Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
 
Κατά Ιωάννην, κεφάλαιο ΙΘ΄, εδάφια 6-37
 
6 Καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ὁ ἄνθρωπος. Ὃτε οὖν εἶδον αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν. 7 Ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι· ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ υἱὸν ἐποίησεν. 8 ῞Οτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη, 9 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ ᾿Ιησοῦ· Πόθεν εἶ σύ; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ.
 
10 Λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; Οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε; 11Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ’ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν· διὰ τοῦτο ὁ παραδιδούς μέ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει. 12 Ἐκ τούτου ἐζήτει ὁ Πιλᾶτος ἀπολῦσαι αὐτόν· οἱ δὲ ᾿Ιουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος. Πᾶς ὁ βασιλέα ἑαυτὸν ποιῶν ἀντιλέγει τῷ Καίσαρι. 13 Ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν ᾿Ιησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ· 14 ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς ᾿Ιουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν. 15 Οἱ δὲ ἐκραύγασαν· ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα. 16 Τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ.
 
17 Παρέλαβον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἤγαγον· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον, ὃς λέγεται ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, 18 ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν. 19 Ἒγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον· ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων. 20 Τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν ᾿Ιουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον ῾Εβραϊστί, ῾Ελληνιστί, Ρωμαϊστί. 21 Ἒλεγον οὖν τῷ Πιλάτῳ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν ᾿Ιουδαίων· μὴ γράφε, ὁ βασιλεὺς τῶν ᾿Ιουδαίων, ἀλλ’ ὅτι ἐκεῖνος εἶπε, βασιλεύς εἰμι τῶν ᾿Ιουδαίων. 22 Ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· ὃ γέγραφα, γέγραφα.

23 Οἱ οὖν στρατιῶται ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν ᾿Ιησοῦν, ἔλαβον τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν χιτῶνα· ἦν δὲ ὁ χιτὼν ἄρραφος, ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς δι’ ὅλου. 24 Εἶπον οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ ἡ λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.
 
25 Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. Εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. 26 ᾿Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ· Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου. 27 Εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. 28 Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφή, λέγει· Διψῶ. 29 Σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν· οἱ δὲ πλήσαντες σπόγγον ὄξους καὶ ὑσσώπῳ περιθέντες προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι. 30 Ὃτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπε, τετέλεσται, καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα.
 
31 Οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι, ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν. 32 Ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ· 33 ἐπὶ δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη, 34 ἀλλ’ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ.
 
35 Καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία, κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς πιστεύσητε. 36Ἐγένετο γὰρ ταῦτα, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ, ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ. 37 Καὶ πάλιν ἑτέρα γραφὴ λέγει· ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν.
 
Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα
 
6 Τους λέει ο Πιλάτος: «Για δείτε σε τι άθλια κατάσταση κατάντησε ο άνθρωπος!». Όταν λοιπόν τον είδαν οι αρχιερείς και οι υπηρέτες του συνεδρίου, άρχισαν να φωνάζουν δυνατά και να λένε: «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον». Τους λέει ο Πιλάτος: «Πάρτε τον εσείς και σταυρώστε τον· διότι εγώ δεν του βρίσκω καμία ενοχή, καμία αιτία καταδίκης, και δεν μπορώ να τον σταυρώσω». 7 Αλλά επειδή το ρωμαϊκό κράτος συνήθιζε να αναγνωρίζει τους νόμους των λαών που υποδούλωνε, υπενθυμίζοντας αυτό στον Πιλάτο οι Ιουδαίοι του αποκρίθηκαν: «Εμείς έχουμε νόμο, και σύμφωνα με τον νόμο μας πρέπει να πεθάνει, διότι ισχυρίστηκε ότι είναι υιός του Θεού και έτσι βλασφήμησε τον Θεό».
 
8 Όταν λοιπόν ο Πιλάτος άκουσε τον λόγο αυτό, ότι δηλαδή ο Ιησούς θεωρούσε τον εαυτό του Υιό του Θεού, τρόμαξε περισσότερο. Διότι ως ειδωλολάτρης που ήταν παραδεχόταν πολλούς θεούς και ημιθέους. Και γι’ αυτό φοβήθηκε μήπως πράγματι ο Ιησούς ήταν γιος κάποιου θεού και με την δύναμή του τον εξολοθρεύσει. 9 Μπήκε τότε πάλι στο πραιτώριο και λέει στον Ιησού: «Από πού είσαι εσύ; Κατάγεσαι από τη γη ή ήλθες από τον ουρανό;». Ο Ιησούς όμως δεν του έδωσε απάντηση. 10 Μετά λοιπόν από τη σιωπή του αυτή του λέει ο Πιλάτος: «Σε μένα δεν μιλάς; Δεν ξέρεις ότι έχω εξουσία να σε σταυρώσω, όπως έχω και εξουσία να σε αφήσω ελεύθερο;» 11 Ο Ιησούς τότε του αποκρίθηκε: «Δεν θα είχες καμία εξουσία εναντίον μου, εάν δεν σου είχε δοθεί η εξουσία αυτή από επάνω, δηλαδή από τον Θεό. Η ανοχή του Θεού σε κρατάει άρχοντα στη δικαστική έδρα, και σου επιφύλαξε το καθήκον να με δικάσεις. Επειδή λοιπόν την εξουσία αυτή σου την έχει δώσει ο Θεός και δεν μπορείς να αποφύγεις το καθήκον σου να με δικάσεις, γι’ αυτό ο Καϊάφας και το συνέδριο των Ιουδαίων έχουν μεγαλύτερη αμαρτία από σένα. Διότι αυτοί με παρέδωσαν σε σένα από φθόνο κα μίσος και σε πιέζουν να με καταδικάσεις. Κι εσύ τώρα, επειδή τους φοβάσαι, κάνεις κατάχρηση της εξουσίας σου». 12 Η απάντηση αυτή του Ιησού κατέπληξε και θορύβησε τον Πιλάτο, και γι’ αυτό επεδίωκε με μεγαλύτερη τώρα επιμονή να τον ελευθερώσει. Οι Ιουδαίοι όμως φώναζαν δυνατά και έλεγαν: «Εάν τον αφήσεις ελεύθερο, δεν είσαι φίλος του Καίσαρα. Όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά αντιτίθεται και επαναστατεί εναντίον του Καίσαρα».
 
13 Ο Πιλάτος λοιπόν, όταν άκουσε τα τελευταία αυτά λόγια, με τα οποία οι Ιουδαίοι αναγνώριζαν καθαρά ότι είχαν βασιλιά τους τον Καίσαρα, οδήγησε τον Ιησού έξω από το πραιτώριο. Κι αυτός κάθισε πάνω στην δικαστική του έδρα, που είχε τοποθετηθεί πρόχειρα στον τόπο που ήταν στρωμένος με πέτρες και μωσαϊκά και γι’ αυτό λεγόταν στην ελληνική γλώσσα Λιθόστρωτο, και στην εβραϊκή Γαββαθά, δηλαδή ύψωμα, εξαιτίας του σχήματός του. 14 Ήταν μάλιστα ημέρα της παραμονής και προετοιμασίας του Πάσχα, και η ώρα ήταν περίπου έξι από την ανατολή του ηλίου, δηλαδή δώδεκα το μεσημέρι. Λέει τότε ο Πιλάτος στους Ιουδαίους: «Για δείτε σε ποια αθλιότητα και καταφρόνηση κατάντησε ο βασιλιάς σας». 15 Αυτοί όμως, αντί να παρακινηθούν να δείξουν συμπάθεια και οίκτο, άρχισαν να φωνάζουν δυνατά: «Πάρ’ τον πάρ τον να μην τον βλέπουμε. Σταύρωσέ τον». Τους λέει ο Πιλάτος: «Τον βασιλιά σας να σταυρώσω;». Αποκρίθηκαν οι αρχιερείς: «Δεν έχουμε άλλον βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα». Και με τα λόγια τους αυτά οι Ιουδαίοι αρνήθηκαν όχι μόνο τον Μεσσία, αλλά και τη θεμελιώδη αρχή της θεοκρατίας τους, σύμφωνα με την οποία βασιλιάς τους ήταν μόνο ο Θεός. 16 Τότε λοιπόν ο Πιλάτος τους παρέδωσε τον Ιησού για να σταυρωθεί.
 
17 Παρέλαβαν τότε οι στρατιώτες τον Ιησού και άρχισαν να τον οδηγούν προς τον τόπο όπου θα τον σταύρωναν. Κι αυτός βαστάζοντας επάνω στον ώμο τον σταυρό του βγήκε έξω από τα τείχη της πόλεως μέχρι κάποια τοποθεσία που λέγεται Κρανίου τόπος, και στην εβραϊκή γλώσσα λέγεται Γολγοθά. 18 Εκεί τον σταύρωσαν. Και μαζί του σταύρωσαν άλλους δύο, τον ένα από τη μια μεριά, και τον άλλο από την άλλη. Για να ατιμάσουν μάλιστα περισσότερο τον Ιησού, του έδωσαν την κεντρική θέση, ανάμεσα στους δύο κακούργους. 19 Ο Πιλάτος διέταξε επίσης κι έγραψαν μία επιγραφή και την τοποθέτησαν στο επάνω μέρος του σταυρού. Στην επιγραφή αυτή ήταν γραμμένο το εξής: «Ιησούς ο Ναζωραίος, ο βασιλεύς των Ιουδαίων». 20 Αυτή λοιπόν η επιγραφή, που διεκήρυττε ότι ο Ιησούς ήταν βασιλιάς του νέου Ισραήλ της χάριτος, την διάβασαν πολλοί απ’ τους Ιουδαίους, διότι ο τόπος που σταυρώθηκε ο Ιησούς ήταν κοντά στην πόλη. Το κείμενο της επιγραφής ήταν γραμμένο σε τρεις γλώσσες: Στην εβραϊκή, που ήταν η εθνική γλώσσα των Εβραίων, στην ελληνική, που ήταν διεθνής γλώσσα, και στη ρωμαϊκή, που ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους. Έτσι δόθηκε στο περιεχόμενο της επιγραφής όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δημοσιότητα. 21 Επειδή όμως οι αρχιερείς των Ιουδαίων θεωρούσαν προσβολή και ατίμωση γι’ αυτούς να λέγεται βασιλιάς τους ένας σταυρωμένος, διαμαρτύρονταν και έλεγαν στον Πιλάτο: Μη γράφεις: «Ο βασιλεύς των Ιουδαίων», αλλά γράψε ότι «εκείνος είπε: Είμαι βασιλεύς των Ιουδαίων». 22 Ο Πιλάτος όμως τους αποκρίθηκε: «Ό,τι έγραψα, το έγραψα πλέον. Δεν το ξεγράφω».
 
23 Στο μεταξύ, όταν οι στρατιώτες σταύρωσαν τον Ιησού, πήραν τα ρούχα του και τα μοίρασαν σε τέσσερα μερίδια, από ένα μερίδιο για κάθε στρατιώτη. Το εσωτερικό του όμως ένδυμα, τον χιτώνα του, το έκαναν ξεχωριστό μερίδιο. Ο χιτώνας αυτός ήταν χωρίς καμία ραφή, υφασμένος ολόκληρος από πάνω ως κάτω. 24 Είπαν λοιπόν μεταξύ τους: «Ας μην τον σχίσουμε, αλλά ας ρίξουμε κλήρο γι’ αυτόν, κι όποιος τον πάρει». Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία της Αγίας Γραφής που λέει: «Μοίρασαν μεταξύ τους τα διάφορα εξωτερικά μου ενδύματα, και για το εσωτερικό μου ένδυμα έβαλαν κλήρο». 25 Αυτά λοιπόν έκαναν οι στρατιώτες.
 
Εκεί όμως κοντά στον σταυρό του Ιησού στεκόταν επίσης και η μητέρα Του και η αδελφή της μητέρας Του, η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά και η Μαρία τη Μαγδαληνή. 26 Ο Ιησούς λοιπόν, όταν είδε τη μητέρα Του και τον μαθητή που αγαπούσε να στέκεται εκεί κοντά, λέει στη μητέρα Του: «Γυναίκα, να ποιος από τώρα θα είναι ο γιος σου». 27 Έπειτα λέει στον μαθητή: «Να η μητέρα σου». Και από εκείνη την ώρα την πήρε ο μαθητής στο κατάλυμά του. 28 Ύστερα απ’ αυτό, αφού βεβαιώθηκε ο Ιησούς ότι είχαν πλέον συντελεσθεί όλα όσα θα πάθαινε και είχαν τελείως εκπληρωθεί σύμφωνα με τις προφητείες, για να επαληθευθεί σε όλα και μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια η Αγία Γραφή, είπε: «Διψώ». 29 Ήταν λοιπόν εκεί κάτω κάποιο πήλινο δοχείο γεμάτο ξίδι. Εκείνοι τότε που άκουσαν το λόγο αυτό του Ιησού, γέμισαν με ξίδι ένα σφουγγάρι, κι αφού το στήριξαν πάνω σ’ ένα κλωνάρι υσσώπου, το έφεραν κοντά στο στόμα του. 30 Όταν λοιπόν γεύθηκε το ξίδι ο Ιησούς είπε: «Όλα πια έχουν τελειώσει. Οι προφητείες όλες ολοκληρώθηκαν, και το έργο μου πήρε αίσιο τέλος. Όλα όσα έπρεπε να πάθω τελείωσαν, και η σωτηρία των ανθρώπων εξασφαλίσθηκε πλήρως». Κι αφού άφησε μόνος Του το κεφάλι του να γείρει προς τα κάτω, παρέδωσε εξουσιαστικά την ψυχή Του στον Πατέρα Του, όταν Αυτός θέλησε.
 
31 Στο μεταξύ οι Ιουδαίοι έπαιρναν τα μέτρα τους για να μη μείνουν πάνω στον σταυρό νεκρά τα σώματα των καταδίκων και κατά τη διάρκεια του Σαββάτου. Διότι η ημέρα που έγινε η σταύρωση ήταν ημέρα έκτακτης προπαρασκευής και εξαιρετικής προετοιμασίας, καθώς η ημέρα του Σαββάτου εκείνου που θα άρχιζε από την δύση του ηλίου ήταν μεγάλη και επίσημη. Διότι, εκτός απ’ το ό,τι ήταν Σάββατο, συνέπιπτε ακόμη και με την πρώτη ημέρα της μεγάλης εορτής του Πάσχα. Εξάλλου, απαγορευόταν ρητά στο Δευτερονόμιο να μείνουν άταφα τα σώματα την νύχτα πάνω στο σταυρό. Παρακάλεσαν, λοιπόν, τον Πιλάτο να διατάξει να σπάσουν τα σκέλη των καταδίκων, για να συντομευθεί έτσι ο θάνατός τους, και να τους σηκώσουν το συντομότερο από εκεί. 32 Ήλθαν λοιπόν οι στρατιώτες για να σπάσουν τα κόκκαλα των καταδίκων˙ και έσπασαν τα σκέλη του ληστή τον οποίο πλησίασαν πρώτο, όπως και του άλλου ληστή που σταυρώθηκε μαζί με τον Ιησού. 33 Όταν όμως ήλθαν στον Ιησού, σαν τον είδαν ότι ήταν ήδη νεκρός, δεν του έσπασαν τα σκέλη,34 αλλά ένας από τους στρατιώτες, για να διαπιστώσει με μεγαλύτερη βεβαιότητα το θάνατό του, του τρύπησε την πλευρά με λόγχη, κι αμέσως βγήκε από το σημείο που τρυπήθηκε αίμα και ύδωρ. Αυτό όμως ήταν ένα φαινόμενο πρωτοφανές και παράδοξο˙ διότι σε κάθε νεκρό το αίμα πήζει, και όσο κι αν τον τρυπήσει κανείς, δεν βγαίνει ποτέ καθαρό αίμα και διαυγές ύδωρ. 35 Το γεγονός όμως αυτό είναι αληθινό, και είναι πραγματικά αυτά που υποδηλώνει, δηλαδή η κάθαρση του βαπτίσματος και ο αγιασμός από το Αίμα του Κυρίου. Κι εκείνος που το είδε με τα μάτια του έδωσε μαρτυρία γι’ αυτό, και η μαρτυρία του είναι αληθινή. Ο ίδιος δεν έχει καμία αμφιβολία γι’ αυτό, αλλά ξέρει καλά ότι λέει την αλήθεια. Κι έδωσε μαρτυρία τόσο για το γεγονός αυτό, όσο και για το ότι οι στρατιώτες δεν έσπασαν τα σκέλη του Ιησού, αλλά μόνο την πλευρά Του τρύπησαν. Και έδωσε τη μαρτυρία του αυτή, για να πιστέψετε κι εσείς ότι ο Ιησούς που βρίσκεται επάνω στον σταυρό είναι ο Μεσσίας, που προκήρυξαν οι προφήτες. 36 Διότι πράγματι όλα αυτά έχουν προφητευθεί και έγιναν, και επαληθεύθηκε έτσι το χωρίο της Αγίας Γραφής που λέει: «Δεν θα συντριβεί κανένα κόκαλό Του». 37 Και πάλι σε άλλο σημείο η Αγία Γραφή λέει: «Όταν η χάρις επισκεφθεί και τους Ιουδαίους, θα δουν συντετριμμένοι και μετανοημένοι Εκείνον που τρύπησαν με την λόγχη, όπως θα Τον δουν περίφοβοι και όσοι επέμειναν στην απιστία».