Πῶς λοιπὸν τώρα δὲν πιστεύουν ὅλοι; Διότι τὰ πράγματα ἐχειροτέρευσαν, καὶ δι’ αὐτὰ ἐμεῖς εἴμεθα αἴτιοι· ἀπομένει δηλαδὴ νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ διὰ τὸν ἑαυτὸν μας. Δὲν ἐπίστευον λοιπὸν καὶ τότε μόνον εἰς θαύματα, ἀλλὰ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς προσερχομένους εἰς τὴν πίστιν προσειλκύοντο καὶ ἀπὸ τὴν ζωὴν τῶν πιστῶν· διότι λέγει· «Ἄς λάμψῃ τὸ φῶς σας ἐμπρός εἰς τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ ἰδοῦν τὰ καλὰ ἔργα σας καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Πατέρα σας τὸν οὐράνιον»“’, καί· «Ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ ὅλων ἦτο μία καὶ κανεὶς δὲν ἔλεγε ὅτι κάτι ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα του τοῦ ἀνῆκεν, ἀλλὰ ὅλα τὰ εἶχον κοινά», καί· «ἐδίδετο εἰς τὸν καθένα ὅ,τι εἶχεν ἀνάγκη»”, ’καὶ ἔζων βίον ἀγγελικόν. Ἂν γίνῃ τοῦτο καὶ σήμερα, θὰ. ἐπιστρέψωμεν ὅλην τὴν οἰκουμένην εἰς τὴν πίστιν καὶ χωρὶς θαύματα.

Κατὰ πρῶτον αὐτοὶ πού θέλουν νὰ σωθοῦν ἃς προσέξουν εἰς τὰς Γραφάς, διότι ἐκεῖ θά εὕρουν καὶ αὐτὰ καὶ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ κατορθώματα. Ὡς γνωστόν. οἱ διδάσκαλοι αὐτοὶ ὑπερέβαινον τὰ κατορθώματα ἐκείνων ζῶντες μὲ πεῖναν καὶ δίψαν καὶ γυμνότητα, ἐνῷ ἐμεῖς θέλομεν νὰ ἀπολαύσωμεν πολλῆς τροφῆς καὶ ἀναπαύσεως καὶ ἀνέσεως· ἐκεῖνοι ὅμως δὲν ἤθελον τέτοια, ἀλλὰ διεκήρυττον: «Μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ στερούμεθα τῶν ἀναγκαίων ἐνδυμάτων καὶ δεχόμεθα κτυπήματα καὶ δὲν ἔχομεν μόνιμον κατοικίαν.» (Α’Κοριν. 4,11)
~ Ἅγιος Ιωαννης Χρυσόστομος ΕΠΕ 18, Ἑρμηνεία εἰς Κορινθίους Α’ Λόγος ΣΤ’, Σελίδα 163