Πολλές φορές ὁ δίκαιος ἔφευγε μόνος του καί πήγαινε ἔξω ἀπό τήν πόλη, στίς βορεινές ἐρημικές περιοχές, ὅπου ἀφιερωνόταν στήν προσευχή καί τή μυστική συνομιλία μέ τό Θεό. Πάντα ἀγαποῦσε τήν ἡσυχία καί ἐπιζητοῦσε τή μόνωση. Κάποτε μοῦ εἶπε χαμογελώντας:

-Μεγάλη χάρη ἔχει ἡ ἡσυχία, παιδί μου. Καί πολλές πνευματικές ἡδονές προσφέρει. Μά νά, πού ἐμεῖς τήν ἀφήνουμε καί κατοικοῦμε μέσα στό στόμα τοῦ σατανᾶ, στερώντας ἔτσι τόν ἑαυτό μας ἀπό τόση ἀπόλαυση…
-Καλά, πάτερ, τοῦ ἀντέτεινα ἐγώ, κι ἐσύ πού, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, μεγάλωσες καί μένεις ὥς τώρα μέσα στή πόλη, τί κακό ἔπαθες;
-Ὁ Θεός μόνο ξέρει, παιδί μου, σέ πόσους πειρασμούς μ’ ἔβαλε ὁ σατανάς, σέ πόσα ἁμαρτήματα μ’ ἔριξε καί σέ πόσα πάθη μέ δούλωσε…. Σέ τόσα, πού στ’ ἀλήθεια –γιά νά μιλήσω μ’ ἀνθρώπινο τρόπο- σέ πολλούς κόπους μπῆκε ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός γιά νά μέ ξεκολλήσει ἀπό τήν κακή συνήθεια…. Ὑπῆρξαν στιγμές πολύ δύσκολες, πού φανερωνόταν ὁ Ἴδιος νά μέ διδάξει, νά μέ νουθετήσει καί νά μέ παρηγορήσει. Ἄλλοτε ἔστελνε τό Πνεῦμα Του, πού καθόταν στόν ὦμο μου σάν λευκό περιστέρι καί μέ γέμιζε μέ θεία δύναμη καί σύνεση. Καί ὅμως, ἡ πονηρή συνήθεια συνέχιζε νά μέ σπρώχνει στήν ἁμαρτία. Πολλές φορές ἐρχόταν ὁ μακάριος Παῦλος καί μοῦ ἔδινε συμβουλές, πῶς νά νικάω τά βρώμικα πάθη. Ἔτσι, λίγο-λίγο καί μέ πολλή δυσκολία, γλύτωσα ἀπ’ τά δόντια τοῦ νοητοῦ δράκοντα… Ποτέ νά μή δώσε ὁ παντοδύναμος Θεός, παιδί μου, νά γνωρίσεις τίς ἁμαρτίες πού ἔκανα, ὅταν ἤμουν νέος.
Θυμήθηκε τότε μιά ὀδυνηρή ἐμπειρία του, καί συνέχισε:
-Τά δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια, βρέθηκα μιά μέρα σέ κάποια ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου. Ξάφνου, μέ κυριεύει μιά παράξενη ταραχή, ἐνῶ ἀκούω φωννή ἀπό τόν οὐρανό νά μοῦ λέει: ‟Νήφων! Ὥς πότε; Φτάνει πιά! Πολλά κακά ἔκανες!’’. Τόσο βροντερή καί φοβερή ἦταν ἡ φωνή ἐκείνη, πού πετάχτηκα ἀπό τά στασίδι μου ἔντρομος.
Πρόσθεσε ὕστερα μέ συντριβή:
-Ἄν ὁ ἴδιος ὁ Θεός βεβαίωσε τότε πώς εἶμαι τόσο ἁμαρτωλός, τί ἔχω νά πῶ ἐγώ γιά τόν ἑαυτό μου; Κι ἄν ἀκόμα μοῦ δώσει ὁ Κύριος τή δύναμη –πράγμα ἀδύνατο, βέβαια-νά δημιουργήσω ἄλλον οὐρανό κι ἄλλη γῆ, καί νά λένε θαυμάζοντας οἱ ἄνθρωποι ‟νά, ὅλα τοῦτα τά ’χει φτιάξει ὁ Νήφων!’’, κάι πάλι ἐγώ ἔχοντας στό νοῦ τίς ἀνομίες μου, δέν πρόκειται νά ξεγελαστῶ καί νά πιστέψω πώς εἶμαι κάτι. Δαιμόνιο πονηρό καί στά ἔργα καί στήν προαίρεση εἶμαι!… Νά, λοιπον, πῶς μοῦ βγῆκε σέ κακό πού ἀντράφηκα στήν πόλη. Ἄχ, παιδί μου! Ἄν ἤξερες τί καί τί ἔκανα στά νιάτα μου, θά μ’ ἔφτυνες καί θά τό ’βαζες στά πόδια!…
Κάι ἀμέσως ἀναλύθηκε σέ δάκρυα, γιατί θυμήθηκε ὅτι κάποτε, πού εἶχε πέσει σέ μιά βαριά ἁμαρτία κι ὕστερα εἶχε πάει στήν ἐκκλησία, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τοῦ παρουσιάστηκε καί τόν ἔδιωχνε μέ αὐστηρότητα ἀπό τό ναό Του.
-Ἄκου δῶ!  τόν ἀπείλησε. Ἔτσι πού πᾶς, δέν ἔχεις σωτηρία!
Ὁ Νήφων τότε ἔπεσε στά πανάχραντα πόδια Του, τ’ ἀγκάλιασε μέ πόθο καί τά καταφιλοῦσε κλαίγοντας πικρά.
-Κύριε…., ἔλεγε ἀνάμεσα στ’ ἀναφυλλητά του, οὔτε στό μεγάλο Σου ἔλεος…. δέν θά βρῶ σωτηρία;
Τότε ὁ πολυεύσπλαχνος Ἰησοῦς τόν ἀνασήκωσε στοργικά, τοῦ χαμογέλασε καί τόν βεβαίωσε:
-Ναί! Θά βρεῖς σωτηρία στό ἔλεός μου! Γι’ αὐτό μή φοβᾶσαι. Ἀπό τώρα κανείς δέν θά σέ πάρει πιά ἀπό κοντά μου. Μόνο, ὅσες φορές πέφτεις, νά προστρέχεις σ’ ἐμένα μέ ταπείνωση καί μετάνοια, ὁμολογώντας τό σφάλμα σου καί φωνάζοντας τό «ἥμαρτον!». Κι ἐγώ θά σοῦ γιατρεύω τήν πληγή καί θά σοῦ παραστέκομαι.
Αὐτά τοῦ εἶπε ὁ Κύριος, ὁ πλούσιος σέ ἔλεος καί ἄφατος σέ φιλανθρωπία, κι ἐξφανίστηκε.
-Σάν τά θυμᾶμαι λοιπόν ὅλ’ αὐτά, σχολίαζε ταπεινά ὁ ὅσιος, βαραίνει ἡ καρδιά μου. Τί καλό ἔχω κάνει γιά νά μέ δικαιώσει ἀπ’ τά ἔργα μου ὁ Θεός; Τίποτα!  Μόνο στό ἔλεός Του ἐλπίζω…
Ὅσα μοῦ διηγήθηκε, ἔκαναν καί τή δική μου καρδιά νά ταπεινώνεται. Τά συλλογιζόμουνα κι ἔλεγα: ‟Ἀλίμονό μου, τοῦ ἄθλιου! Ἄν αὐτός μιλάει ἔτσι, τί θά πρέπει νά πῶ ἐγώ, πού δέν ἔχω στάλα ἀρετής;’’.
Εἶχε, βλέπετε, πάντα τή συνήθεια αὐτή ὁ μακάριος νά ἐξουθενώνεται μπροστά στό Θεό. Πολλές φορές, τριγυρνώντας σ’ ἔρημους τόπους, κατηγοροῦσε τόν ἑαυτό του κι ἔλεγε:
-Ἄθλιε! Δέν σοῦ φτάνει πού στήν πόλη μόλυνες τούς ἀνθρώπους μέν τήν αἰσχρή σου πολιτεία, ἦρθες τώρα καί στήν ἐρημιά γιά νά τή βρωμίσεις κι αὐτή; Νά ξεράνεις καί τά φυτά μέ τίς ἁμαρτίες σου;
Μαστιγώνοντας μέ τέτοια λόγια τόν ἑαυτό τους, τόν κατέβαζε νοερά στόν ἅδη καί τόν ἁλυσόδενε κάτω ἀπ’ τό σατανά, μονολογώντας:
-Ἔτσι σοῦ πρέπει, βρωμερέ! Σφιχτοδέθηκες πιό κάτω κι ἀπ’ τούς δαίμονες, γιά νά καταλάβεις πώς ἁμάρτησες χερότερα ἀπ’ αὐτούς!
Μέ δάκρυα πρόφερε τίς τελευταῖες λέξεις, γιατί φοβόταν μή χαθεῖ ἡ ψυχή του καί κολαστεῖ αἰώνια. Γιατί, ὅπως ἔλεγε, ἡ πίκρα τοῦ ἅδη θά εἶναι φοβερή. Ἐκεῖ θά βασιλεύουν τό πηχτό σκοτάδι καί ἡ ἀφόρητη δυσωδία, πού θά ξεχύνεται ἀπ’ τό σατανά. Ἀλλά καί οἱ ταλαίπωρες ψυχές τῶν κολασμένων ἁμαρτωλῶν, δεμένες κι αὐτές μέσα στό αἰώνιο σκοτάδι, θά κλαῖνε καί θά σπαράζουν, ζητώντας μάταια λίγο φῶς, λίγη παρηγοριά…
Φρίκη τόν κυρίευσε, ὅταν μιλοῦσε γιά τή σκοτεινή κόλαση ὁ δίκαιος, καί ἱκέτευε μέ θέρμη τόν ἐλεήμονα Θεό νά τόν λυτρώσει ἀπ’ τήν καταδίκη ἐκείνη.
Μιά μέρα, πού ὁ ὅσιος βρισκόταν πάλι σ’ ἕναν ἐρημικό τόπο, ἡ προσευχή του ξεχείλιζε ἀπό δοξολογίες καί αἴνους καί ἱκεσίες στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό καί στούς ἁγίους ἀγγέλους Του.
Ἔξαφνα τό στερέωμα τ’ οὐρανοῦ ἄνοιξε καί ὁ Κύριος φανερώθηκε καθισμένος σέ περίλαμπρο θρόνο. Γύρω Του ἦταν παραταγμένοι μέ σεβασμό κι εὐλάβεια οἱ ἀρχιστράτηγοι τῶν οὐρανίων ταγμάτων καί ἀναρίθμητοι ἄλλοι ἄγγελοι. Τό βλέμμα του ὁσίου αἰχμαλωτίστηκε ἀπό τή θεωρία, κι ἕνα χαμόγελο εὐφροσύνης ἄνθισε στά χείλη του. Ἡ καρδιά του λαχταροῦσε μέ φλογερό πόθο νά βρεθεῖ ἀνάμεσά τους. Πῶς θά ἤθελε νά ’ταν πουλί καί νά πετάξει ὥς ἐκεῖ!
Μά κι ἐκεῖνοι φαίνονταν νά τόν κοιτᾶνε εὐχαριστημένοι. Δείχνοντάς τον μέ χαρά ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ἔλεγαν:
-Νά, ὁ Νήφων!  Ὁ ἀγαπημένος μας φίλος εἶν’ ἐδῶ! Τί ἀγάπη μᾶς ἔχει, ἀλήθεια! Μά γι’ αὐτό κι ἐμεῖς τόν μνημονεύουμε στίς μυστικές ἱερουργίες μας!
Μέ τίς ἀγγελικές αὐτές συνομιλίες, τό ὅραμα ἔσβησε. Μά ὁ δίκαιος ἀπόμεινε ἐκεῖ, συνεπαρμένος ἀπ’ τήν παρουσία τους, πλέκοντάς τους ὕμνους καί ἐγκώμια γεμάτα χάρη καί τερπνότητα.
Πάντα ὁ εὐλογημένος μακάριζε τούς ἀγγέλους καί μᾶς ἔλεγε:
-Ὤ, πόσο ἀγαποῦν οἱ ἅγιοι ἄγγελοι τό γένος τῶν χριστιανῶν! Ἄν ξέραμε πόσο κοπιάζουν γιά χάρη μας!…. Πόσο λοιπόν πρέπει κι ἐμεῖς νά τιμᾶμε καί νά εὐγνωμονοῦμε αὐτούς τούς μεγάλους εὐεργέτες μας, αὐτά τά πολύτιμα πετράδια, τ’ ἀστραφτερά μαργαριτάρια, τά ἐπουράνια στολίσματα, τ’ ἀθάνατα λουλούδια!  Γιατί πρεσβεύουν ἀκατάπαυστα γιά μᾶς στόν Πανάγαθο καί Τον ἱκετεύουν νά μᾶς λυπηθεῖ καί νά μᾶς σώσει ἀπ’ τήν αἰώνια κόλαση. Χώρια πού μᾶς παραστέκουν νύχτα-μέρα: Ὅταν τρῶμε, στέκονται δίπλα μας φρουροί. Ὅταν κοιμόμαστε, μᾶς σκεπάζουν προστατευτικά μέ τίς φτεροῦγες τους. Μά κι ὅταν δουλεύουμε κι ὅταν βαδίζουμε στό δρόμο κι ὅταν ταξιδεύουμε στή θάλαστα, παντοῦ καί πάντα, εἶναι δίπλα μας, προστάτες καί βοηθοί μας σέ ὅλα!
Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.216-221)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/05/blog-post_90.html