Γέρων Εμμανουήλ Γρηγοριάτης. Μέρος Β’ 

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
῞Ενα ἄλλο θαυμαστό γεγονός τῶν ῾Αγίων Ἀναργύρων, εἶναι τό ἑξῆς:
Πρό ὀλίγων ἐτῶν, μετέβη ἡ ῾Ηγουμένη τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας τῆς Πορταριᾶς τοῦ Βόλου, γερόντισσα Μακρίνα γιά νά κάνῃ ἐγχείρησι. Μοῦ τηλεφώνησε νά τίς κάνω προσευχή στούς ῾Αγίους Ἀναργύρους. ῞Οταν ἐπέστρεψε, μοῦ εἶπε τά ἑξῆς: «Γέροντα τά παρακάλια σου πιάσανε τόπο. Ἐπειδή στήν Ἀγγλία οἱ νόμοι τῶν νοσοκομείων δέν ἐπιτρέπουν σέ συνοδούς μας καμμία συμπαράστασι καί παροχή κάποιας βοηθείας, ἤρχοντο οἱ ῞Αγιοι Ἀνάργυροι καί μέ ἐφρόντιζαν σέ ὅ,τι εἶχα ἀνάγκη. Πρωτοστατοῦσε ὁ ῞Αγιος Παντελεήμων μαζί μέ τούς 20 ῾Αγίους Ἀναργύρους».
῾Η Γερόντισσα Μακρίνα, εἶναι μία ἁγία Μοναχή. Ζῆ ἀκόμη καί διηγεῖται τό θαῦμα αὐτό σέ ἄλλους Χριστιανούς πρός ὠφέλειάν τους.
-Πέστε μου κάτι ἀπό τήν ζωή τοῦ ἀδελφοῦ σας Μητροπολίτου Μηθύμνης Ἰακώβου, Γέροντα Ἐμμανουήλ;
-῾Ο σεβαστός μας Γέροντας καί ῾Ηγούμενος τῆς Μονῆς μας π. Γεώργιος, μέ παρεκίνησε νά ἐκθέσῳ στήν ἀγάπην σας μερικά ἀπό τά σοφά ἔργα καί διακριτικές πράξεις τοῦ ἀειμνήστου ἀδελφοῦ μου, τοῦ Μηθύμνης Ἰακώβου.
Κάποια φορά τοῦ συνέβη τό ἑξῆς περιστατικό.῞Ενας ἱερεύς του, πού ἦτο καθ᾿ ὅλα καλός, ἀφοσιωμένος λειτουργός καί ἀγαπητός στήν ἐνορία του, εἶχε μία μικρή συνήθεια. Πρό τοῦ φαγητοῦ, πάντοτε μέσα στό σπίτι του, ἔπινε ἕνα-δύο ποτηράκια ρακή. Μίαν ἡμέραν ἤπιε κάτι περισσότερο καί ζαλίστηκε. ῾Η παπαδιά του τόν ἐξενεύρισε μέ κάτι παρατηρήσεις της. Ἐκεῖνος, μή δυνάμενος νά κρατήσῃ τήν ὑπομονή του καί ἐπηρεασμένος ἀπό τό ποτό, τήν χαστούκισε.
Ἐκείνη, δυστυχῶς τοῦ ὑπέβαλε μήνυσι στήν ἀστυνομία. Τό ἔμαθε ὁ Μητροπολίτης καί παρεκάλεσε τόν Εἰσαγγελέα νά μή δημοσιευθῇ στόν τύπο ἡ ὑπόθεσις, διότι ἀδίκως θά διασυρθῇ ἡ Ἐκκλησία καί τό ράσο, γιά ἕνα τόσο μικρό οἰκογενειακό θέμα. ῾Ο εἰσαγγελεύς συνεφώνησε, ἀρκεῖ ὁ Δεσπότης νά ἐκδικάσῃ τήν ὑπόθεσι.
῾Ο Δεσπότης ὅμως, φύσει καλοκάγαθος, οὐδέποτε εἶχε τιμωρήσει κληρικόν του. Τί ἔκανε; Συνεκάλεσε ἱερατικόν συνέδριο. Κοινοποίησε ταπεινά σέ ὅλους τούς ῾Ιερεῖς του τό παράπτωμα τοῦ συναδέλφου των, καί τούς εἶπε: «Μόνοι σας ἀποφασίστε ποίαν τιμωρίαν θά
τοῦ ἐπιβάλλετε. Ἐγώ θά εἶμαι σύμφωνος μέ τήν ἀπόφασί σας, καί ἀνεχώρησε ἀπό τήν σύναξι. Οἱ ῾Ιερεῖς ἀπεφάσισαν ἑξάμηνη ἀργία καί ἐγκλεισμό σέ ἕνα μοναστήρι. Πράγματι ὁ π. Παναγιώτης μετέβη ἐκεῖ. ῾Ο Θεός τόν ἐφώτισε καί μετενόησε γιά τό ἁμάρτημά του. Ἐξωμολογήθηκε, ἔκλαυσε πικρῶς, ἐζήτησε συγχώρησι ἀπό τόν Μητροπολίτη, τούς ἱερεῖς καί τήν παπαδιά του καί ζοῦσε ἐκεῖ εἰρηνικά. Δέν πέρασαν δύο μῆνες, καί ὁ π. Παναγιώτης μετετέθη στίς αἰώνιες Μονές. Τόν ἐπῆρε ὁ Θεός στήν κατάλληλη στιγμή, μέ ὅλη τήν ψυχική προετοιμασία πού ἔπρεπε νά κάνῃ.

῎Αλλο σπουδαῖο περιστατικό εἶναι τό παρακάτω:
Στήν Μητρόπολι Μηθύμνης, εἶχε ἀπό παλαιά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο πολλά κτήματα μέ ἐλαιόδενδρα. Τότε Δήμαρχος τοῦ Δήμου Μεθύμνης, ἦτο ἕνας τοῦ κόμματος τῆς Ἀριστερᾶς. ῞Οταν ἔμαθε ὅτι αὐτά ἦσαν ἐκκλησιαστικά κτήματα, ἐπῆγε στόν Μητροπολίτη καί τοῦ τά ἐζήτησε γιά νά τά μοιράσῃ στούς πτωχούς. ῾Ο Δεσπότης τοῦ εἶπε, ὅτι αὐτά εἶναι κληροδότημα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καί πρέπει ἀπ᾿ ἐκεῖ νά πάρωμε τήν ἄδεια. ῾Η ἄδεια ὅμως δέν ἐδόθη καί ὁ Δήμαρχος ἐσυκοφάντησε τόν Μητροπολίτην.
Μέ τήν βοήθεια καί ὑπογραφές ὁμοϊδεατῶν του, ἔστειλε ἔγγραφο στό ῾Υπουργεῖο Ἐσωτερικῶν καί Γεωργίας, κατηγορῶν τόν Δεσπότη ὅτι εἶναι κομμουνιστής, αὐταρχικός, ἀνεπιθύμητος, σκληρός καί ἄλλες κατηγορίες.
Οἱ ῾Υπουργοί ὅμως ἐγνώριζον τήν φωτεινή προσωπικότητα τοῦ ῾Αγίου Μηθύμνης καί δέν ἐπίστευσαν στά καταγγελθέντα.
Μάλιστα ἔστειλαν τό ἔγγραφο αὐτό στόν Ἀρχιεπίσκοπο. Τότε αὐτός ἔστειλε στόν Δεσπότη τό συκοφαντικό αὐτό κείμενο γιά νά λάβῃ γνῶσιν τοῦ μηνυτοῦ καί τῶν κατηγοριῶν ἐναντίον του. ῾Ο ἀδελφός μου ἐκράτησε στό γραφεῖο του τό γράμμα τοῦ Δημάρχου, χωρίς κἄν νά τοῦ ἀνακοινώσῃ τίποτε.
῏Ηλθε καιρός καί ἀρρώστησε βαρειά ἀπό καρκῖνο ὁ Δήμαρχος. ῏Ηταν οἱ τελευταῖες ἡμέρες του καί ὅλοι τόν ἐπερίμεναν γιά τό μοιραῖο. ῾Ο παπᾶ Γιώργης ἀρχιερατικός ἐπίτροπος τοῦ Μητροπολίτου, τοῦ ἀνεκοίνωσε τόν προσεχῆ θάνατο τοῦ πρώην Δημάρχου. Μαζί καί οἱ δύο ἐπῆγαν στό σπίτι τοῦ Δημάρχου. Μέ πολύ δυσκολία τούς ἐπέτρεψε ἡ σύζυγος τοῦ ἀσθενοῦς νά περάσουν, λόγῳ τῆς δεινῆς καταστάσεώς του.
-Σεβασμιώτατε, ἐσεῖς εἶσθε; Ποτέ δέν σᾶς ἐπερίμενα.
-Ἐγώ παιδί μου εἶμαι πνευματικός σου Πατέρας καί πῶς νά μή ἔλθῳ;
-Μά ξέρετε Σεβασμιώτατε, τί σᾶς ἔχω κάνει;
-Ξέρω πολύ καλά. Τό γράμμα σου πού ἔστειλες στά ῾Υπουργεῖα ἐναντίον μου τό ἔχω ἐπάνω στό γραφεῖο μου. Αὐτά περάσανε. Τώρα βρίσκεσαι στό κρεβάτι τοῦ θανάτου. Εἶναι καιρός νά ἑτοιμασθῇς γιά τό μεγάλο ταξίδι. ῎Ανθρωπος εἶσαι καί ἐσύ, καί ἀσφαλῶς ἔσφαλες στήν ζωή σου. ῎Εφερα μαζί μου τόν παπᾶ Γιώργη, πού σέ γνωρίζει καλά καί τόν ἀγαπᾶς. ῎Αϊντε νά ἐξομολογηθῇς καί μή στενοχωριέσαι, ἐγώ σέ ἔχω συγχωρήσει ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μου, γιατί εἶμαι πνευματικός σου Πατέρας.
Πράγματι συντετριμμένος ὁ κ. Δήμαρχος, ἐζήτησε μετά πολλῶν δακρύων συγχώρησι ἀπό τόν Δεσπότη, τοῦ φίλησε τό χέρι καί δέχθηκε τόν παπᾶ Γιώργη γιά τό ἐξιλεωτικό Μυστήριο. ῞Ολα ἔγιναν μέ τήν εὐχή τοῦ Δεσπότη καί τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἀσθενής ἄνοιξε τήν καρδιά του καί μετά δακρύων ἐξηγόρευσεν ὅλα τά ἀπό μικρᾶς ἡλικίας ἁμαρτήματα. Εἰρήνευσε, ἐκοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καί τό πλέον εὐχάριστο σέ δύο ἡμέρες ἀνεχώρησε γιά τόν Οὐρανό. Δόξα σοι ὁ Θεός. ῾Ο ἀδελφός μου μέ τήν πατρική στοργή καί τήν ἀνεξικακία πού τόν διέκρινε, βοήθησε καί ἐσώθη μία ψυχή.
῞Ενα ἄλλο περιστατικό:
῞Οταν ὁ ἀδελφός μου, ἦτο ἀκόμη ἀρχιμανδρίτης, τόν ἐκάλεσε μίαν ἡμέρα ὁ Πρύττανις τῆς θεολογικῆς σχολῆς Ἀθηνῶν, κ. Βασίλειος Βέλλας, καί τοῦ εἶπε: «Πάτερ Ἰάκωβε, ὑπάρχει αὐτή τήν περίοδον κενή ἡ θέσις τῆς ἕδρας τῆς ἐξομολογητικῆς. Ἐπειδή σέ γνωρίζω καί ἐκτιμῶ τήν ζωήν καί τήν θεολογικήν σου παιδεία, σοῦ προτείνω νά ἀναλάβῃς ἐσύ. ῞Ομως, πρόσεχε θά χρειασθῇ νά μεταβῆς μέ ὑποτροφία σέ Εὐρωπαϊκό πανεπιστήμιο γιά μεταπτυχιακές σπουδές. Ἐγώ ἐπιθυμῶ νά σέ στείλωμε σέ πανεπιστήμιο τῆς Ἰταλίας. Τί λέγεις, συμφωνεῖς;
-Κύριε Καθηγητά, σ᾿ εὐχαριστῶ γιά τήν τιμήν καί τήν ἐπιλογή πού ἔκανες γιά τό πρόσωπό μου. Δέχομαι, ἀλλά μέ μία προϋπόθεσι. Ἀντί νά μέ στείλετε στήν Ἰταλία, προτιμῶ νά πάω στό ῞Αγιον ῎Ορος. Ἐκεῖ ἀνάμεσα σέ ὀρθοδόξους ἁγιασμένους Μοναχούς, πολλά ἔχω νά διδαχθῶ, νά ἀκούσω, νά ὠφεληθῶ γιά νά ὠφελήσω μετά τούς φοιτητάς.
Στήν Ἰταλία ποῖον ὄφελος ν᾿ ἀποκομίσω ἀπό τούς αἰώνιους ἐχθρούς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας; Ποῖος ἀπό τούς Ὀρθοδόξους θεολόγους ἐπῆγε καί δέν ζημιώθηκε; Τί καλό νά πάρω ἀπ᾿ αὐτούς, πού ἀπεμπόλησαν τήν Παράδοσί μας, διαστρέβλωσαν καί προσέθεσαν ξένα πρός τήν Διδασκαλία τῆς Πίστεώς μας δόγματα;
῾Ο καθηγητής κ. Βέλλας, παρ᾿ ὅτι ἦτο ἀκραιφνής ὀρθόδοξος θεολόγος, δέν ἠμπόρεσε νά κατανοήσῃ τήν δυνατότητα προσφορᾶς πού θά ἠμποροῦσε τό ῞Αγιον ῎Ορος νά προσφέρῃ στόν κάθε ἄνθρωπο καί ἰδιαίτερα σ᾿ ἕνα θεολόγο Κληρικό, καί ἀρνήθηκε τήν μετάβασίν του ἐκεῖ.
῎Αλλο περιστατικό:
῞Οταν ὁ ἀδελφός μου ἦτο ἀσθενής μέ συνεχῆ ἐπιδείνωσι τῆς ὑγείας του, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ῾Ελλάδος κ. Σεραφείμ, τοῦ ἐπρότεινε νά τόν στείλῃ σέ νοσοκομεῖο τῆς Γαλλίας ἤ Ἀγγλίας, γιά νά ἐπιτευχθῇ σίγουρα ἡ θεραπεία του. Τότε ἐκεῖνος τοῦ εἶπε:
Σ᾿ εὐχαριστῶ Μακαριώτατε, γιά τήν ἀγάπην σας. Δέν χρειάζεται νά πάω στήν Εὐρώπη γιά τήν ὑγείαν μου, διότι κι ἐδῶ εἶναι Θεός, καί ἄν θέλῃ μέ θεραπεύει.῎Αν δέν θέλῃ νά μέ θεραπεύσῃ ἐδῶ, οὔτε καί ἐκεῖ δέν θά θέλῃ. Λοιπόν ἄς ἀφήσωμε τόν Πανάγαθο Θεό νά κάνῃ τό θέλημά του. Στήν Εὐρώπη δέν θά πάω. Ἐδῶ θά μείνω καί ὅ,τι θέλει Ἐκεῖνος.
Κάποτε ἐγώ, λέγει ὁ Γέρο ‘Εμμανουήλ, ἤμουν ἄρρωστος. ῾Η ἀδελφή μου Βασιλική, εἶδε στόν ὕπνο της τήν ἁγία Φωτεινή τήν Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία καί τῆς εἶπε: «Νά εἰπῇς στόν ἀδελφό σου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄρρωστος, ὅτι ἐγώ γρήγορα θά τόν θεραπεύσω. Ἐπίσης νά εἰπῇς στόν ἀδελφό σου, τόν Μητροπολίτη, ὅτι θέλω νά μέ λειτουργήσῃ στό Παρεκκλήσιό μου».
Τό πρωῒ ἀνεκοίνωσε ὅλα αὐτά τά λόγια ἡ Βασιλική στά ἀδέλφια της.
῾Ο Δεσπότης ἐκάλεσε τόν ἀρχιερτικό ἐπίτροπο καί ἔμαθε ἀπό αὐτόν, ὅτι ὑπάρχει σέ μία ἐρημική περιοχή τῆς Μητροπόλεώς του, ἕνα παρατημένο ἐξωκκλήσιο τῆς ῾Αγίας Φωτεινῆς. ῾Ο Δεσπότης τοῦ εἶπε, ὅτι θά πάῃ αὔριο νά λειτουργήσῃ, χωρίς νά θέλῃ βοηθούς, παρά μόνο τόν νεωκόρο.
Τήν ἑπομένη λίαν πρωῒ ξεκίνησε ὁ Δεσπότης μέ τά ἀδέλφια του γιά τό Ἐξωκκλήσιο. ῎Εφθασαν ἐκεῖ πρίν ἀκόμη φέξῃ. Ἀκόμη δέν εἶχε ἔλθει ὁ νεωκόρος ν᾿ ἀνοίξῃ τήν ἐκκλησία, καί ὅλοι τους ἐκάθοντο μέσα στό αὐτοκίνητο λόγῳ τοῦ ψύχους. Σέ λίγο ἦλθε ὁ νεωκόρος, καί λυπήθηκε πολύ πού καθυστέρησε καί βρῆκε τόν Μητροπολίτη νά κάθεται μέσα στό αὐτοκίνητο.
– ῎Ακουσε παιδί μου, τοῦ εἶπε ὁ Δεσπότης. ῾Ως ἄνθρωπος καί ἐγώ ἔχω τά ἐλαττώματά μου. Τό πιό μεγάλο εἶναι ὅτι στίς ἐκκλησίες ἐπιθυμῶ νά πηγαίνῳ ἀπό πολύ πρωῒ.
Τότε ὁ νεωκόρος τοῦ εἶπε: «πῶς νά ξέρω Δεσπότη μου, ὅτι καί ἐσεῖς οἱ Δεσποτάδες ἔχετε ἐλαττώματα καί ἀδυναμίες;».
Μία ἄλλη φορά, ἤμουν πολύ ἄρρωστος, συνεχίζει ὁ Γέρο Ἐμμανουήλ. ῾Η ἀδελφή μου Εἰρήνη, πού ζῆ ἀκόμη, εἶπε στόν Δεσπότη νά μέ πᾶνε στόν ἰατρό. Ἐκεῖνος τῆς εἶπε. Δέν θέλουμε ἰατρούς, τούς ἔχουμε ἐδῶ κοντά μας. Πῆρε τά ῞Αγια Λείψανα  σήν ποδιά του, ἔβαλε τό ἐπιτραχῆλι του καί διάβαζε εὐχές καί τροπάρια. Σέ δύο ἡμέρες ἐγώ ἔγινα τελείως καλά. ῾Η ἀδελφή μου ἐρώτησε τόν ἀδελφόν μου τόν Δεσπότη.
-Ποῖος τόν ἔκανε καλά;
-Τί θέλεις νά μάθῃς, κάποιος ῞Αγιος φρόντισε καί τόν ἐθεράπευσε.
-Μά ἀδελφέ μου, πρέπει νά μάθωμε νά εὐχαριστοῦμε τόν ῞Αγιον. Νά τοῦ τραβήξωμε κομβοσχοίνι.
-Πάρε τό κομβοσχοίνιό σου καί κάθισε νά ρωτήσῃς τούς ῾Αγίους ποῖος ἦλθε καί τόν ἐθεράπευσε.
-Πράγματι ἡ ἀδελφή μου Εἰρήνη, ἄρχισε τό κομβοσχοίνι. Τήν τρίτη νύκτα, ἦλθε στόν ὕπνο της ὁ ῞Αγιος Ραφαήλ καί τῆς εἶπε: «Τί ψάχνεις νά μάθῃς ποῖος ἔκανε καλά τόν ἀδελφόν σου; ῎Ηθελα ἐγώ νά τόν βοηθήσῳ, ἀλλά ἐπειδή ἤμουν μακριά καί εἶχα πολλή δουλειά, ἔστειλα τόν Διάκο μου, Νικόλαο καί τόν ἐθεράπευσε. Αὐτόν λοιπόν νέ εὐχαριστήσῃς».

῾Ο ἀείμνηστος Άδελφός μου σ᾿ ὅλα τά χρόνια του, ὡς λαϊκός, ῾Ιερεύς καί Δεσπότης, ἔζησε ὡς ἕνας ἁπλός ταπεινός καί ἀσκητικός Μοναχός. Κάθε νύκτα σηκωνόταν στίς 1 ἡ ὥρα καί ἔκανε τόν κανόνα τῆς προσευχῆς του, τῶν μετανοιῶν του, τήν μελέτη τῶν βιβλίων του καί τελείωνε στίς 5 τό πρωῒ. Κοιμόταν μετά δύο ὧρες, καί στίς 7 θά ἔπρεπε νά σηκωθῇ γιά νά ἀκούσῃ τίς καθημερινές εἰδήσεις ἀπό τό ραδιόφωνο.
Θαυμαστό ἦτο καί τό μακάριο τέλος του. ῞Οπως ἦτο ξαπλωμένος εἰς τό κρεβάτι του, τόν ἔβλεπα νά κάνῃ διάφορες κινήσεις τῶν χειρῶν του, ὡσάν νά κρατοῦσε κάτι. Ἐγώ δέν ἔβλεπα τίποτε νά κρατᾷ, ἀλλά μόνο τόν ἐκύτταζα. Ἐκεῖνος τότε μοῦ εἶπε ξαφνικά· «Πᾶρε τά ῞Αγια καί κοινώνησε τήν ἀδελφή μας Βασιλική». ‘Ἐγώ ἔκανα δῆθεν ὅτι ἐπῆρα ἀπό τά χέρια του τό ἀόρατο ῞Αγιο Ποτήριο πού κρατοῦσε. Ἐκεῖνος ἄρχισε ἀμέσως νά ψάλλῃ τό «῎Αξιόν ἐστιν….». ῞Οταν ἐφθασε στήν λέξι «Παναμώμητον», σταμάτησε καί συνέχισα ἐγώ μέχρι τό τέλος. ῞Υστερα ὁ ἴδιος εἶπε: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν. Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν». Καί ἔτσι ἔκλεισε τό στόμα καί τά μάτια του γιά πάντα.

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου  
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω  
2005

Ἀναβάσεις