Παπαχαράλαμπος Διονυσιάτης

Βλέποντας ὁ Γέροντας τήν ὑπερβολικήν προθυμίαν τοῦ δόκιμου Χαράλαμπου, μιά μέρα τόν προσκαλεῖ ἰδιαιτέρως καί τοῦ λέει:

  • Ἐκεῖ πάνω σέ κείνα τά βράχια πού βλέπεις, ἔχει μιάν μικρή σπηλιά. Σέ διαβεβαιῶ ὅτι εἶναι παράδεισος. Λοιπόν θά σκαρφαλώσης νά πᾶς ἐκεῖ καί θά μείνης μέχρι νά σέ φωνάξω. Ἐντάξει;
  • Νά ᾿ναι εὐλογημένο, Γέροντα.

«Βάζω, λέει ὁ Χαράλαμπος, μετάνοιαν καί ἀμέσως σκαρφαλώνω στά βράχια. Πλησιάζω στήν σπηλιά· ἀλλά τί νά δῆς! Ἕνας ἄγριος τόπος, πού μόνο φίδια μποροῦσαν ἐκεῖ νά κατοικήσουν καί ἡ σπηλιά τόσο στενή, σάν ἄνθρωπος δειλίασα, φοβήθηκα καί συγχρόνως μονολογοῦσα: Ἔ, Γέροντα, ποῦ μ᾿ ἔστειλες ἐδῶ; Αὐτός εἶναι ὁ παράδεισος; Βρέ ἐδῶ κόλασις εἶναι· ὄχι παράδεισος . Γιά νά δοῦμε πῶς θά τήν βγάλουμε ὥσπου νά τελειώση ὁ κανόνας, νά μέ φωνάξη ὁ Γέροντας νά κατέβω. Ὅμως ἀφοῦ τό ᾿πε ὁ Γέροντας, κάτω δέν τό βάζω· ἔστω καί νά πεθάνω, ἄν δέν μέ φωνάξη ὁ Γέροντας πίσω δέν γυρνάω. Ἄς πεθάνω στήν ὑπακοήν παρά νά λιποτακτήσω”.Ἀρχίζω λοιπόν τόν κανόνα μου. Δώστου – δώστου μετάνοιες, προσευχή. Δέν ἄργησε νά ὑποχωρήση ὁ φόβος καί ἡ δειλία καί ἄρχισα νά αἰσθάνομαι ἄνετα. “ Ἀφοῦ, λέω, γιά προσευχή σ᾿ ἔστειλε ὁ Γέρονντας, βάλε Χαράλαμπε ὅλη σου τή βίαν”. Βία – βία, δέν ἄργησε νά θερμανθῆ ἡ καρδιά μου καί νά ἐκπηγάζη κρουνούς τά δάκρυα δοξολογίας καί εὐχαριστίας. Ἐκεῖ ἀξιώθηκα τήν πρώτην θεωρίαν, ὅπου σταματᾶ, κατά τούς πατέρες, ὁ νοῦς· δέν ἐνεργεῖ αὐτός ἀλλά ἐνεργεῖται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού τόν ὁδηγεῖ ὅπου θέλει, μέχρι καί αὐτούς ἀκόμα τούς οὐρανούς. Ἐπανερχόμουν στήν φυσική μου κατάστασιν καί πάλιν ἄλλη ἁρπαγή σέ ἄλλα οὐράνια σκηνώματα. Τοῦτο ἐπαναλήφθηκε δυό -τρεῖς φορές. Τότε ἔπαθα κάτι παρόμοιο μέ τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ στό Θαβώρ κι ἔλεγα: “ Καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι. Ὄντως ἐδῶ πού μ᾿ ἔστειλε ὁ Γέροντάς μου εἶναι παράδεισος. Μακάρι νά μή μέ φωνάξη ποτέ νά κατέβω ξανά, ἀπ᾿ αὐτόν τόν παραδεισένιον τόπον”. 

Κι ὅμως μετά ἀπό δυό-τρεῖς ἡμέρες ἀκούω μιά γνωστή φωνή, κάτω, ἀπό τά καλυβάκια: “ Χαράλαμπε, εἶπεν ὁ Γέροντας νά κατέβης”.

Ἔ, δέν θά μέ πιστέψετε πόση δυσφορία μοῦ ἦλθεν ὅταν ἄκουσα τήν ἐντολή νά γυρίσω. Κι ὅμως δέν μποροῦσα ἀλλιῶς· βρισκόμουν στήν ὑπακοήν. Μόλις γυρνάω καί ἡ ἀλλοίωσις στό σκυφτό πρόσωπό μου ἦταν ὁλοφάνερη, μέ περιλαμβάνει ὁ Γέροντας καί μου λέγει: “ Θέλω Χαράλαμπε, νά πῆς τήν ἀλήθειαν· εἶναι παράδεισος ἐκεῖ πού σ᾿ ἔστειλα ἤ ὄχι;” . Ἐγώ συγκινημένος, μέ σκυφτό πρόσωπο τοῦ ἀπαντῶ μέ βουρκωμένα μάτια: “ Ναί Γέροντα, πράγματι εἶναι παράδεισος”. Ἔ, δέν ἄντεξεν ὁ Γέροντάς μου, μ᾿ ἔβαλε στήν ἀγκαλιά του καί μέ φιλοῦσε.

Κατά κανόνα, ὁ Γέροντάς μας, συμπεριφερόταν αὐστηρά. Ὅμως μερικές φορές, ὅταν διαπίστωνε πνευματικήν πρόοδον στά καλογέρια του, δέν ἄντεχε ἀπό τήν χαράν του· μᾶς φανέρωνε τόν πραγματικόν ἑαυτόν του· μᾶς ἀγκάλιαζε καί συγκινημένος δέν μποροῦσε νά βαστάξη τά δάκρυα».

συνεχίζεται…

Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι

κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Ἰωσήφ Μ.Δ.

Ἀπό τό βιβλίο: ἁπλοϊκός ἡγούμενος καί

διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς

Ἐκτύπωση, Βιβλιοδεσία: ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ «ΜΕΛΙΣΣΑ»

Κεντρική Διάθεση: Βιβλιοπωλεῖον «ΛΥΔΙΑ»

Καμβουνίων 1, ΘΕΣ/ΝΙΚΗ τηλ. 2310237-412

 

Εὐχαριστοῦμε θερμά τίς γραφικές τέχνες «ΜΕΛΙΣΣΑ» καί το βιβλιοπωλεῖο «ΛΥΔΙΑ» γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Τά ἔσοδα θά διατίθενται γιά φιλανθωπικούς σκοπούς.