Δὲν προκαλοῦν τόση διάβρωση καὶ καθίζηση στὶς ὄχθες τὰ ὁρμητικὰ ρεύματα τῶν ποταμῶν, ὅσο ὑποσκάπτουν εὔκολα ὅλα τὰ στηρίγματα τῆς ὑγείας ἡ ἀπόλαυση ἀπὸ τὴν πολυφαγία καὶ ἡ σπάταλη ζωή.
Ἂν ἐπισκεφθεῖς γιατρὸ καὶ θελήσεις νὰ ρωτήσεις, θὰ μάθεις ὅτι ὅλες σχεδὸν οἱ ἀρρώστιες ἔχουν αἰτία τὴν πολυφαγία. Ἡ ἁπλὴ δηλαδὴ καὶ λιτὴ τροφὴ εἶναι μητέρα τῆς ὑγείας. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ γιατροὶ τὴν ὀνόμασαν ἔτσι· ὀνόμασαν δηλαδὴ ὑγεία τὸν μὴ κορεσμό, τὴ λιτότητα. «Ἀκορίη γὰρ τροφῆς, ὑγιείη» (Ὑγεία εἶναι ἡ λιτότητα στὴν τροφή). Καὶ τὴ λιτότητα στὴ δίαιτα τὴ θεώρησαν μητέρα τῆς ὑγείας. Ἐφόσον λοιπὸν ἡ λιτότητα εἶναι μητέρα τῆς ὑγείας, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἡ πολυφαγία εἶναι μητέρα τῶν νοσημάτων καὶ τῆς καχεξίας καὶ δημιουργεῖ παθήσεις, ποὺ (μερικὲς φορὲς ) δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύσει οὔτε ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Γιατί οἱ ποδαλγίες καὶ οἱ πονοκέφαλοι καὶ οἱ ἀμβλυωπίες καὶ οἱ πόνοι τῶν χεριῶν καὶ οἱ σπασμοὶ καὶ ἡ πάρεση καὶ ὁ ἴκτερος καὶ οἱ ἐπίμονοι καὶ ὑψηλοὶ πυρετοὶ καὶ ἄλλες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἀρρώστιες πολὺ περισσότερες (ποὺ δὲν ἔχουμε τὸν καιρὸ νὰ τὶς ἀπαριθμήσουμε), δὲν ἔχουν αἰτία τὴ στέρηση καὶ τὴ φιλοσοφημένη δίαιτα καὶ λιτότητα, ἀλλὰ τὴν πολυφαγία καὶ τὴν κατάχρηση.
Ἂν τώρα θέλεις νὰ δεῖς καὶ τὰ ψυχικὰ νοσήματα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἴδια αἰτία, θὰ δεῖς ὅτι ἡ πλεονεξία, ἡ διανοητικὴ καθυστέρηση, ἡ μελαγχολία, ἡ νωθρότητα, ἡ ἀκολασία καὶ ἡ ἀμάθεια γενικὰ ἐκεῖ ἔχουν τὴ ρίζα τους, στὴν πολυφαγία… Νὰ μιλήσω καὶ γιὰ τὴ μεγάλη λύπη καὶ τὴν ἀηδία ποῦ δοκιμάζουν ὅσοι ἐπιμένουν στὴν ἀπόλαυση τῶν φαγητῶν;… Αὐτὸ τὸ τραπέζι, καὶ ἐννοῶ τὸ πλούσιο τραπέζι, ποτὲ δὲν τὸ ἀπολαμβάνουν μὲ εὐχαρίστηση.Γιατί ἡ στέρηση, ποὺ εἶναι μητέρα τῆς ὑγείας, εἶναι ἐπίσης καὶ πηγὴ εὐχαριστήσεως, ἐνῶ ἡ ἀφθονία καὶ ὁ κορεσμός, ποὺ εἶναι πηγὴ καὶ ρίζα τῶν ἀσθενειῶν, εἶναι ἐπίσης καὶ πηγὴ καὶ ρίζα τῆς ἀηδίας. Γιατί, ὅπου ὑπάρχει κορεσμός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχει ἐπιθυμία· καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχει ἐπιθυμία, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξει ποτὲ εὐχαρίστηση; Γι’ αὐτὸ μπορεῖ νὰ διαπιστώσει κανείς, ὅτι οἱ φτωχοὶ δὲν εἶναι μόνον συνετότεροι καὶ ὑγιέστεροι ἀπὸ τοὺς πλουσίους, ἀλλὰ καὶ χαίρονται περισσότερο τὴν εὐφροσύνη.

Μὴν παχαίνουμε τὸ σῶμα, ἀλλ’ ἂς ἀκούσουμε τὸν Παῦλο, ποὺ λέει: «Μὴ φροντίζετε γιὰ τὴ σάρκα, πὼς νὰ ἱκανοποιεῖτε τὶς παράνομες ἐπιθυμίες». Γιατί, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνος ποὺ θὰ πάρει καὶ θὰ ρίξει τὰ τρόφιμα στὸν ὀχετό, ἔτσι καὶ ἐκεῖνος ποὺ τὰ βάζει στὸ στομάχι του ἢ καλύτερα ὄχι ἔτσι, ἀλλὰ ἀκόμη χειρότερα. Γιατί στὴν πρώτη περίπτωση γεμίζει κανεὶς τὸν ὀχετό, χωρὶς νὰ προξενεῖ κακὰ στὸν ἑαυτό του, ἐνῶ στὴ πολυφαγία προκαλεῖ ἄπειρες ἀρρώστιες. Γιατί, ἐκεῖνο ποὺ τρέφει τὸ σῶμα εἶναι ἡ ὀλιγάρκεια, ἐπειδὴ τὸ λίγο μπορεῖ νὰ τὸ ἀφομοιώσει ὁ ὀργανισμός. Ἐνῶ τὸ ἐπὶ πλέον, ὄχι μόνον δὲν τρέφει τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ τὸ καταστρέφει.
Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὰ προσέχει αὐτά, γιατί ἐξαπατᾶται ἀπὸ τὴν ἄκαιρη ἡδονὴ καὶ τὴν συνηθισμένη ἀντίληψη. Θέλεις νὰ τρέφεις τὸ σῶμα; Ἀφαίρεσε τὸ περιττό, δίνε τοῦ τὸ ἀπαραίτητο καὶ ὅσο μπορεῖ νὰ ἐπεξεργασθεῖ καὶ νὰ ἀφομοιώσει. Μὴν τὸ βαραίνεις, γιὰ νὰ μὴν τὸ καταποντίσεις. Τὸ ὀλιγαρκὲς φαγητὸ εἶναι καὶ τροφὴ καὶ ἡδονή· γιατί τίποτε δὲν φέρνει τόση εὐχαρίστηση, ὅση ἡ τροφὴ ποὺ ἐπεξεργάσθηκε καλὰ καὶ ἀφομοιώθηκε. Τίποτε ἄλλο δὲν χαρίζει τόση ὑγεία, τίποτε τόση ὀξύτητα στὶς αἰσθήσεις, τίποτε δὲν ἀπομακρύνει τόσο πολὺ τὴν ἀρρώστια. Ἄρα τὸ λιτὸ φαγητὸ εἶναι καὶ τροφὴ καὶ ἡδονὴ καὶ ὑγεία, ἐνῶ ἡ κατάχρηση εἶναι καταστροφὴ καὶ ἀηδία καὶ ἀρρώστια. Γιατί αὐτὰ ποὺ προξενεῖ ἡ πείνα, αὐτὰ προξενεῖ καὶ ἡ πολυφαγία, μᾶλλον δὲ καὶ χειρότερα. Γιατί ἡ πείνα σὲ λίγες μέρες ἅρπαξε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸν πόνο, ἐνῶ ἡ πολυφαγία, ἀφοῦ καταφάγει τὸ σῶμα καὶ τὸ σαπίσει, τὸ παραδίδει σὲ μακροχρόνια ἀρρώστια καὶ στὴ συνέχεια σὲ φοβερότατο θάνατο. Ἐμεῖς ὅμως νομίζουμε, ὅτι ἡ πείνα εἶναι φοβερὸ δυστύχημα, ἐνῶ τρέχουμε πρὸς τὴν ἀφθονία ποὺ εἶναι χειρότερη ἀπ’ αὐτή. Ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὴ ἡ ἀρρώστια, ἀπὸ ποῦ αὐτὴ ἡ μανία;
Δὲν λέω νὰ βασανίζουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ νὰ τρεφόμαστε τόσο, ὅσο θὰ φέρνει ἡδονή, τὴν πραγματικὴ ἡδονή, καὶ θὰ μπορεῖ νὰ θρέψει τὸ σῶμα καὶ νὰ τὸ κάνει πειθαρχικὸ καὶ ἁρμονικὸ πρὸς τὶς ψυχικὲς ἐνέργειες, καλὰ στερεωμένο καὶ συναρμοσμένο. Ὅταν ὅμως παραχορτάσει ἀπὸ τροφή, ἀφοῦ διαλύσει, ὅπως θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανείς, τὶς ἴδιες τὶς ὀσφύες (τὰ ἰσχία) καὶ τοὺς συνδέσμους ποὺ τὸ στηρίζουν, δὲν μπορεῖ πλέον νὰ βαστάξει τὴν ἀφθονία τῶν τροφῶν, γιατί ἡ ἀφθονία αὐτὴ ὅταν μπεῖ μέσα διαλύει καὶ σκορπίζει τὸ πᾶν.
 
Γιατί λοιπόν, πές μου, παχαίνεις τὸ σῶμα; Μήπως σὲ ἔχουμε γιὰ νὰ σὲ θυσιάσουμε; Μήπως θὰ σὲ παραθέσουμε σὰν ἔδεσμα σὲ κάποιο τραπέζι; Τὶς ὄρνιθες καλὸ κάνεις καὶ τὶς παχαίνεις· μᾶλλον δὲ οὔτε καὶ γιὰ ἐκεῖνες κάνεις καλά· γιατί, ὅταν παραπαχύνουν, εἶναι ἄχρηστες γιὰ ὑγιεινὴ δίαιτα. Τόσο μεγάλο κακὸ εἶναι ἡ τρυφὴ (ἡ καλοπέραση), ὥστε καὶ στὰ ἄλογα ζῶα κάνει φανερὴ τὴ βλάβη. Γιατί, μὲ τὸ νὰ παρατρέφουμε τὶς ὄρνιθες, τὶς κάνουμε ἄχρηστες καὶ γι’ αὐτὲς καὶ γιά μας. Ἐπειδὴ τὰ περιττώματα μένουν ἀκατέργαστα καὶ τὸ ὑγρὸ σάπισμα προέρχεται ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάχος. Τὰ ζῶα ὅμως ποὺ δὲν τρέφονται μὲ τόση ὑπερβολή, ἀλλὰ ζοῦν, θὰ ἔλεγε κανείς, μὲ νηστεία καὶ τρῶνε μὲ μέτρο καὶ κοπιάζουν καὶ ταλαιπωροῦνται, αὐτὰ καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους εἶναι πάρα πολὺ χρήσιμα καὶ σὰν τροφὴ καὶ ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα.
Πράγματι, οἱ ἄνθρωποι ποὺ σιτίζονται μὲ αὐτὰ εἶναι περισσότερο γεροί· ἐνῶ, ὅσοι διατρέφονται μὲ τὰ ζῶα ποὺ προανέφερα, μοιάζουν μὲ αὐτά, γίνονται δηλαδὴ νωθροὶ καὶ φιλάσθενοι καὶ δεσμεύονται χειρότερα. Γιατί, τίποτε δὲν εἶναι γιὰ τὸ σῶμα τόσο ἐχθρικὸ καὶ βλαβερό, ὅσο ἡ καλοπέραση καὶ ἡ καλοφαγία. Ἐπειδὴ τίποτε δὲν ἀποδιοργανώνει καὶ δὲν βλάπτει καὶ δὲν καταστρέφει τὸ σῶμα τόσο, ὅσο ἡ ἀσωτία. Γι’ αὐτὸ μάλιστα θὰ ἔμενε κανεὶς κατάπληκτος γιὰ τὴ μωρία τοὺς αὐτὴ ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, γιατί δὲν θέλουν νὰ ἐπιδείξουν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοὺς τόση φροντίδα οὔτε ὅση ἄλλοι δείχνουν γιὰ τοὺς ἀσκούς τους. Ἐπειδὴ ἐκεῖνοι μέν, οἱ ἔμποροι τῶν κρασιῶν, δὲν ἀφήνουν νὰ περιλάβουν περισσότερο κρασὶ ἀπὸ ὅσο πρέπει, γιὰ νὰ μὴ διαρραγοῦν ἐνῶ αὐτοί, γιὰ τὴν ἄθλια κοιλιά τους δὲν δείχνουν οὔτε αὐτὴ τὴ φροντίδα· ἀλλά, ὅταν τὴ γεμίσουν καὶ τὴν κάνουν νὰ σκάσει ἀπὸ τὸ πολὺ φαγητό, γεμίζουν τὰ πάντα μέχρι τὰ αὐτιά, μέχρι τὶς μύτες, μέχρι τὸ φάρυγγα, καὶ ἔτσι προξενοῦν διπλὴ στενοχώρια καὶ στὸ πνεῦμα καὶ στὴ δύναμη ποὺ κυβερνάει τὸ ζωικὸ καὶ ὑλικὸ στοιχεῖο.
 
 
Πηγές: ΕΠΕ 25, 288, 290 καὶ ΕΠΕ 10, 782-784