ΜΕΛΕΤΕΣ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ
Ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν. Δέν εἶναι ὅμως ἡ ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν, αὐτό πού μᾶς χαρίζει τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν ἁπλῶς μᾶς δίνει τή δυνατότητα νά ποῦμε ὅτι «εἴμαστε ἀχρεῖοι δοῦλοι»[1]. Ἡ υἱοθεσία, δηλαδή ἡ μετοχή στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ διά τῆς ζωῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, χαρίζεται ὡς δῶρο, ἐξ αἰτίας τῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ στούς πιστούς δούλους Του.
«Ὁ Κύριος», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής, «θέλοντας νά διδάξῃ ὅτι κάθε ἐντολή [τοῦ Θεοῦ] ὀφείλουμε [νά τήν ἐπιτελέσουμε] καί ὅτι μέ τό ἴδιο τό Αἷμα Του ἔχει χαριστῆ στούς ἀνθρώπους ἡ υἱοθεσία, λέγει: «Ὅταν ἐκτελέσετε ὅλα ὅσα εἶναι προσταγή [τοῦ Θεοῦ] σέ σᾶς, τότε νά πῆτε, ὅτι εἴμαστε ἄχρηστοι δοῦλοι καί κάναμε ὅ,τι εἴχαμε χρέος νά κάνουμε». Γι’ αὐτό δέν εἶναι ἀντιμισθία γιά [προσφορά] ἔργων, ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἀλλά χάρισμα τοῦ Κυρίου ἑτοιμασμένο στούς πιστούς [Του] δούλους»[2].
Ἡ αἰτία τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν θά πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Κύριο. Ὀφείλουμε νά εἴμαστε καλοί ἀπό εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί ὄχι ἀπό διάθεση συμμόρφωσης σέ κάποιον ἠθικό κώδικα.
«Ἐπειδή ἀκριβῶς, μέ τό νά ἀπαρνηθοῦμε τόν σατανᾶ καί τά ἔργα του», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Θεόδωρος Ἐδέσσης, ἀπευθυνόμενος σέ Μοναχούς, «μέ τήν Χάρι τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ, συνταχθήκαμε μέ τόν Χριστό καί διά τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας καί τώρα πάλι διά τῆς μοναχικῆς ἐπαγγελίας, ἄς τηρήσωμε τίς ἐντολές Του. Διότι αὐτό ἀπαιτεῖ ἀπό ἐμᾶς, ὄχι μόνον ἡ διπλῆ ἐπαγγελία [μας- τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος καί τῆς Μοναχικῆς Κουρᾶς], ἀλλά καί ἡ φυσική ὀφειλή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ἀφοῦ δημιουργηθήκαμε ἀπό τόν Θεό κατ’ ἀρχάς πολύ καλοί, αὐτό ὀφείλομε νά εἴμαστε. Διότι ἄν καί ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία εἰσῆλθε κρυφά ἀπό δική μας ἀπροσεξία, εἰσήγαγε μαζί τό παρά φύσιν, ἀλλά ἕνεκα τοῦ πλήθους τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ μας, πάλι κληθήκαμε σέ ἐπιστροφή καί ἀνακαινισθήκαμε μέ τό Πάθος τοῦ Ἀπαθοῦς. Καί ἀγορασθήκαμε μέ τιμή, τό [ἀτίμητο] αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ λυτρωθήκαμε ἀπό τήν ἀρχαία πατρογονική παράβασι [τήν πτῶσι τῶν Πρωτοπλάστων]. Ἐάν ἑπομένως γίνωμε ἐνάρετοι, δέν [εἶναι] τίποτα τό σπουδαῖο· ἀλλά μᾶλλον τό νά ἐκπέσωμε τῆς ἀρετῆς [εἶναι] ἐλεεινό καί ἄξιο καταδίκης»[3].
Ὁφείλουμε νά εἴμαστε καλοί, νά τηροῦμε τίς θεῖες ἐντολές, ὄχι ἀπό ὑπακοή σέ κάποια ἠθική, φιλοσοφία ἤ σέ κάποιο σύστημα καλῶν ἀρχῶν, ἀλλά ἀπό φιλότιμο[4], ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός ἅγιος Γέρων Παΐσιος, ἀπό εὐγνωμοσύνη γιά ὅσα ἔκανε ὁ Χριστός σ’ ἐμᾶς. Ἡ εὐγνωμοσύνη-εὐχαριστία μᾶς χαρίζει τήν ἀπόλαυση τῶν θείων δωρεῶν. Ἡ ἀγνωμοσύνη ἀντίθετα, ὁδηγεῖ στήν μή τήρηση τῶν ἐντολῶν καί τελικά στήν ἄγνοια τοῦ Θεοῦ.

«Ὁ Θεός», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός, «δέν μᾶς ἐδημιούργησε [γιά νά δεχθοῦμε] «τήν ὀργή Του, ἀλλά τήν ἀγάπη Του γιά τή σωτηρία μας»[5]· γιά νά ἀπολαύσωμε τά ἀγαθά Του, [πρέπει λοιπόν] νά διακείμεθα μέ εὐχαριστία καί εὐγνωμοσύνη πρός τόν εὐεργέτη. Ἀλλά ἡ ἀμέλειά μας, γιά τήν ἐπίγνωσι τῶν δωρεῶν Του, μᾶς ὁδήγησε σέ ραθυμία. Καί αὐτή μᾶς παρέπεμψε στή λησμοσύνη, ἀπό τήν ὁποία κυριάρχησε σέ μᾶς ἡ ἄγνοια»[6].
Κατ’ ἀρχάς ὀφείλουμε νά εἴμαστε καλοί ἀπό εὐγνωμοσύνη στόν Κύριο γιά τήν δωρεά τῆς ὑπάρξεως· διότι μᾶς ἔφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη. Καί μόνο τό γεγονός τῆς κατασκευῆς μας, καί μόνο τό ὅτι ἤρθαμε ἀπό τό μή εἶναι στό εἶναι, μᾶς καθιστᾶ ὀφειλέτες στόν Θεό καί μᾶς ἐμπνέει πίστη καί ἀγάπη πρός Αὐτόν. Ὁ πιστός, διδάσκει ὁ ὅσιος Πέτρος «ὀφείλει νά σκέπτεται, ὅτι ὅπως ὁ Θεός δημιούργησε τά πάντα καί μαζί μέ ὅλα καί ἐμᾶς ἐκ τοῦ μή ὄντος [ἀπό τήν ἀνυπαρξία], ἀπό ἄκρα ἀγαθότητα, ἔτσι, ὁπωσδήποτε, μπορεῖ νά οἰκονομήσῃ καί τήν ψυχή καί τό σῶμα μας, ὅπως Αὐτός γνωρίζει»[7].
Ἕνας ἐπί πλέον λόγος γιά τήν ὑπακοή στίς θεῖες ἐντολές εἶναι τό ὅλο ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ θεία Οἰκονομία καί πρό πάντων ἡ σταυρική θυσία Του. Ὁ Κύριος μᾶς ἐξαγόρασε μέ τό τίμιον αἷμα Του. Ἐλευθέρωσε ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν τυραννία τοῦ διαβόλου, ἐνῶ ἐμεῖς εἴχαμε ἑκούσια ὑποδουλωθεῖ σ’αὐτόν.
Αὐτή ἡ ἐλευθερία χαρίζεται ἐντός τῆς Ἐκκλησίας σ’ αὐτούς πού μετανοοῦν.Δέν δίδεται βέβαια ὡς μισθός, ἀλλά ὡς χάρη.
«Δέν ἀπαιτεῖ ὁ δοῦλος», ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ ἀσκητής, «ὡς μισθό, τήν ἐλευθερία, ἀλλά κάνει εὐάρεστα τό θέλημα [τοῦ Κυρίου του], ὡς χρεώστης, καί δέχεται κατά χάριν [ἀπό τόν Κύριό του τήν ἐλευθερία]»[8].
Ἡ ἐλευθερία ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν φθορά καί τόν θάνατο δίδεται ὡς δῶρο ἀπό τόν Κύριο καί ὄχι ὡς ὀφειλόμενη ἀνταπόδοση σέ καλά ἔργα ἤ ὡς πληρωμή γιά τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Εἶναι δωρεά σ’ αὐτούς, πού ἀποδεικνύονται πιστοί δοῦλοι διά τῆς τήρησης ὅλων τῶν ἐντολῶν. Ἡ πιστότητα στά λίγα, δηλαδή ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν, μᾶς καθιστᾶ μετόχους στά πολλά, δηλαδή στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν· ὄχι δικαιωματικά, ἀλλά διότι ἔτσι θέλει ὁ θυσιασθείς ὑπέρ ἡμῶν Κύριος μας.
«Ὁ Χριστός πέθανε, σύμφωνα μέ τίς Γραφές», διδάσκει ὁ ἅγιος Μάρκος, «ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν μας[9]· καί σ’ ἐκείνους πού ὑπακούουν ὅπως πρέπει σ’ Αὐτόν, χαρίζει τήν ἐλευθερία. Διότι λέγει: «Εὖγε δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ! Πάνω σέ λίγα ὑπῆρξες πιστός, σέ πολλά θά σέ ἀποκαταστήσω. Εἴσελθε στή χαρά τοῦ Κυρίου Σου[10]»[11].
Ἡ θυσία τοῦ Χριστοῦ γιά τίς ἁμαρτίες μας, μᾶς δωρίζει τή Βασιλεία Του, ἐφ’ ὅσον ἀποδειχθοῦμε πιστοί τηρητές τῶν ἐντολῶν Του.
Τά αἴτια τῆς ὑπακοῆς μας στίς θεῖες ἐντολές, ὅπως προκύπτουν ἀπό τά ἀνωτέρω, δέν εἶναι ἀνεξάρτητα ἀπό τόν Χριστό καί τήν ἀγάπη-εὐγνωμοσύνη, πού πρέπει νά νιώθουμε γι’ Αὐτόν. Ἀντίθετα εἶναι αὐτή αὕτη ἡ εὐγνωμοσύνη, πού νιώθουμε γι’ Αὐτόν τόσο γιά τήν πλάση-ὕπαρξη, πού μᾶς χάρισε ὅσο καί γιά τήν ἀνάπλαση-ἐπάνοδο στήν κατά φύσιν ὕπαρξη, πού μᾶς παρέχει διά τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία μᾶς παρακινεῖ στήν ὑπακοή στό θεῖο θέλημα. Ἑπομένως τό αἴτιο τῆς ὑπακοῆς στίς θεῖες ἐντολές εἶναι Χριστολογικό καί ἐκκλησιολογικό. Δέν εἶναι ἠθικιστικό, οὔτε φιλοσοφικό, οὔτε ἀόριστα θεολογικό – ἐπειδή «ἔτσι τό θέλει ὁ Θεός». Ὅπως προκύπτει ἀπό τήν διδασκαλία τῶν ἁγίων φιλοκαλικῶν Πατέρων ἡ βάση τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, ἡ αἰτία τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν, εἶναι ἐκκλησιολογική.
Ἡ ὑπακοή στίς θεῖες ἐντολές δικαιολογεῖται καί νοηματοδοτεῖται ἀπό τήν εὐγνωμοσύνη, πού ὀφείλουμε νά ἔχουμε στόν Δημιουργό καί Ἀναδημιουργό μας καί στήν ἁγία Του ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Αὐτή ἡ ὑπακοή εἶναι μία πράξη, πού δέν καταπιέζει τόν ἄνθρωπο. Καί αὐτό διότι ξεκινάει ἀπό τήν ἐλεύθερη καί ἀγαπητική ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου στήν θεία δωρεά τῆς ὕπαρξης καί τῆς ἐν Χριστῶ καινῆς ὕπαρξης-κτίσης.
Αὐτή ἡ ὑπακοή δέν γίνεται ὡς ὀφειλή σ’ ἕνα ἀπρόσωπο σύστημα ἠθικῆς, ἀλλά προσφέρεται ὡς «ἀντίδωρο» σ’ ἕνα πρόσωπο, τό κατ’ ἐξοχήν Πρόσωπο, πού μᾶς ἀγαπᾶ «ὡς μανιώδης ἐραστής»[12] καί ἔγινε διά τῆς ἐνανθρωπήσεως «ἕνα» μαζί μας. Θέλει δέ καί ἐμεῖς νά γίνουμε «ἕνα» μαζί Του, γιά νά μεταλαβουμε τῆς ἀγαθότητας καί ἁγιότητάς Του[13].
Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση, γιά νά ἔχουμε τήν ἀληθινή, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ζωή. Χωρίς τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν δέν μποροῦμε νά εἴμαστε ὑγιή μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν μᾶς χαρίζει τήν αἰώνια ζωή, δηλαδή τόν Χριστό.
Τηροῦμε τίς ἐντολές γιά νά παραμένουμε στό σῶμα, συνδεδεμένοι μέ τήν ζωοποιό Κεφαλή, πού εἶναι ὁ Χριστός. «Ἐάν τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ», ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Θεόδωρος Ἐδέσσης, «σ’ Ἐκεῖνον δέν προσφέρομε τίποτα, ἐπειδή καί δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τίποτα καί εἶναι ὁ δωρεοδότης ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Ἀλλά τούς ἑαυτούς μας εὐεργετοῦμε, ἐπειδή προξενοῦμε τήν αἰώνιο ζωή καί ἀπόλαυσι τῶν ἀνεκλαλήτων ἀγαθῶν στούς ἑαυτούς μας»[14].
Ἡ ἐκκλησιολογική καί ἐσχατολογική σημασία τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν, ὅπως προκύπτει ἀπό τά ἀνωτέρω φιλοκαλικά κείμενα, εἶναι τεράστια. Ἡ τήρηση τῶν θείων προσταγμάτων μᾶς κάνει δεκτικούς τῆς θείας ζωῆς, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τόν Χριστό. Χωρίς τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν πεθαίνουμε πνευματικά, νεκρωνόμαστε. Γινόμαστε ξερά κλαδιά στήν ἄμπελο τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε ἀκολουθεῖ ἡ ἀποκοπή μας ἀπό τόν Ἀμπελουργό. Τηρώντας τίς ἐντολές, ἑνωνόμαστε διά τῆς θείας χάριτος μέ τόν Χριστό, τήν πηγή τῆς ζωῆς καί παντός ἀγαθοῦ, προσπορίζοντας στούς ἑαυτούς μας τήν αἰώνια ζωή καί ἀπόλαυση τῶν ἀνεκλάλητων πνευματικῶν ἀγαθῶν.
Ἡ μή τήρηση τῶν ἐντολῶν μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Χριστό. Γιαυτό ἀκριβῶς καί ἐπιβάλλεται ἡ «ἐκκοπή»[15]- χωρισμός ἀπ ὅλους ὅσοι ἐναντιώνονται καί μᾶς «σκανδαλίζουν»[16] -ἐμποδίζουν στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν.
Τό κριτήριο καί κίνητρο τοῦ χωρισμοῦ ἀπό τούς σκανδαλίζοντας, ὅπως καί τό κριτήριο-κίνητρο τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν εἶναι πάλι, σύμφωνα μέ τούς ἁγίους φιλοκαλικούς Πατέρες, ἐκκλησιολογικό. «Καθένας», διδάσκει ὁ ὅσιος Θεόδωρος Ἐδέσσης, «ὁ ὁποῖος στρέφεται ἐναντίον μας, ὡς πρός τήν ἐπιτέλεσι τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη κι ἄν ἤθελε εἶναι πατέρας [μας] ἤ μητέρα ἤ ὁποιοσδήποτε, ἄς μᾶς εἶναι βδελυκτός καί μισητός γιά νά μήν ἀκούσωμε, ὅτι ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ πατέρα ἤ μητέρα ἤ κάποιον ἄλλον ἀπό ὅλους, περισσότερο ἀπό Ἐμένα, δέν εἶναι ἄξιός Μου»[17].
Βδελυσσόμαστε καί μισοῦμε δηλαδή χωριζόμαστε-ἀπομακρυνόμαστε ἀπό κάθε πρόσωπο ἤ κατάσταση, πού μᾶς ἐμποδίζει νά τηρήσουμε τίς θεῖες ἐντολές, ἀπό κάθε ἕναν καί κάθε τι, πού μᾶς ἐμποδίζει τήν προσευχή, τήν κοινωνία μέ τόν Χριστό. Χωριζόμαστε ἀπό ὅλους ὅσοι μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Χριστό, ὄχι διότι ἐγωιστικά θέλουμε νά τηρήσουμε κάποιες ἀρχές ἤ προσωπικά μας προγράμματα-σχεδιασμούς. Ἀπομακρυνόμαστε ἀπό ὅσους μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Χριστό, διότι χωρισμός ἀπό τόν Χριστό εἶναι χωρισμός ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀπό τόν συνάνθρωπο, ἀπό τή Ζωή[18], τό Φῶς[19], τήν Ἀνάσταση[20], τήν Εἰρήνη[21], τήν χαρά[22], τήν ταπείνωση[23], τήν Ἀγάπη[24], τήν Ἀλήθεια[25], τό πᾶν[26].
Ἕνας εἶναι ὁ στόχος σύμφωνα μέ τά φιλοκαλικά κείμενα: ἡ παραμονή σέ διαρκή κοινωνία μέ τόν Χριστό, δηλαδή μέ τήν Ἐκκλησία, διά τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν Του καί τῆς θείας χάρης Του.
ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!
Ἀρχιμ. Σάββα Ἁγιορείτης
[1] Πρβλ. Λκ. 17, 10.
[2] Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, Περί τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, κεφ. 2, Φιλοκαλία, τόμος Α΄, σελ. 389.
[3] Ἁγίου Θεοδώρου Ἐδέσσης, Κεφάλαια ψυχωφελῆ, α΄, Φιλοκαλία, τομ. Β΄, σελ. 539-540.
[4] Πρβλ. Ἁγίου Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι Γ΄, Πνευματικός ἀγώνας, Πλανῶντες καί πλανώμενοι, ἔκδ. Ἱερόν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης, α΄ ἔκδοση 2001, σελ. 233.
[5] Α΄ Θεσσ. 5, 9.
[6] Ἁγίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Βιβλίο Πρῶτο, Προοίμιον, Κεφ. 33, Φιλοκαλία, τόμος Ε΄, σελ. 45.
[7] Ἁγίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Βιβλίο Πρῶτο, Συντομία πρός κτῆσιν τῶν ἀρετῶν καί ἀποχήν τῶν παθῶν Κεφ. 160, Φιλοκαλία, τόμος Ε΄, σελ. 223.
[8] Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, Περί τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, κεφ. 3, Φιλοκαλία, τόμος Α΄, σελ. 389.
[9] Α΄Κορ. 15, 3.
[10] Ματθ. 25, 21.
[11] Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, Περί τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, κεφ. 4, Φιλοκαλία, τόμος Α΄, σελ. 390.
[12] Ὁσίου Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος Λ΄, Περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως, κεφ. 5, Ἔκδοσις Ἱ. Μ. Παρακλήτου, σελ. 374.
[13] Πρβλ. Ἑβρ. 12, 10.
[14] Ἁγίου Θεοδώρου Ἐδέσσης, Κεφάλαια Ψυχωφελῆ, Κεφ. 3, Φιλοκαλία, Ἔκδοσις Α΄ 2011, τόμος Β΄, σελ. 541.
[15] Πρβλ. Μτ. 18, 8.
[16] Ὅ. π.
[17] Ἁγίου Θεοδώρου Ἐδέσσης, Κεφάλαια Ψυχωφελῆ, Κεφ. 4, Φιλοκαλία, Ἔκδοσις Α΄ 2011, τόμος Β΄, σελ. 541.
[18] Ἱω. 14, 6.
[19] Ἰω. 8, 12.
[20] Ἰω. 11, 26.
[21] Ἐφ. 2, 14.
[22] Γαλ. 5, 22.
[23] Μτ. 11, 29.
[24] Α΄ Ἰω. 4, 8.
[25] Ἱω. 14, 6.
[26] Πρβλ. Ἁγ. Πορφυρίου, Βίος καί Λόγοι, Ζ΄ἔκδοση,σελ. 195.