἐ­κεῖ­νοι πού πεν­θοῦν. Δέν εἶ­ναι ἀν­τι­φα­τι­κό; Πῶς μπο­ρεῖ κα­νείς νά εἶ­ναι εὐ­τυ­χισμένος, ὅταν πεν­θεῖ, ὅ­ταν λυ­πᾶ­ται; Ἡ λύ­πη, ὁ πό­νος, τό πέν­θος εἶ­ναι στοι­χεῖ­α πού ἀντι­στρα­τεύ­ον­ται στή μα­κα­ρι­ό­τη­τα, δη­λα­δή στήν εὐ­τυ­χί­α. Καί, ἀκόμα, πῶς μα­κα­ρί­ζει ὁ Κύ­ριος τό πέν­θος –ἡ λέξη πέν­θος ἔ­χει εὐ­ρεῖ­α ση­μα­σί­α– ὅ­ταν ὁ ἴδιος ἔ­χει φυ­τέψει μέ­σα στήν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή τήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς εὐ­τυ­χί­ας; Ὁ ἄν­θρω­πος φύ­σει, δη­λα­δή ἀπό τή φύση του, ἀ­να­ζη­τᾶ τήν εὐ­τυ­χί­α, για­τί ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση εἶ­ναι φυ­τε­μέ­νη μέ­σα του. Μή ξεχνᾶμε βέβαια ὅτι καί ὁ πα­λιός Πα­ρά­δει­σος, ὁ ἀρ­χαῖ­ος, δέν ἦ­ταν πα­ρά ἕνας τό­πος εὐ­τυ­χί­ας. Ὡστόσο ἐ­δῶ ὁ Κύ­ριος ἐ­πι­μέ­νει, καί θά δοῦ­με για­τί ἀ­κρι­βῶς ἐ­πι­μέ­νει.
Ὅ­πως ὁ πρῶ­τος μα­κα­ρι­σμός εἶ­ναι πα­ρε­ξη­γη­μέ­νος –«μα­κά­ριοι οἱ πτω­χοὶ τῷ πνεύ­μα­τι»– ἔ­τσι ἔ­χει πα­ρε­ξη­γη­θεῖ καί αὐ­τός ἐ­δῶ ὁ μα­κα­ρι­σμός. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά εἶ­ναι κα­νείς εὐ­τυ­χισμένος, ὅ­ταν πεν­θεῖ; Θά τό δοῦ­με αὐ­τό στή συνέχεια τοῦ θέ­μα­τός μας.
Ἐ­δῶ ἔ­χου­με δύ­ο κα­τη­γο­ρί­ες λύ­πης ἤ πέν­θους. Ἡ μί­α κατηγορία εἶ­ναι ἡ κα­τά κό­σμον λύ­πη, καί ἡ ἄλ­λη εἶ­ναι ἡ κα­τά Θε­όν. Καί γιά τίς δύο αὐ­τές ἁ­παν­τᾶ ὁ ἀπό­στο­λος Παῦ­λος, στήν Β΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους ἐ­πι­στο­λή του, καί μᾶς λέ­ει: «Ἡ κα­τὰ Θε­ὸν λύ­πη με­τά­νοι­αν εἰς σω­τη­ρί­αν ἀ­με­τα­μέ­λη­τον κα­τερ­γά­ζε­ται, ἡ δὲ τοῦ κό­σμου λύ­πη θά­να­τον κα­τερ­γά­ζε­ται»[2]. Δη­λα­δή: Ἡ κα­τά Θε­όν λύ­πη ὁ­δη­γεῖ στή σω­τη­ρί­α· ἀν­τί­θε­τα ἡ κο­σμι­κή λύ­πη ἐπεξερ­γά­ζε­ται, προετοιμάζει, τόν θά­να­το , τή συμ­φο­ρά , τή δυ­στυ­χί­α, καί ὄ­χι βέ­βαια τή μα­κα­ρι­ό­τη­τα.
Ἀλ­λά γιά νά τά κα­τα­λά­βου­με αὐ­τά τά δύο –για­τί εἶ­ναι οὐ­σι­ώ­δους ση­μα­σί­ας γιά μι­κρούς καί με­γά­λους– πρέπει νά δοῦ­με πῶς ἔ­χουν, καί τό ἕ­να καί τό ἄλ­λο. Καί ἄς δοῦ­με πρῶ­τα τήν κα­τά κό­σμον λύ­πη:
Αὐτή εἶ­ναι ἡ κο­σμι­κή λύ­πη, ἡ λύ­πη ἐ­κεί­νη πού εἶ­ναι χω­ρι­σμέ­νη ἀ­πό τήν ἐλ­πί­δα μας πρός τόν Θεό καί ἀ­πό τήν ὑ­πο­μο­νή. Εἶ­ναι ἡ λύ­πη πού ὁ­δη­γεῖ στήν ἀ­πό­γνω­ση, δη­λα­δή στήν ἀ­πελ­πι­σί­α, στήν ἀ­πώ­λεια τῆς ἐλ­πί­δας. Εἶ­ναι ἐ­κεί­νη πού προ­κα­λεῖ­ται ἀ­πό ποι­κί­λες δυσκολίες τῆς ζωῆς μας. Ἡ λύ­πη πού προ­έρ­χε­ται ἀ­πό ἀ­τυ­χή­μα­τα, ἀ­πό οἰ­κο­νο­μι­κές δυ­σχέρειες, φτώ­χεια, διά­φορες ἀ­πο­τυ­χί­ες, ὅπως μί­α ἀ­πο­τυ­χί­α στό σχο­λεῖ­ο ἤ στίς λε­γό­με­νες πα­νελ­λή­νι­ες ἐ­ξε­τά­σεις. Λύπη ἔχουμε καί ἀπό τή μα­ταί­ω­ση κο­σμι­κῶν ἐλ­πί­δων καί ὀ­νεί­ρων καί προσ­δο­κι­ῶν, ἐπίσης ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­των ἐ­πι­θυ­μιῶν καί ἀ­νεκ­πλή­ρω­των πό­θων πού εἴχαμε στή ζω­ή μας καί δέν τούς πραγματοποιήσαμε.
Ἡ κα­τά κό­σμον λύ­πη γεν­νι­έ­ται ἀκόμα καί ἀ­πό ἕναν πλη­γω­μέ­νο ἐ­γω­ι­σμό, ἐξαιτίας μιᾶς προ­σβο­λῆς πού μᾶς κά­νουν οἱ ἄλ­λοι. Ἀ­κό­μη μπο­ρεῖ νά ἔχουμε λύ­πη, πάν­τα κο­σμι­κή, καί ἀ­πό τόν φθό­νο ἤ ἀ­πό μί­α τυ­χόν ἐχθρό­τη­τα πού θά μᾶς δεί­ξουν οἱ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι.
Σύν­τρο­φος μιᾶς τέ­τοι­ας λύ­πης εἶ­ναι ἡ ἀ­πό­γνω­ση, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, καί, ὄ­χι σπά­νια, ἡ αὐ­το­κτο­νί­α. Κα­νείς δέν αὐ­το­κτο­νεῖ, ἄν δέν ἔ­χει αὐ­τοῦ τοῦ εἴδους τή λύ­πη. Ἄ­ρα ἡ κατά κόσμον λύ­πη εἶ­ναι πέ­ρα γιά πέ­ρα κο­σμι­κῶν δι­α­στά­σε­ων.
Συνήθως, τά τελευταῖα χρόνια, –πα­λι­ό­τε­ρα αὐτό δέν συνέβαινε– βλέπουμε στό τέ­λος τῶν πα­νελ­λη­νί­ων ἐ­ξε­τά­σε­ων, ἀλλά καί ἐ­ξε­τά­σε­ων Λυ­κεί­ου, κα­μιά φο­ρά καί Γυ­μνα­σί­ου, νά αὐ­το­κτο­νοῦν μέ διάφορους τρόπους μα­θή­τρι­ες καί μα­θη­τές! Ἔχουμε, δυστυχῶς, αὐτό τό φαινόμενο στά παιδιά μας, πού ἀπελπίζονται ἀπό τήν ἀποτυχία. Πρέ­πει λοιπόν νά μά­θου­με νά ξε­χω­ρί­ζου­με τήν κα­τά κό­σμον λύπη ἀπό τήν κα­τά Θε­όν.
Ἀ­κό­μα ἡ κοσμική λύ­πη κα­τα­στρέ­φει καί τήν ψυ­χο­σω­μα­τι­κή μας ὑ­γεί­α. Αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να πο­λύ σπου­δαῖ­ο στοι­χεῖ­ο, πού πρέ­πει νά τό προ­σέ­ξου­με. Γιά παρά­δειγμα, μία ἀ­πό τίς αἰ­τί­ες τοῦ καρ­κί­νου –ἔχουμε καί πολ­λές ἄλλες βέβαια– εἶ­ναι ἡ ἀ­ξε­πέ­ρα­στη λύ­πη, ὅπως μᾶς λέ­ει σήμερα ἡ ἰ­α­τρι­κή ἐ­πι­στή­μη.
Ἡ κα­τά κό­σμον λύ­πη δη­μι­ουρ­γεῖ καί νευ­ρώ­σεις στό στο­μά­χι. Πολ­λές φο­ρές, χω­ρίς νά ὑ­πάρ­χει αἰ­τί­α, τό στο­μά­χι ἔ­χει δυσ­λει­τουρ­γί­α, δέν μπο­ρεῖ νά χω­νέ­ψει τό φαγητό, ἔ­χει πό­νους, καί ὁ για­τρός μᾶς λέ­ει ὅ­τι εἶ­ναι νεύ­ρω­ση. Ἡ νεύ­ρω­ση, κυ­ρι­ό­τα­τα, ἔ­χει ψυ­χο­λο­γι­κή αἰ­τί­α, καί συ­νή­θως εἶ­ναι κά­ποι­α λύ­πη, κά­ποι­α στε­νο­χώ­ρια, ἕ­να ἀ­δι­έ­ξο­δο πού μπο­ρεῖ νά ἔχει κανείς σέ κά­ποιο πρόβλημά του. Ἀ­κό­μη μπο­ρεῖ νά ἔ­χου­με καί κα­κή λει­τουρ­γί­α τῆς καρ­διᾶς ἀλλά καί δυσ­λει­τουρ­γί­α τῶν ἐκ­κρί­σε­ων τῶν ἀδένων.
Μί­α ἀπό αὐτές τίς δυσλειτουργίες, πού εἶ­ναι καί πά­ρα πο­λύ φα­νε­ρή καί γνω­στή ἡ ἐ­νέρ­γειά της, εἶναι στούς σιε­λο­γό­νους ἀ­δέ­νες, μέ­σα στό στό­μα μας. Ὅ­ταν βλέ­που­με ἕ­να ὡ­ραῖ­ο φα­γη­τό, αὐ­τό ἀ­μέ­σως προ­κα­λεῖ τούς ἀ­δέ­νες αὐτούς καί βγά­ζουν σά­λιο. Τό σά­λιο εἶ­ναι πεπτι­κό ὑ­γρό. Ἡ πέψη ἀρχίζει στό στόμα μέ τό σά­λιο, συ­νε­χίζεται στό στο­μά­χι καί ὁλοκλη­ρώ­νε­ται στό λεπτό ἔντε­ρο, μέ τή βοήθεια καί ἄλλων πεπτικῶν ὑγρῶν. Τό σά­λιο εἶ­ναι χω­νευ­τι­κό, καί ἐ­άν δέν τό ἔ­χουμε, τό­τε δυσκο­­λεύ­εται ἡ πέψη. Ὅ­ταν εἴμαστε στε­νο­χωρημέ­νοι –τό ἔ­χε­τε προ­σέ­ξει;– δέν ἔ­χου­με ἔκ­κρι­ση ἀ­πό τούς σι­ε­λο­γό­νους ἀ­δέ­νες, καί λέ­με ὅ­τι στέ­γνω­σε τό στό­μα μας ἀ­πό τή στε­νο­χώ­ρια.
Εἴ­δα­τε πῶς ἀ­να­στέλ­λε­ται ἡ ἔκ­κρι­ση τῶν ἀ­δέ­νων ἀ­πό τήν στε­νο­χώ­ρια; Τό λέ­ω για­τί ἔ­χου­με κι ἄλ­λους ἀδέ­νες στόν ὀργανισμό μας, τούς ὁ­ποί­ους βε­βαί­ως δέν μπο­ροῦ­με νά ἐ­λέγ­ξου­με. Μέ­σα στό στο­μά­χι ἐκ­κρί­νο­νται διάφορα πεπτικά ὑγρά γιά νά γί­νει ἡ χώ­νευ­ση. Αὐτό ὅμως δέν συμβαίνει ὅταν, ἀ­πό μί­α στε­νο­χώ­ρια, ἀ­πό μί­α λύ­πη, αὐ­τά τά ὑγρά, οἱ ἐκ­κρί­σεις, δέν παρά­γονται. Τότε πέ­φτει σάν μο­λύ­βι τό φα­γητό μέ­σα μας.
Ἡ λύ­πη, ἐπίσης, πολύ συχνά, εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη καί γιά ἐγ­κε­φα­λι­κά ἐ­πει­σό­δια.
Ὅ­λα λοι­πόν αὐ­τά δεί­χνουν ὅ­τι ἡ κα­τά κό­σμον λύ­πη ὁ­δη­γεῖ σέ πράγ­μα­τα ἀ­νε­πι­θύ­μη­τα, καί δέν θά μπο­ροῦ­σε βέ­βαι­α αὐτό νά μήν ἀ­πα­σχο­λή­σει καί τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Γι’ αὐ­τό στή Σοφία Σειράχ, στό 30ό κεφά­λαιο, διαβάζουμε: «Μὴ δῷς εἰς λύ­πην τὴν ψυ­χήν σου καὶ μὴ θλί­ψῃς σε­αυ­τόν, ἐν βου­λῇ σου… λύ­πην μα­κρὰν ἀ­πό­στη­σον ἀ­πὸ σοῦ· πολ­λοὺς γὰρ ἀ­πώ­λε­σεν ἡ λύ­πη , καὶ οὐκ ἔ­στιν ὠ­φέ­λεια ἐν αὐ­τῇ»[3]. Μήν παρα­δώ­σεις τόν ἑ­αυ­τό σου σέ θλίψη καί μή τόν πιέσεις… Νά ἀ­πο­μα­κρύ­νεις ἀ­πό κον­τά σου τή λύ­πη , δι­ό­τι κα­τέ­στρε­ψε πολ­λούς , καί δέν κερ­δί­ζεις τί­πο­τα ἀπό αὐτήν. Πεν­θεῖς, ἄς ποῦμε, ἀλλά θλί­βε­σαι πά­ρα πο­λύ· καί πᾶς καί βρί­σκεις, ἀ­πό τή λύ­πη σου, τόν μα­κα­ρί­τη! Τί κέρ­δι­σες; Τόν ἔ­φε­ρες πί­σω; Ὄ­χι· ἀλλά, ἀν­τίθετα, μᾶλ­λον ἄνοι­ξες τόν δρό­μο γιά νά πᾶς καί ἐ­σύ ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι ἐκεῖ­νος.
Ἀ­κό­μη, συ­νε­χί­ζει ἡ Σο­φί­α Σει­ράχ στό 38ο κε­φά­λαι­ο: «ἀ­πὸ λύ­πης γὰρ ἐκ­βαί­νει θά­να­τος , καὶ λύ­πη καρ­δί­ας κάμ­ψει ἰ­σχύν»[4], για­τί ἀ­πό τή λύ­πη ξε­πη­δᾶ ὁ θά­να­τος , καί ἡ λύ­πη τῆς καρ­διᾶς θά λυ­γί­σει τή δύ­να­μη, πού ἔχει μέσα του ὁ ἄνθρωπος γιά νά ἀντέξει.
Στό 30ό κε­φά­λαι­ο ὅμως τοῦ ἴ­δι­ου βι­βλί­ου λέ­ει: «Εὐ­φρο­σύ­νη καρ­δί­ας ζω­ὴ ἀν­θρώ­που , καὶ ἀ­γαλ­λί­α­μα ἀν­δρὸς μα­κρο­η­μέ­ρευ­σις»[5]. Ἡ χαρά καί ἡ εὐφρο­σύ­νη τῆς καρδιᾶς εἶναι ζω­ή γιά τόν ἄνθρωπο , καί ἡ ἀγαλ­λί­α­σή του εἶναι ἡ μα­κρο­η­μέ­ρευ­ση, τό νά ζήσει πολ­λά χρό­νια. Ἐ­νῶ ὅ­ταν δέν ἔ­χει κανείς αὐ­τή τήν ἀ­γαλ­λί­α­ση, δη­λα­δή δέν ζεῖ χα­ρού­με­να, ζεῖ θλιμ­μέ­να καί ζο­ρι­σμέ­να, τό­τε αὐ­τό τοῦ λι­γο­στεύ­ει τή ζω­ή.
Αὐτοί πού ἔχουν τήν κα­τά κό­σμον λύπη ζοῦν σάν νά μήν ὑ­πάρ­χει ὁ Θε­ός. Γι’ αὐ­τό καί ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος γρά­φει: «Οὐ θέ­λο­μεν ὑ­μᾶς ἁ­γνο­εῖν, ἀ­δελ­φοί, πε­ρὶ τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων, ἵ­να μὴ λυ­πῆ­σθε κα­θὼς καὶ οἱ λοι­ποὶ οἱ μὴ ἔ­χον­τες ἐλ­πί­δα»[6]. Δέν θέ­λου­με, ἀδελφοί, ἐσεῖς νά ἔχετε ἄγνοια γιά τούς πε­θα­μέ­νους, γιά νά μή λυ­πᾶστε ὅ­πως αὐ­τοί πού δέν ἔ­χουν τήν ἐλ­πί­δα τῆς ἀ­να­στά­σε­ως τῶν νε­κρῶν, πού εἶ­ναι ἔ­ξω ἀ­πό τόν χῶ­ρο τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ. Ἔ­τσι, ἡ πίστη μας στήν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν μᾶς δίνει παρηγοριά. Καί ἡ ἀνά­στα­ση τῶν νε­κρῶν δέν εἶ­ναι ἕ­νας μῦ­θος, πού νά μπο­ροῦ­με ἁ­πλῶς νά τόν προ­βάλ­λου­με γιά νά πα­ρη­γο­ρή­σου­με τόν συν­άν­θρωπό μας, ἀλλά εἶ­ναι μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­να­στή­θηκε ὁ Χρι­στός, θά ἀ­να­στη­θοῦν καί οἱ νε­κροί.
Πρέ­πει νά γνω­ρί­ζου­με ἀ­κό­μη ὅ­τι ἐ­φό­σον ἡ κα­τά κό­σμον λύ­πη ὁ­δη­γεῖ καί στόν βι­ο­λο­γι­κό ἀλ­λά καί στόν πνευ­μα­τι­κό θά­να­το –τό ὑπογραμμίζω– εἶ­ναι ἑ­πό­με­νο νά συ­νι­στᾶ θα­νά­σι­μο ἁ­μάρ­τη­μα. Ὄν­τως οἱ Πα­τέ­ρες ἔχουν κα­τα­τά­ξει τήν κα­τά κό­σμον λύ­πη ἀ­νά­με­σα στά ἑ­πτά θα­νά­σι­μα ἁ­μαρ­τή­μα­τα!
Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ κα­τά κό­σμον λύ­πη, ἡ ὁποία εἶναι ἰδι­αίτε­ρα κα­τα­στρε­πτι­κή, καί πνευ­μα­τι­κά καί σω­μα­τι­κά.
Ἀλ­λά ἄς δοῦ­με καί τήν κα­τά Θε­όν λύ­πη, πού ἐ­δῶ μα­κα­ρί­ζε­ται.
Ἡ κα­τά Θε­όν λύ­πη λοιπόν συν­δέ­ε­ται πάν­το­τε ἄ­με­σα μέ τόν πρῶτο μα­κα­ρι­σμό. Δη­λα­δή ἡ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τος δη­μι­ουρ­γεῖ στήν ψυ­χή μία λύ­πη. Οἱ «πτω­χοὶ τῷ πνεύ­μα­τι», αὐ­τοί πού εἶ­ναι φτω­χοί μέ δική τους προ­αί­ρε­ση, αὐ­τοί πού εἶ­ναι τα­πει­νοί, αὐ­τοί πού βλέ­πουν τόν πραγ­μα­τι­κό τους ἑ­αυ­τό, λυ­ποῦνται. Γι’ αὐ­τό σᾶς εἶ­πα ὅ­τι ὁ δεύ­τε­ρος μα­κα­ρι­σμός συν­δέ­ε­ται μέ τόν πρῶ­το. Ἀλ­λά αὐ­τή ἡ λύ­πη, πού μα­κα­ρί­ζε­ται ἐδῶ, εἶ­ναι λύ­πη δη­μι­ουρ­γι­κή, εἶ­ναι λύ­πη γό­νι­μη.
Θά πά­ρω ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα, πού τό χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριος: Ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα ἑ­τοι­μά­ζε­ται νά γεν­νή­σει, λέ­ει, λυ­πᾶ­ται· ἀλ­λά αὐ­τή ἡ λύ­πη της εἶ­ναι «πρός ζω­ήν», δι­ό­τι με­τά τόν το­κε­τό θά ἔ­χει χα­ρά. Ἔ­τσι εἶ­ναι ἡ λύ­πη πού με­τά φέρ­νει τή χα­ρά. Νά πῶς τό λέ­ει αὐτό ὁ Κύριος: «Οὐ­κέ­τι μνη­μο­νεύ­ει τῆς θλί­ψε­ως διὰ τὴν χα­ρὰν ὅ­τι ἐ­γεν­νή­θη ἄν­θρω­πος εἰς τὸν κό­σμον»[7]. Δηλα­δή ἡ γυναίκα δέν θυμᾶται πιά τή θλίψη πού πέ­ρα­σε προ­η­γου­μέ­νως , γιατί ὅ­ταν γεν­νη­θεῖ τό παι­δί  τήν ξε­χνά­ει, καί χαίρεται πού ἦρ­θε στόν κό­σμο ἕ­νας και­νούρ­γιος ἄν­θρω­πος.
Αὐ­τό δέ τό πα­ρά­δειγ­μα ὁ Κύ­ριος τό εἶ­πε στούς μαθητές Του ἐπειδή θά συνέβαινε καί σ’ αὐτούς τό ἴδιο. Τούς εἶπε: «Καί ἐ­σεῖς θά ἔ­χε­τε λύ­πη πού θά σταυρωθῶ· ἀλλά ὅ­ταν ἐ­γώ θά ἀ­να­στη­θῶ καί θά μέ ξα­να­δεῖ­τε , τό­τε θά ἔ­χε­τε χα­ρά, ἐνῶ ὁ κό­σμος , πού χαιρόταν πρίν μέ τή δι­κή σας τή λύ­πη , για­τί κα­τά­φε­ρε νά μέ σταυ­ρώ­σει, τώρα θά λυπᾶται».
(συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.



[1]. Ματθ. 5, 4.
[2]. Β΄ Κορ. 7, 10.
[3]. Σοφ. Σειρ. 30, 21-23
[4]. Σο­φ. Σει­ρ. 38, 18.
[5]. Σοφ. Σειρ. 30, 22.
[6]. Α΄ Θεσ. 4, 13.
[7]. Ἰ­ω­άν. 16, 21.
 
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/12/blog-post_78.html