«Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, Η ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
 
ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΩΔΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΜΑΣ»
 
Δημητρίου Τσελεγγίδη
 
Καθηγητῆ τῆς Δογματικῆς
τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
 
Τήν προηγούμενη Κυριακή μετά τά Φῶτα, ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο, ὅτι ὁ Χριστός ἄρχισε τό κήρυγμά Του, ὅπως ἀκριβῶς τό ἄρχισε καί ὁ Τίμιος Πρόδρομός Του, ἀπό τήν μετάνοια καί τήν εὐχάριστη ἀγγελία γιά τήν ἐγγύτητα τῆς ἐρχόμενης Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Καί τοῦτο, γιατί ἡ μετάνοια καί ἀπό μόνη της μπορεῖ νά μᾶς ἐγγυηθεῖ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔγινε καί στήν περίπτωση τοῦ ληστῆ ἐπί τοῦ σταυροῦ. Ἄς μήν τό λησμονοῦμε ποτέ αὐτό. Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ κύρια προϋπόθεση, τό «κλειδί» εἰσόδου μας στήν Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
 
Μέ τό «σκάφανδρο» τῆς μετανοίας καί τῆς συνεπαγόμενης ταπεινοφροσύνης, νά κάνουμε αὐτήν τήν χρονιά βαθύτερη τήν «κατάδυση» στήν καρδιά μας, γιά νά βροῦμε τόν πολύτιμο «μαργαρίτη», πού λάβαμε στό Βάπτισμά μας. Καί μέ τήν ἐπιμέλεια καί τόν πόθο γιά τήν ἀγαπητική φύλαξη τῶν θείων ἐντολῶν, νά ἐπανενεργοποιήσουμε τήν ἀπενεργοποιημένη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός μας, ὥστε ἡ καρδιά μας νά γίνει ἐνεργός «μονή» – κατοικία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μέ τήν συχνή ἀνατροφοδότησή μας διά τῆς μετοχῆς τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.
 
Καί ἡ σημερινή ὁμιλία μας θά ἔχει ὡς θεμελιώδη προϋπόθεση καί νοητό ἄξονα τήν μετάνοιά μας, σέ συνδυασμό μέ τόν πόθο καί τήν ἀγαπητική τήρηση ὅλων τῶν θείων ἐντολῶν.
 
Ἡ Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Θεοφάνεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἀποτελοῦν κορυφαῖα ἱστορικά γεγονότα, πού ἔχουν σωτηριώδη σημασία γιά τόν ἄνθρωπο, στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας. Τά σωτηριώδη αὐτά γεγονότα περιγράφονται μέ λιτό καί συμπυκνωμένο τρόπο ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Ματθαῖο, ὡς ἑξῆς: «βαπτισθείς ὁ Ἰησοῦς εὐθύς ἀνέβη ἀπό τοῦ ὕδατος· καί ἰδού ἠνεώχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καί εἶδεν (ἐνν. ὁ Ἰωάννης) τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεί περιστεράν καί ἐρχόμενον ἐπ’ αὐτόν· καί ἰδού φωνή ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα»(Μθ. 3, 16-17).
 
Μιά αὐθεντική καί περιεκτική ἑρμηνεία τῆς παραπάνω Εὐαγγελικῆς περικοπῆς μᾶς παρέχει ὁ ὑμνογράφος τοῦ Ἀπολυτικίου τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἄς τό ἀκούσουμε: «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις. Τοῦ γάρ Γεννήτορος ἡ φωνή προσεμαρτύρει Σοι, ἀγαπητόν Σε Υἱόν ὀνομάζουσα. Καί τό Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς ἐβεβαίου τοῦ λόγου τό ἀσφαλές. Ὁ ἐπιφανείς Χριστέ ὁ Θεός καί τόν κόσμον φωτίσας, δόξα Σοι».
 
Μέ ἄλλα λόγια, στή Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ἔχουμε τήν πλήρη ἀποκάλυψη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός Πατέρας μᾶς διαβεβαίωσε, ἠχητικά, ὅτι ὁ βαπτιζόμενος Χριστός εἶναι ὁ ἀγαπητός, ὁμοούσιος, Υἱός Του. Καί τό Ἅγιο Πνεῦμα – ἐν εἴδει περιστερᾶς – ἐπικύρωσε μέ τήν παρουσία Του τήν ἀλήθεια τῶν λεγομένων τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

 
Ἀλλά, καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος μᾶς γνωστοποίησε πώς ὁ Θεός Πατέρας τοῦ ἀποκάλυψε, ὅτι «ἐφ’ ὅν ἄν ἴδῃς τό Πνεῦμα καταβαῖνον καί μένον ἐπ’ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ἁγίῳ· κἀγώ ἑώρακα καί μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1, 33-34).
 
Αὐτές εἶναι οἱ κύριες Βιβλικές καί ὑμνολογικές μαρτυρίες γιά τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ καί τά Θεοφάνεια.
 
Ποῦ ἔγκειται, ὅμως, ἡ σωτηριώδης σημασία τῶν ἱστορικῶν αὐτῶν γεγονότων γιά μᾶς, τούς πιστούς;
 
Μέ τήν Βάπτισή μας στόν Τριαδικό Θεό, στό ὄνομα δηλαδή τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἄνοιξε καί γιά μᾶς ὁ ἕως τότε κλειστός οὐρανός, ἐξαιτίας τῶν συνεπειῶν τοῦ Προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ἄνοιξαν οἱ πύλες τῶν οὐρανῶν καί κληθήκαμε στήν οὐράνια πατρίδα μας, ὡς ἀγαπητά πλέον – χαρισματικῶς – παιδιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Καί αὐτό, γιατί μέ τό Βάπτισμά μας ἐνταχθήκαμε στήν Ἐκκλησία, ὡς μέλη τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τοῦ κατά φύση Υἱοῦ Του.
 
Στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀποκτήσαμε – χαρισματικῶς – τίς προϋποθέσεις γιά τήν ἄμεση καί προσωπική κοινωνία μέ τά τρία θεῖα Πρόσωπα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας, κατά αἰσθητό, ὑπαρξιακῶς καί χαρισματικῶς, τρόπο. Καί τοῦτο, ἐνόσω μέ τήν παραπάνω μυστηριακή ἔνταξή μας στήν Ἐκκλησία τρῶμε – κυριολεκτικά – τόν σαρκωμένο Θεό μας. Τρῶμε τήν θεότητά Του, τήν ἄκτιστη Αὐτοζωή. Ζωοποιούμαστε μέ τήν θεωμένη σάρκα καί τήν θεωμένη ψυχή τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, μέ τόν Ὁποῖο ἑνωνόμαστε ὑπαρξιακά, σωματικά καί ψυχικά. Ἡ ψυχή μας ἑνώνεται μέ τήν ψυχή Του και τό σῶμα μας μέ τό σῶμα Του καί ἔτσι κατόπιν (τηρώντας τίς θεῖες ἐντολές Του), θεωνόμαστε ἐξ ὁλοκλήρου, χαρισματικῶς καί πραγματικῶς. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, ὁ Θεός Λόγος προσέλαβε ὅλο τόν ἄνθρωπο, γιά νά τόν θεραπεύσει και νά τόν θεώσει πλήρως. Γιατί, ὅπως λέει καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «τό ἀπρόσληπτον (ἐνν. ἀπό τόν Θεό) καί ἀθεράπευτον». Καί, ἐπειδή τά τρία θεῖα Πρόσωπα εἶναι ἀδιαίρετα ἑνωμένα καί ἀλληλοπεριχωροῦνται, ἡ ἕνωσή μας μέ τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱό τοῦ Θεοῦ (μέ τήν προϋπόθεση, πάντοτε, τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν Του καί τήν ἐνεργό παραμονή Του ἐντός μας), σημαίνει καί τήν χαρισματική ἕνωση καί κοινωνία μας μέ τόν Θεό Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Χριστός μᾶς ὑποσχέθηκε, ὅτι ὅποιος τρώει τήν Σάρκα Του καί πίνει τό Αἷμα Του, θά μένει μέσα Του καί ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός θά μένει μέσα στόν πιστό (Ἰω. 6, 56). Καί ἀκόμη, ὅτι ὁ Χριστός μέ τόν Θεό Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα θά κάνουν κατοικία Τους τήν ὕπαρξή του.
 
Ἔχουμε ἀναφέρει, ἐπανειλημμένως, τήν ρήση τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού ἐκφράζει περιεκτικά τήν διαχρονική Ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας: «ὅ γέγονε, δι’ ἡμᾶς γέγονεν ὁ Κύριος». Αὐτό ἰσχύει καί στήν προκειμένη περίπτωση. Ὅπως, δηλαδή, στήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἡ Θεοφάνεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί στόν βαπτιζόμενο ἄνθρωπο ἀποστέλλεται τό Ἅγιο Πνεῦμα διά τοῦ Χριστοῦ καί κατεβαίνει σ’ αὐτόν, τόν ἀναγεννᾶ καί τόν ἀνακαινίζει, τόν κάνει νέα ὕπαρξη καί παραμένοντας ἐνεργό μέσα του, πρακτικῶς, τόν σώζει καί τόν θεώνει. Μάλιστα, τοῦ δίνει χαρισματικῶς καί αἰσθητῶς τήν ζῶσα μαρτυρία τῆς νέας, ἐν Χριστῷ, ταυτότητάς του. Ἀλλά, καί ὡς Πνεῦμα τῆς Ὑποστατικῆς Ἀλήθειας, τόν πληροφορεῖ φερέγγυα γιά τήν χαρισματική γέννηση τοῦ Χριστοῦ μέσα του. Τόν πληροφορεῖ, βιωματικῶς, ὅτι ἔλαβε ἄνωθεν καί χαρισματικῶς τήν υἱοθεσία του ἀπό τόν Θεό Πατέρα, κράζοντας ἐντός του «ἀββᾶ ὁ Πατήρ», ὅτι δηλαδή ὁ πιστός εἶναι στό ἑξῆς, χαρισματικά, ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ καί κληρονόμος τῆς Βασιλείας τοῦ Πατρός.
 
Μέ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστός – διά τοῦ Βαπτίσματός μας – ἔκανε τόν Πατέρα Του, χαρισματικῶς, καί δικό μας Πατέρα. Γι’ αὐτό καί Τόν ἐπικαλούμαστε, πλέον, μέ παρρησία στήν προσευχή μας, ὡς κοινό μας Πατέρα, ὁμολογώντας ἔτσι, ὄχι μόνο τήν υἱοθεσία καί κατά συνέπεια τήν κληρονομία μας, ἀλλά καί τήν μεταξύ μας ὁμοτιμία καί τήν χαρισματική συγγένειά μας μέ τόν Ἴδιο τόν Θεό. Σ’ ὅλους, ἀνεξαιρέτως, τούς βαπτισμένους μᾶς δόθηκε ἐξίσου ἡ ἴδια εὐγενική καταγωγή.
 
Ὅταν, στή συνέχεια, ἀνταποκριθοῦμε στήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ γιά τήν ἀγαπητική φύλαξη τῶν θεουργῶν ἐντολῶν Του, γίνεται σέ μᾶς ἡ φανέρωση τοῦ Ἴδιου τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά μας, ἀλλά καί ἡ προσαγωγή μας ἀπό Αὐτόν στόν Θεό Πατέρα, κατά τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσή Του. Ὁ Χριστός, δηλαδή, μᾶς πληροφόρησε ὅτι μετά τό Βάπτισμά μας θά ἔχουμε τήν δυνατότητα νά ζοῦμε Τριαδική ζωή, μέ τήν θεμελιώδη προϋπόθεση – πάντοτε – ὅτι φυλάσσουμε ἀγαπητικά στήν καρδιά μας – χωρίς κοσμικούς συμβιβασμούς καί ἐκπτώσεις – τίς θεουργές ἐντολές Του.
 
Στήν περίπτωση αὐτή, ἡ καρδιά μας θά γίνει μόνιμη κατοικία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Τότε, μέ τήν νέα ἐν Χριστῷ ὕπαρξή μας, μέ λαμπικαρισμένο τό «κατ’ εἰκόνα» μας καί ἐνεργοποιημένο δυναμικά τό «καθ’ ὁμοίωσίν» μας, ὡς υἱοθετημένα – χαρισματικῶς – παιδιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα, θά ὁδηγούμαστε συχνά σ’ Αὐτόν ἀπό τόν Χριστό, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καί – κατά τό μέτρο τῆς δεκτικότητάς μας – θά ἐμπλουτιζόμαστε πνευματικά ἀπό τόν Τριαδικό πλοῦτο τοῦ Θεοῦ μας, σύμφωνα μέ τήν Βιβλική ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ πρός τόν καθένα μας.
 
Τότε, μᾶς εἶπε ὁ Χριστός, ὁ πιστός –ὁδηγούμενος δι’ Αὐτοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι στόν Θεό Πατέρα– «εἰσελεύσεται καί ἐξελεύσεται, καί νομήν εὑρήσει» (Ἰω. 10, 9). Ἔτσι, ἡ μετοχή (ὡς νομή) τοῦ ἀκτίστου πλούτου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας θά γίνει ἡ διαρκής πνευματική ἀνατροφοδότησή μας, ἀνάλογα πάντα πρός τήν δυναμικά ἐκφραζόμενη προαίρεσή μας στήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν. Οἱ θεῖες ἐντολές ἔχουν Τριαδικό χαρακτῆρα. Εἶναι ἐντολές τοῦ Θεοῦ Πατέρα, πού μᾶς τίς γνωστοποίησε ὁ Υἱός Του, ὡς ἄσαρκος στήν Παλαιά Διαθήκη καί ἔπειτα ὡς ἔνσαρκος Λόγος μέ τήν ἐνανθρώπησή Του, καί μᾶς ὑπενθυμίζονται –στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας– ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, κατά τήν ρήση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὁ Παράκλητος, πού θά μᾶς ἀποστείλει στήν προσωπική μας Πεντηκοστή, «Ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καί ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα, ἅ εἶπον ὑμῖν ἐγώ» (Ἰω. 14, 26), ἀλλά «καί τά ἐρχόμενα ἀναγγελλεῖ ὑμῖν» (Ἰω. 16,13). Ὅλα αὐτά θά πραγματοποιοῦνται, βέβαια, ὅταν ὁ Χριστός εἶναι ἐνεργός μέσα μας, ὁπότε καί λειτουργοῦν τά πνευματικά αἰσθητήριά μας, πού πιστοποιοῦν καί τήν ἐνεργοποιημένη ἐντός μας Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
 
Τότε, τό Ἅγιο Πνεῦμα θά μαρτυρεῖ τήν νέα, ζωντανή, σχέση μας μέ τόν Θεό Πατέρα καί θά μᾶς διαβεβαιώνει ἀδιάψευστα καί βιωματικά τήν πρός τόν Θεό Πατέρα σχέση μας, προσευχόμενο Αὐτό ἐντός μας ἐν «στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 27), συνοδευόμενο ὑπαρξιακά ἐκ μέρους μας μέ ἔνθερμα καί γλυκύτατα, ἀγαπητικά δάκρυα.
 
Στήν περίπτωση αὐτή ἐνεργοῦμε ὡς «ἑτεροκίνητοι», φερόμενοι ἀγαπητικά ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ἐν πάσῃ αἰσθήσει». Τότε, κατεξοχήν, βιώνουμε ἔντονα, χαρισματικῶς, τήν Ἁγιοτριαδική σχέση μέ τόν ἐντός μας ἐνεργοῦντα Τριαδικό Θεό.
 
Τότε, ἀλλάζει ριζικά, ποιοτικῶς, καί ἡ σχέση μας μέ τόν πλησίον, τόν ὁποῖο δέν κατακρίνουμε πλέον, ὅταν μᾶς ἀδικεῖ, μᾶς λοιδορεῖ ἤ μᾶς βλάπτει, ἀλλά τόν συγχωροῦμε μέ συμπόνια καί εὐσπλαγχνία, στό μέτρο πού ἐνθυμούμαστε βιωματικά καί ἐμπόνως τίς δικές μας ἁμαρτίες. Ἀλλά, τότε, ἀλλάζει ἡ σχέση μας καί μέ ὅλη τήν ἄλογη καί ἀνόργανη ἀκόμα κτίση, τήν ὁποία βλέπουμε, ἔκπληκτοι, μέ τά ἀνακαινισμένα πνευματικά αἰσθητήριά μας, νά δοξολογεῖ εὐγνωμόνως καί ἀκατάπαυστα –«ἐν ἀήχῳ φωνῇ»– τόν Τριαδικό Θεό, λειτουργώντας –κυριολεκτικά– καί αὐτά στό πλαίσιο τῶν κτιστῶν ὀντολογικῶν προδιαγραφῶν τους.
 
Ἀπ’ ὅσα εἴπαμε παραπάνω, γίνεται σαφές, ὅτι ἡ σχέση τοῦ πιστοῦ μέ τόν Τριαδικό Θεό δέν εἶναι μιά λογοκρατική, θεωρητική ἤ ἁπλῶς ἐξωτερική ἠθική σχέση μέ τίς ἐντολές Του, πού λειτουργοῦν σ’ αὐτόν ὡς ἕνας κώδικας ἠθικῆς ἤ κανονιστικῆς δεοντολογίας. Ἀντίθετα, εἶναι μιά βιωματική – χαρισματική σχέση ἑνότητας μαζί Του, πρωτίστως σέ ὀντολογικό καί Ἁγιοπνευματικό ἐπίπεδο.
 
Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, μέ τό Βάπτισμά μας λάβαμε τόν «ἀρραβῶνα» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἶναι πλέον «παρ’ ἡμῖν», ἀλλά «ἐν ἡμῖν». Καί τό ζητούμενο ἀπό μᾶς εἶναι νά γίνουμε βιωματικῶς ἡ «εὐδοκία», ἡ εὐαρέστηση, δηλαδή, τοῦ χαρισματικοῦ Πατέρα μας, ὅπως αὐτό ἐκφράζεται στήν Κυριακή Προσευχή μας. Μέ τήν ἔνθεη ζωή μας, νά δοξάζεται τό ὄνομα τοῦ χαρισματικοῦ Πατέρα μας, γιά νά πιστοποιεῖται –βιωματικῶς– ἡ πνευματική συγγένειά μας μέ Αὐτόν. Νά ζοῦμε ὡς πολίτες τῆς Βασιλείας Του καί νά φανερώνεται ἔτσι ἡ Βασιλεία Του. Νά κάνουμε τό θέλημά Του, ὅπως αὐτό γίνεται ἀπό τίς ἀγγελικές τάξεις, δοξάζοντας, δηλαδή, καί εὐχαριστώντας τόν Θεό καί Πατέρα μας.
 
Αὐτό, πού σωστά πιστεύουμε, ὅτι δηλαδή μέ τό Βάπτισμά μας «ἐνδυθήκαμε» τόν Χριστό (Βλ. Γαλ. 3,27), τόν νέο Γεννήτορά μας, ἀντί τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ, καί ὅτι λάβαμε μέσα μας –χαρισματικῶς- τόν Τριαδικό Θεό, ὀφείλουμε νά τό πιστοποιοῦμε μέ τήν ζωή μας, ἡ ὁποία νά ἔχει Τριαδοκεντρικό χαρακτῆρα, ὥστε νά εἶναι σύμφωνη καί μέ τό περιεχόμενο τῆς πίστεώς μας.
 
Ὁ Χριστός μᾶς ἀποκάλυψε ὅτι εἶναι ἀδιαίρετα ἑνωμένος μέ τόν Θεό Πατέρα, λέγοντας: «Ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί» (Ἰω. 14, 10). Μᾶς ὑποσχέθηκε -ὅπως εἴπαμε- καί τήν προσαγωγή μας στόν Θεό Πατέρα. Καί τοῦτο, ἐπειδή ἡ ζωή μας, στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἶναι βιωματικῶς αὐτονομημένη ἀπό τό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐνόσω αὐτό ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας.
 
Μέ τήν ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ στούς οὐρανούς καί τήν «ἐν δόξῃ» ἐνθρόνισή Του στά δεξιά τοῦ Πατρός, διασφάλισε ὁ Χριστός γιά πάντα τήν ἐδῶ Τριαδοκεντρική ζωή μας, στό μυστηριακό Του σῶμα, καταξιώνοντας, μέ τόν τρόπο αὐτό, τήν ἀνθρώπινη φύση μας σέ ἀσύλληπτο γιά τόν νοῦ μας βαθμό. Καί τοῦτο, γιατί, στό ἑξῆς, ἡ Ἁγιοτριαδική ζωή μας ἐκεῖ θά αὐξάνει ἀτελευτήτως, διευρυνόμενη καί ἐπεκτεινόμενη δυναμικῶς, στό μέτρο «ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
 
Στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας, γινόμαστε διά τοῦ Βαπτίσματός μας ζωντανοί ναοί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πού σημαίνει ὅτι ὁ Τριαδικός Θεός κατοικεῖ καί ἐνεργεῖ μέσα μας, ἀλλά ἐνεργεῖ καί πρός τά ἔξω καί δι’ ἡμῶν. Τότε, ἔχουμε ἐντός μας ὁμιλοῦντα τόν Τριαδικό Θεό. Τότε, ὄντως, «οὐδείς δύναται ἀντιστῆναι», στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πού μιλᾶ «δι’ ἡμῶν».
 
Βέβαια, ἡ βιωματική αὐτή πραγματικότητα δέν ὑφίσταται οὔτε διατηρεῖται μηχανιστικά καί μαγικά. Εἶναι ἐνεργός ἐντός μας ὁ Τριαδικός Θεός, μόνον ὅταν καθαριστοῦμε ψυχοσωματικά ἀπό τίς μετά τό Βάπτισμά μας ἁμαρτίες καί τίς ρυπογόνες ἑστίες τους καί ὅταν ἐπανενεργοποιηθοῦν τά πνευματικά αἰσθητήριά μας. Τότε, βλέπουμε τόν Χριστό ὡς νοερό Φῶς, τό Ὁποῖο παρέχει καί συγκροτεῖ τήν Ἁγιοπνευματική ζωή μας, ἀλλά καί τήν ζωή ὅλης τῆς κτίσεως, τῆς ὁποίας εἶναι καί ὁ Αὐτουργός. Τότε, ἔχουμε, πρακτικῶς, καί τήν διπλῆ ὅρασή μας, τότε βλέπουμε καί τίς πνευματικές ἀνεπάρκειές μας καί τήν βαρύτητα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Τότε, κατεξοχήν, γινόμαστε γνῶστες τῆς ἀδυναμίας μας καί τῆς ἀσημότητάς μας, ἔναντι τῆς ἀκτίστου δόξας τοῦ Θεοῦ.
 
Εἶναι αὐτονόητο, ὅτι χρειάζεται ἐκ μέρους μας ἔντονη πνευματική ἐγρήγορση, γιά νά διατηρηθεῖ αὐτή ἡ χαρισματική κατάσταση, πού λάβαμε μυστηριακά μέ τήν υἱοθεσία μας. Τό Βάπτισμα καί ἡ πίστη μας στόν Τριαδικό Θεό δέν ἀρκοῦν καθεαυτά γιά τήν διατήρησή της. Ἀπαιτεῖται καί ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, ὁ ἀντάξιος καθαρός βίος, ὁ ὁποῖος προϋποθέτει τήν συνεχῆ καί βαθιά μετάνοια γιά τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς μας.
 
Ὅπως ἔγινε σαφές ἀπό τά παραπάνω, τό Βάπτισμά μας προσδιορίζει ποιοτικῶς –σέ ὀντολογικό ἐπίπεδο- ὄχι μόνο τήν ἐπίγεια, ἀλλά καί τήν αἰώνια ζωή μας. Χωρίς τήν ἄνωθεν, ἀκτίστως γινομένη χαρισματική γέννησή μας στό Βάπτισμα, κανείς δέν μπορεῖ νά γίνει πολίτης τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτήν τήν Βιβλική ἀλήθεια τήν ἀποκάλυψε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός στόν Ἅγιο Νικόδημο: «Ἀμήν, ἀμήν, λέγω σοι», τοῦ εἶπε, «ἐάν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὔ δύναται ἰδεῖν τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 3,3). Καί στήν ἀπορία τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, διευκρίνισε: «ἐάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καί πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 3,5).
 
Ὁ Χριστός εἰσάγει σέ μᾶς μιά ἄλλη λοχεία, μιά ἄλλη γέννηση, ἕναν ἄλλον τρόπο γεννήσεως, μέ νερό καί Ἅγιο Πνεῦμα. Τό νερό τοῦ Βαπτίσματος εἶναι ὅ,τι εἶναι ἡ μήτρα στό ἔμβρυο. Ἔτσι, ἡ νέα ἐν Χριστῷ ζωή ἀρχίζει ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματός μας, ὡς ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ Φωτός μας. Γι’ αὐτό καί δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι τά Ἅγια Θεοφάνεια ὀνομάζονται καί Φῶτα. Τό ἄκτιστο Τριαδικό Φῶς, πού ἀποκαλύφθηκε μέ τήν Βάπτιση τοῦ Χριστοῦ στόν Ἰορδάνη, οἰκειώνεται, χαρισματικῶς, καί κατά τήν δική μας Βάπτιση. Τό ἀναστάσιμο αὐτό Φῶς συνιστᾶ οὐσιαστικό πλέον στοιχεῖο τοῦ νέου εἶναι μας στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία. Τό νερό, ἄλλωστε, τοῦ Βαπτίσματός μας εἶναι καί σύμβολο τοῦ θανάτου καί τοῦ τάφου τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου μας, τοῦ ἀνθρώπου τοῦ βεβαρημένου ἀπό τήν προγονική ἁμαρτία.
 
Μόνο μέ τήν κατά Χάρη, ἀόρατη, πνευματική γέννησή μας γινόμαστε πνευματικοί ἄνθρωποι, ὡς φορεῖς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό καί ἡ μεταξύ μας βιούμενη πνευματική ἑνότητα ἐκφράζει στήν πράξη τήν ἀληθινή συγγένειά μας, ὅτι, δηλαδή, γεννηθήκαμε ἄνωθεν, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, χαρισματικῶς.
 
Ὅσο πιό πολύ καί πιό βαθιά μετανοοῦμε καί ὅσο πιό πολύ ἔμπονα καί σπλαγχνικά συγχωροῦμε τούς ἐχθρούς μας καί ὅσους μᾶς ἀδικοῦν καί μᾶς βλάπτουν, τόσο περισσότερο ἀποκτᾶ πνευματική ποιότητα ἡ ζωή μας. Αὐτή ἡ συγχωρητικότητα συνιστᾶ στήν πράξη τήν ἐγκυρότητα τῆς γνήσιας ταυτότητάς μας στό μυστηριακό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτό, γιατί διά τῆς μετανοίας καί τῆς συγχωρητικότητας τοῦ πλησίον μας συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μας καί πρακτικῶς «ἐκταμιεύεται» ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας (Πρβλ. Μθ. 6,14 καί Μθ. 5,44), πού μᾶς δόθηκε δυναμικά ἀπό τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ, μιά γιά πάντα. Μέ τήν μετάνοιά μας, ἀδειάζει ἀπό τά ρυπογόνα ἀπόβλητα τῆς κενοδοξίας μας ἡ καρδιά μας καί διευρύνεται. Ἔτσι, γίνεται χωρητική τῆς ἀναστημένης ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, πού ἀκολουθεῖ τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Τότε, πρακτικῶς, ἐπανενεργοποεῖται ἡ ἐν Χριστῷ χαρισματική γέννησή μας, ἀλλά καί ἡ ἐν ἡμῖν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού λάβαμε δυναμικά μέ τό Ἅγιο Χρῖσμα.
 
Καί αὐτό, γίνεται καί διασφαλίζεται πρακτικῶς, ὅταν οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ ὑποκαθιστοῦν μόνιμα, ἀγαπητικά καί δυναμικά τίς ἐντολές τοῦ ἑαυτοῦ μας, δηλαδή, ὅταν ὑποκαθιστοῦν τά θελήματά μας.
 
Σήμερα, δυστυχῶς, ὑπάρχει μεγάλη διάσταση ἀνάμεσα στήν θεωρητική πίστη μας καί στήν καθημερινή, πρακτική μας ζωή. Πίστη καί ζωή, ἀντί νά ἀποτελοῦν τίς δύο ἀδιαίρετες ὄψεις τῆς ἴδιας πραγματικότητας τοῦ εἶναι μας, χωρίζονται διχοτομικά.
 
Ἀλλά, ἱστορικά, αὐτός ὁ χωρισμός ὁδήγησε τήν Ἐκκλησία στή Δύση σέ υἱοθέτηση αἱρετικῶν δογμάτων, μέ συνέπεια τήν θεσμική ἔκπτωσή της, ὡς τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ὀφείλουμε νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι εἶναι πνευματικός νόμος, ἡ ἐσφαλμένη ζωή νά ὁδηγεῖ σέ ἐσφαλμένο δόγμα καί τό ἐσφαλμένο δόγμα νά προσδιορίζει ἐσφαλμένη ζωή. Τό δόγμα ὁριοθετεῖ τό περιεχόμενο τῆς ζωῆς, χωρίς βέβαια νά ἐξαντλεῖ τό περιεχόμενο αὐτό, στήν διατύπωσή του.
 
Τόν προηγούμενο αἰῶνα καί περισσότερο στόν αἰῶνα μας, ἔγινε ἀποδοχή τῶν κοσμικῶν προτύπων ζωῆς καί στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, δηλαδή, τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἔτσι, ἔκτοτε, σταθερά κυοφορεῖται μιά φοβερή ἀλλαγή στήν πίστη μας καί, ὅπως φαίνεται ἀπό τά πράγματα, σύντομα -στίς μέρες μας-, ἄν δέν μετανοήσουμε, θά δοῦμε καί τήν θεσμική ἔκφρασή της. Θά γίνει ὅ,τι ἔγινε καί στή χώρα μας, στό πλαίσιο τῆς κοινωνικῆς μας ζωῆς, ὅπου θεσπίστηκαν ἀδιανόητοι ἐκκλησιαστικῶς νόμοι, ἐπειδή ἔγιναν ἀποδεκτά πρότυπα ζωῆς τοῦ κόσμου, πού «κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ» (Α΄Ἰω. 5,19).
 
Συγκεκριμένα, θά δοῦμε κορυφαίους ἐκκλησιαστικούς φορεῖς νά εἰσηγοῦνται ἀποδοχή Δυτικῶν δογμάτων, πού ἐκφράζουν ἀντίθετη ζωή ἀπό αὐτήν τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Καί τοῦτο, ἐπειδή υἱοθετήσαμε τά Δυτικά πρότυπα ζωῆς. Ἀποξενωθήκαμε, στήν καθημερινότητά μας, ἀπό τήν Τριαδοκεντρική Ἁγιοπνευματική ζωή. Γι’ αὐτό καί γινόμαστε δεκτικοί τῆς ἤδη ἀποκρυσταλλωμένης θρησκευτικῆς ζωῆς τῶν Δυτικῶν σέ δόγματα, πού ἐκφράζουν θεσμικά τόν ἐσφαλμένο τρόπο ζωῆς τους.
 
Εἰδικότερα, στή Δύση προηγήθηκε ὁ ὑποβιβασμός τῆς Ἁγιοπνευματικῆς ζωῆς καί ἡ ἀποδοχή τοῦ κοσμικοῦ προτύπου τῆς κοινωνικῆς καί πολιτικῆς ζωῆς καί ἀκολούθησε ἡ θεσμική ἔκφραση αὐτῆς τῆς ζωῆς, μέ τήν εἰσαγωγή νέων δογμάτων πίστεως, ὅπως εἶναι τό Filioque καί τό Πρωτεῖο Ἐξουσίας τοῦ Πάπα, τά ὁποῖα καί συνιστοῦν τήν δογματική καί θεσμική ἔκφραση τοῦ ἐσφαλμένου τρόπου ζωῆς τῆς Δύσεως.
 
Εἴμαστε, ἤδη, πολύ κοντά στήν ἀποδοχή αὐτῶν τῶν ἐσφαλμένων Δυτικῶν δογμάτων. Καί τοῦτο, γιατί σήμερα, στήν συντριπτική μας πλειοψηφία, φαίνεται, ὅτι ἔχουμε τίς ἐσφαλμένες βιωματικές προϋποθέσεις τῆς Δύσεως. Ζοῦμε, δηλαδή, στήν καθημερινότητά μας, κατά τρόπο Δυτικό. Βέβαια, ἡ κατάσταση αὐτή εἶναι ἀναστρέψιμη, μέ τήν προϋπόθεση πάντα τῆς βαθιᾶς μετάνοιάς μας καί τοῦ πόθου μας γιά τήν ἀγαπητική τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν. Μόνο αὐτά τά δύο μποροῦν νά ἀκυρώσουν τήν προγραμματισμένα προωθούμενη θεσμική ἀποστασία ἀπό τήν Βιβλική, Ἁγιοπατερική καί τήν Ἁγιοπνευματική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ!!!
 
 
 
 
http://aktines.blogspot.com/2023/01/blog-post_73.html