«Παιδί μου, ἀπό τά νιάτα σου διάλεξε τήν παιδεία, κι ὥς τά βαθιά σου γηρατειά θά βρίσκεις τή σοφία. Ὅπως κοπιάζει ὁ ζευγάς καί ὁ σποριάς, ἔτσι κι ἐσύ ἔλα κοντά της, μέ τήν ἀπόφαση νά κοπιάσεις, καί πρόσμενε τούς καλούς καρπούς της».

Σοφ, Σειρ. 6 : 18-19.

Ἡ οὐσιαστική ἐργασία τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ προσευχή, γιατί αὐτή ἑνώνει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό. Ὅλες οἱ ἄλλες μοναχικές ἐργασίες εἴτε προετοιμάζουν γιά τήν προσευχή, εἴτε συντελοῦν στήν καλή διεξαγωγή τῆς προσευχῆς, εἴτε πάλι δίνονται ἐξολοκλήρου σ᾿ ἐκείνους πού δέν μποροῦν ν᾿ ἀσχοληθοῦν ἀποκλειστικά μέ τήν προσευχή, ἐπειδή εἶναι πνευματικά ἀδύναμοι ἤ ψυχικά ἀκαλλιέργητοι. Ὁ ὅσιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής λέει: «Ὅσοι δέν μποροῦν νά ἐπιμένουν στήν προσευχή, καλό εἶναι νά καταγίνονται στή διακονία», νά κοπιάζουν δηλαδή σέ πρακτικές ἐργασίες μέ ὑπακοή, «γιά νά μήν ξεπέσουν κι ἀπό τά δύο. Ὅσοι, ὅμως, μποροῦν, εἶναι προτιμότερο νά μήν παραμελοῦν τό καλύτερο»1.

Ὅ ὅσιος Μάρκος2, ἑρμηνεύοντας τά λόγια τοῦ Κυρίου, «Μήν κοπιάζετε γιά τή φθαρτή τροφή, πού προσωρινά συντηρεῖ, ἀλλά γιά τήν τροφή πού τρέφει μόνιμα γιά τήν αἰώνια ζωή»3, διδάσκει ὅτι σημαίνουν τοῦτο:

Μέ τήν προσευχή πρέπει νά ζητᾶμε τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι μέσα μας, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος4. Αὐτός ὑποσχέθηκε σ᾿ ἐκείνους πού ἐπιζητοῦν τή βασιλεία Του, ὅτι θά τούς ἐξασφαλίσει ὅλα τά ἀναγκαῖα τοῦ σώματος μέ τή θεία Του πρόνοια5.

Στή συνέχεια, ἑρμηνεύοντας τά λόγια τοῦ Ἁγίου ἀποστόλου Παύλου, «Μήν προσαρμόζεστε στή νοοτροπία αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλά νά μεταμορφώνεστε συνεχῶς πρός τό καλό, ἀποκτώντας τό νέο φρόνημα τοῦ πιστοῦ, γιατί ἔτσι θά μπορεῖτε νά διακρίνετε ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό καλό καί ἀρεστό σ᾿ Αὐτόν καί τέλειο»6, ὁ ὅσιος λέει:

«Ὁ ἀπόστολος μᾶς ὁδηγεῖ στό τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ, θέλοντας νά μήν κριθοῦμε καθόλου. Γνωρίζοντας πώς ἡ προσευχή συμβάλλει στήν ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν, δέν σταματᾶ νά τή συστήνει πολλές φορές καί μέ ποικίλους τρόπους. “Προσεύχεστε συνεχῶς”, λέει, “καί ἀπευθύνετε τά αἰτήματά σας σέ κάθε περίσταση πρός τόν Θεό, ὁδηγημένοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα Του”7.

»Ἀπό τόν Ἀπόστολο γνωρίζουμε ὅτι προσευχή ἀπό προσευχή διαφέρει. Ἄλλο εἶναι νά παρακαλοῦμε τόν Θεό μέ ἀμετεώριστη διάνοια καί ἄλλο νά στήνουμε τό σῶμα μας γιά προσευχή ἀλλά νά περιπλανιόμαστε ἐδῶ κι ἐκεῖ μέ τή διάνοια. Ἄλλο, πάλι, εἶναι νά ψάχνουμε εὐκαιρία γιά νά προσευχηθοῦμε μετά τίς ἐγκόσμιες ἀσχολίες μας καί ἄλλο νά προτιμᾶμε τήν προσευχή καί, ὅσο εἶναι δυνατό, νά τῆς δίνουμε προτεραιότητα ἔναντι τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν, σύμφωνα μέ τήν ἀποστολική νουθεσία: “Ὁ Κύριος ἔρχεται σύντομα. Γιά τίποτα νά μήν ἔχετε ἀγχώδη μέριμνα, ἀλλά σέ κάθε περίσταση νά ἀπευθύνετε τά αἰτήματά σας στόν Θεό μέ προσευχή καί δέηση, πού θά συνοδεύονται ἀπό εὐχαριστία”8. Παρόμοια λέει καί ὁ μακάριος Πέτρος: “Πρέπει νά εἶστε ἐγκρατεῖς καί νηφάλιοι, γιά νά μπορεῖτε νά προσεύχεστε. Ἀφῆστε ὅλες σας τίς μέριμνες σ᾿ Αὐτόν, γιατί Αὐτός φροντίζει γιά σᾶς”9.

»Πρῶτος, βέβαια, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, γνωρίζοντας ὅτι ὅλα ἐξασφαλίζονται μέ τήν προσευχή, λέει: “Μή μεριμνήσετε γιά τό τί θά φᾶτε ἤ τί θά πιεῖτε ἤ τί θά ντυθεῖτε, ἀλλά νά ἐπιζητεῖτε πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐπικράτηση τοῦ θελήματός Του, κι ὅλα αὐτά θά σᾶς δοθοῦν”10. Μέ τά λόγια Του αὐτά ὁ Κύριος ἴσως μᾶς καλεῖ σέ μεγαλύτερη πίστη. Γιατί ποιός εἶναι αὐτός πού, ἀφοῦ ἀπορρίψει τή μέριμνα γιά τά πρόσκαιρα καί ἀπαλλαγεῖ ἀπό τίς ἐγκόσμιες ἀνάγκες, δέν θά πιστέψει σ᾿ Ἐκεῖνον καί γιά τά αἰώνια ἀγαθά; Αὐτό φανέρωσε ὁ Ἴδιος, λέγοντας: “Ὅποιος εἶναι πιστός στά λίγια, εἶναι πιστός καί στά πολλά”11. Ἀλλά καί σέ τοῦτο τό σημεῖο μᾶς ἔδειξε τή φιλανθρωπία Του. Γνωρίζοντας, δηλαδή, πώς εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐφήμερη ἐπιμέλεια τοῦ σώματος, δέν ἀπαγόρεψε τήν καθημερινή φροντίδα, ἀλλά ἐπιτρέποντάς μας νά φροντίζουμε γιά τό σήμερα, παραγγέλλει, ὅπως πρέπει στόν φιλάνθρωπο Θεό, νά μήν ἀγωνιοῦμε γιά τό αὔριο12. Γιατί δέν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ εἴμαστε ἄνθρωποι καί ἔχουμε σάρκα, νά μή λογαριάζουμε καθόλου τίς ἀνάγκες τῆς σωματικῆς ζωῆς. Μέ προσευχή καί ἐγκράτεια εἶναι δυνατόν τά πολλά νά περιοριστοῦν σέ λίγα, νά παραμεληθοῦν ὅμως ἐντελῶς εἶναι ἀδύνατον.

»Ὅποιος, λοιπόν, ἐπιθυμεῖ νά φτάσει, σύμφωνα μέ τή Γραφή, στήν ὡριμότητα καί τήν τελειότητα πού μέτρο της εἶναι ὁ Χριστός13, δέν πρέπει νά προτιμᾶ ὅλες τίς διακονίες ἀπό τήν προσευχή ἤ νά ἀναλαμβάνει ἐργασίες ἀπερίσκεπτα, χωρίς νά ὑπάρχει ἀνάγκη· οὔτε ὅμως, ἀπό τήν ἄλλη μεριά, μέ πρόφαση τήν προσευχή νά ἀποφεύγει τίς ἐργασίες πού ἐπιβάλλονται ἀπό κάποιαν ἀνάγκη καί οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. Στήν τελευταία περίπτωση πρέπει νά διακρίνει τή διαφορά καί νά ὑπηρετεῖ τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά εἶναι ἀπόλυτος. Ὅποιος δέν σκέφτεται ἔτσι, δέν πιστεύει πώς ὑπάρχει ἐντολή πού εἶναι ἀνώτερη καί γενικότερη ἀπό ἄλλη, ὅπως λέει ἡ Γραφή14, οὔτε καί θέλει νά τηρεῖ, ὅπως ὁ προφήτης15, ὅλες τίς ἐντολές, ὅταν τό ἐπιβάλλει ἡ οἰκονομία τοῦ Θεοῦ.

»Ἐπειδή, λοιπόν, εἶναι ἀπαραίτητες οἱ ἐργασίες πού ἐπιβάλλονται εἴτε ἀπό κάποιαν ἀνάγκη εἴτε ἀπό θεία οἰκονομία, δέν πρέπει ν᾿ ἀφήνουμε παρά μόνο τίς ἄκαιρες ἀσχολίες, ἰδιαίτερα ὅσες μᾶς παρασύρουν στήν πολυτέλεια καί τή χρηματική πλεονεξία, προτιμώντας ἀντί γι᾿ αὐτές τήν προσευχή. Γιατί ὅσο πιό πολύ κανείς περιορίσει τίς ἄκαιρες ἀσχολίες καί περικόψει τίς περιττές μέριμνές τους, τόσο περισσότερο συμμαζεύει τόν λογισμό του ἀπό τούς ρεμβασμούς. Καί ὅσο πιό πολύ συμμαζεύει τόν λογισμό του, τόσο περισσότερο δίνει τόπο στήν καθαρή προσευχή, φανερώνοντας τήν εἰλικρινή πίστη του στόν Χριστό.

»Ἄν, ὅμως, κάποιος, λόγω ὀλιγοπιστίας ἤ κάποιας ἄλλης ἀδυναμίας, δέν μπορεῖ νά τό κάνει αὐτό, τουλάχιστον ἄς γνωρίζει τήν ἀλήθεια καί ἄς ἀγωνίζεται ὅσο μπορεῖ, κατηγορώντας τήν πνευματική του ἀτέλεια. Γιατί εἶναι προτιμότερο νά ἀπολογηθοῦμε γιά ἐλλείψεις παρά γιά πλάνη καί ἔπαρση. Ἄς σέ πείση γι᾿ αὐτό ἡ παραβολή τοῦ Κυρίου, πού παρουσιάζει στήν πρώτη κατάσταση τόν τελώνη καί στή δεύτερη τόν Φαρισαῖο16. Γι᾿ αὐτό κι ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά ἀποδιώχνουμε κάθε μέριμνα τοῦ κόσμου μέ τήν προσευχή καί τήν ἐλπίδα. Ἐπειδή, ὅμως, δέν μποροῦμε νά τό κατορθώσουμε πλήρως, προσφέρουμε στόν Θεό τήν ἐξομολόγηση τῶν ἐλλείψεών μας, χωρίς πάντως νά πάψουμε νά φροντίζουμε γι᾿ αὐτές. Εἶναι καλύτερα, βλέπετε, νά κατηγορηθοῦμε γιά μερική παράλειψη παρά γιά πλήρη ἐγκατάλειψη.

»Γιά ὅλα ὅσα εἴπαμε ὥς τώρα, δηλαδή γιά τήν προσευχή καί θεόσδοτη διάκριση, γιά νά γνωρίζουμε πότε καί ποιά ἀσχολία ὀφείλουμε νά προτιμᾶμε ἀπό τήν προσευχή. Γιατί ὁ καθένας μας, ὅταν καταγίνεται στήν ἀγαπημένη του ἐνασχόληση, νομίζει ὅτι ἐκτελεῖ τήν πρέπουσα διακονία, ἀγνοώντας ὅτι ὀφείλει νά κάνει αὐτό πού ἀρέσει στόν Θεό καί ὄχι στόν ἴδιο. Ἡ διάκριση τῶν πραγμάτων εἶναι ἀκόμα πιό δύσκολη, ἐπειδή κι αὐτές οἱ ἀναγκαῖες καί ἀπαραίτητες ἐντολές δέν εἶναι σταθερά ἐφαρμοστέες, ἀλλά πρέπει ἡ μία νά προτιμᾶται ἀπό τήν ἄλλη ἀνάλογα μέ τήν περίσταση. Γιατί κάθε διακονία ἐπιτελεῖται στήν ὥρα της καί ὄχι πάντοτε. Ἡ ἐργασία τῆς προσευχῆς, ὅμως, ἔχει νομοθετηθεῖ νά εἶναι ἀδιάλειπτη17, γι᾿ αὐτό καί πρέπει νά τήν προτιμᾶμε ἀπό τίς μή ἀναγκαῖες ἀσχολίες. Αὐτή τή διαφορά διδάσκοντας ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι στό πλῆθος, πού τούς ἤθελε νά ἀσχολοῦνται μέ τή διακονία, ἔλεγαν: “Δέν εἶναι σωστό ἐμεῖς ν᾿ ἀφήσουμε τό κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί νά ἀσχολούμαστε μέ διανομές τροφίμων. Φροντίστε, λοιπόν, ἀδελφοί, νά ἐκλέξετε ἀπ᾿ ἀνάμεσά σας ἑφτά ἄνδρες μέ καλή φήμη, γεμάτους ἀπό τή σοφία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θά ὁρίσουμε ἐκείνους νά κάνουν αὐτό τό ἔργο, κι ἐμεῖς θά ἀφιερωθοῦμε ἀποκλειστικά στήν προσευχή καί στό ἔργο τοῦ κηρύγματος”. Ὅλη ἡ κοινότητα συμφώνησε μ᾿ αὐτά τά λόγια18…

»… Ἄς ἀρχίσουμε αὐτή τήν ἐργασία, καί θά διαπιστώσουμε στή συνέχεια, προοδεύοντας, ὅτι μέ τήν προσευχή ἔρχεται στούς πιστούς ὄχι μόνο ἡ ἐλπίδα στόν Θεό, ἀλλά καί ἡ βέβαιη πίστη καί ἡ ἀνυπόκριτη ἀγάπη καί ἡ ἀμνησικακία καί ἡ φιλαδελφία καί ἡ ἐγκράτεια καί ἡ ὑπομονή καί ἡ βαθιά γνώση καί ἡ λύτρωση ἀπό τούς πειρασμούς καί τά δῶρα τῶν χαρισμάτων καί ἡ καρδιακή ἐξομολόγηση καί τά συνεχή δάκρυα. Καί ὄχι μόνο αὐτά, ἀλλά καί ἡ ὑπομονή στίς ἀναπάντεχες θλίψεις καί ἡ εἰλικρινής συγχώρηση τοῦ πλησίον καί ἡ ἐπίγνωση τοῦ πνευματικοῦ νόμου καί ἡ ἀνακάλυψη τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ καί ἡ ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί ἡ χορήγηση τῶν πνευματικῶν θησαυρῶν καί, γενικά, ὅλα ὅσα ὑποσχέθηκε ὁ Θεός νά χαρίζει στούς πιστούς ἀνθρώπους τόσο στήν παρούσα ζωή ὅσο καί στή μέλλοντική. Κοντολογίς, δέν εἶναι δυνατό νά ἀποκατασταθεῖ στήν ψυχή ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ παρά μόνο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τήν πίστη τοῦ ἀνθρώπου, ἐφόσον αὐτός παραμένει μέ τήν καρδιά του στή βαθιά ταπεινοφροσύνη καί τήν ἀμετεώριστη προσευχή»19.

Σκέψεις παρόμοιες μ᾿ αὐτές τοῦ ὁσίου Μάρκου διατυπώνει καί ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Μέγας20.

«Τό σπουδαιότερο πράγμα σέ κάθε καλή προσπάθεις καί ἡ κορυφή τῶν κατορθωμάτων εἶναι ἡ ἐμμονή στήν προσευχή. Μέ τήν προσευχή ἀποκτοῦμε καί τίς ἄλλες ἀρετές, καθώς Ἐκεῖνος, πού μᾶς καλεῖ νά τίς ἀποκτήσουμε, μᾶς δίνει τό χέρι Τοῦ σέ βοήθεια. Γιατί ἀληθινά ἡ κοινωνία τῆς μυστικῆς ἐνέργειας καί ἡ σύνδεση τῆς διαθέσεως μέ τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ καί ἡ προσκόλληση τοῦ ἴδιου τοῦ νοῦ στόν Κύριο μέ ἀνέκφραστη ἀγάπη συμβαίνουν στούς ἀξίους, ὅταν αὐτοί προσεύχονται. “Ἔδωσε εὐροσύνη στήν καρδιά μου”, λέει ὁ Δαβίδ21.

Καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος: “Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα σας”»22.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἀποκαλεῖ τήν προσευχή πηγή ὅλων τῶν ἀρετῶν23.

Ὁ Ὅσιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος λέει γιά τήν προσεκτική προσευχή:

«Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, ἀκούγοντας τόν Κύριο νά λέει πώς ἀπό τήν καρδιά μας βγαίνουν πονηροί λογισμοί, φόνοι, μοιχεῖες, κλεψιές, ψευδομαρτυρίες, καί πώς αὐτά εἶναι πού κάνουν τόν ἄνθρωπο ἀκάθαρτο24, καί νά συμβουλεύει νά ἔχουν καθαρό τό ἐσωτερικό τοῦ ποτηριοῦ, γιά νά ἔχει ἀξία καί ἡ ἐξωτερική του καθαρότητα25, ἄφησαν κάθε ἄλλο τρόπο ἐργασίας τῶν ἀρετῶν καί ἀγωνίστηκαν γι᾿ αὐτή τή φύλαξη τῆς καρδιᾶς, γνωρίζοντας πολύ καλά ὅτι μαζί μ᾿ αὐτήν θά μπορέσουν δίχως κόπο νά ἀσκήσουν καί κάθε ἄλλη πνευματική ἐργασία, ἐνῶ χωρίς αὐτήν εἶναι ἀδύνατο νά παραμείνει ἔστω καί μιά ἀρετή. Τήν ἐργασία, λοιπόν, αὐτή μερικοί Πατέρες τήν ὀνόμασαν καρδιακή ἡσυχία, ἄλλοι προσοχή, ἄλλοι φύλαξη τῆς καρδιᾶς, ἄλλοι νήψη καί ἀντίρρηση, ἄλλοι ἔρευνα τῶν λογισμῶν καί φύλαξη τοῦ νοῦ. Ὅλοι, πάντως, μ᾿ αὐτήν καλλιέργησαν τή γῆ τῆς καρδιᾶς τους καί μ᾿ αὐτήν ἀξιώθηκαν νά τραφοῦν μέ τό θεῖο μάννα.

»Γι᾿ αὐτήν τήν ἐργασία ὁ Ἐκκλησιαστής λέει: “Νά χαρεῖς, νέε μου, τά νιάτα σου! Περπάτα στούς δρόμους τῆς καρδιᾶς σου ἄμωμος καί διῶξε ἀπό τήν καρδιά σου τόν θυμό. Ἄν ἡ ὀργή τοῦ ἄρχοντα ἔρθει καταπάνω σου, μήν ἀφήσεις τόν τόπο σου”26. Λέγοντας τόπο, ἐννοεῖ τήν καρδιά, ὅπως λέει καί ὁ Κύριος: “Ἀπό τήν καρδιά βγαίνουν πονηροί λογισμοί27. Λέει ἀκόμα ὁ Κύριος: “Μή σκορπίζετε τόν νοῦ σας ἐδῶ κι ἐκεῖ28 καί “Εἶναι στενή ἡ πύλη καί δύσκολη ἡ ὀδός πού ὁδηγεῖ στή ζωή”29 καί “Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού νιώθουν τήν πνευματική τους φτώχεια”30, ἐκεῖνοι δηλαδή πού δέν ἀπέκτησαν μέσα τους καμιάν ἔννοια τοῦ κόσμου τούτου.

»Λέει καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος: “Νά εἶστε νηφάλιοι καί ἄγρυπνοι. Ὁ ἀντίπαλος σας, ὁ διάβολος, περιφέρεται σάν λιοντάρι πού βρυχᾶται, ζητώντας κάποιον νά καταβροχθίσει”31. Καί ὁ Παῦλος ἀναφέρεται ὁλοφάνερα στή φύλαξη τῆς καρδιᾶς, ὅταν γράφει στούς Ἐφεσίους: “Δέν ἔχουμε νά παλέψουμε μέ ὄντα ἀπό αἷμα καί σάρκα”32.

»Καί οἱ θεῖοι Πατέρες μας ἔγραψαν πολλά γιά τή φύλαξη τῆς καρδιᾶς, κι ὅποιος θέλει ἄς διαβάσει τά συγγράμματά τους γιά νά δεῖ, ὅσα δηλαδή ἔγραψε ὁ Μάρκος ὁ Ἀσκητής καί ὅσα λένε ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος καί ὁ Ἡσύχιος καί ὁ Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης καί ὁ Ἡσαΐας καί ὁ Βαρσανούφιος καί τό βιβλίο Παράδεισος Πατέρων (τό Γεροντικό).

»Καί τί λέω πολλά; Κανείς δέν μπόρεσε, ἄν δέν φύλαξε τόν νοῦ του, νά φτάσει στήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, γιά νά γίνει ἄξιος νά δεῖ τόν Θεό33. Γιατί χωρίς τήν προσοχή, κανείς δέν μπορεῖ νά νιώσει τήν πνευματική του φτώχεια, οὔτε μπορεῖ νά πενθήσει ἤ νά πεινάσει καί νά διψάσει γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Καί χωρίς νήψη, κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀληθινά ἐλεήμων ἤ καθαρός στήν καρδιά ἤ εἰρηνοποιός ἤ διωγμένος γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ34. Κοντολογίς, μέ κανέναν τρόπο δέν μπορεῖ κανείς ν᾿ ἀποκτήσει ὅλες τίς θεόπνευστες ἀρετές, παρά μόνο μέ τή νήψη. Αὐτήν, ἑπομένως, πρέπει νά ἐπιμεληθεῖς περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα, γιά νά καταλάβεις μέ τή δοκιμή ὅσα λέω».

Στή συνέχεια ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος μᾶς συμβουλεύει νά ἀσκοῦμε ἀδιάλειπτα τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἑνώνοντας τόν νοῦ μέ τήν καρδιά. Μέ τήν ἕνωση νοῦ καί καρδιᾶς ἕνας ἀσκητής μπορεῖ νά βρίσκεται σέ διαρκή ἐγρήγορση καί νά διώχνει μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἰησοῦ κάθε ἁμαρτωλό λογισμό, ἀπ᾿ ὅπου κι ἄν προέρχεται, πρίν ἀκόμη νά σχηματιστεῖ ἤ νά εἰδωλοποιηθεῖ. Μ᾿ αὐτή τήν ἐργασία γνωρίζουμε ἐμπειρικά καί οὐσιαστικά τά πονηρά πνεύματα. Καί γνωρίζοντάς τα, αἰσθανόμαστε γι᾿ αὐτά ἀπέχθεια καί μνησικακία. Ἀρχίζουμε, λοιπόν, νά πολεμᾶμε ἀσταμάτητα, σηκώνοντας καταπάνω τους τή φυσική μας ὀργή, καί νά τά κυνηγᾶμε, νά τά χτυπᾶμε, νά τά ἀφανίζουμε35.

Ὁ μακάριος Νικηφόρος ὁ Μονάζων ὁρίζει τήν προσοχή ὡς ἑξῆς:

«Μερικοί ἅγιοι εἶπαν πώς ἡ προσοχή εἶναι φύλαξη τοῦ νοῦ, ἄλλοι τήν εἶπαν φύλαξη τῆς καρδιᾶς, ἄλλοι νήψη, ἄλλοι νοερά ἡσυχία καί ἄλλοι ἀλλιῶς. Ὅλα αὐτά σημαίνουν τό ἴδιο ἀκριβῶς. Ὅπως ὅταν πεῖ κανείς ψωμί, φέτα καί μπουκιά, ἔτσι σκέψου καί γι᾿ αὐτά.

»Μάθε τώρα μέ ἀκρίβεια τί εἶναι προσοχή καί ποιά εἶναι τά ἰδιώματά της.

Ἡ προσοχή εἶναι γνώρισμα τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας.

Ἡ προσοχή εἶναι ἀνόρθωση τῆς ψυχῆς, μίσος τοῦ κόσμου καί ἐπιστροφή της στόν Θεό.

Ἡ προσοχή εἶναι ἀποδοκομασία τῆς ἁμαρτίας καί ἐπαναφορά τῆς ἀρετῆς.

Ἡ προσοχή εἶναι ἀνεπιφύλακτη βεβαιότητα γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Ἡ προσοχή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς θεωρίας, ἤ μᾶλλον ἡ βάση τῆς θεωρίας, γιατί μέσω αὐτῆς ὁ Θεός συγκαταβαίνει καί ἐμφανίζεται στόν νοῦ.

Ἡ προσοχή εἶναι ἀταραξία τοῦ νοῦ, ἤ μᾶλλον ἀκινησία τῆς ψυχῆς, πού τῆς δόθηκε ὡς βραβεῖο ἀπό τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ἡ προσοχή εἶναι κατάργαση τῶν λογισμῶν, ἀνάκτορο τῶς μνήμης τοῦ Θεοῦ, θησαυροφυλάκιο τῆς ὑπομονῆς τῶν ἐπερχομένων δοκιμασιῶν.

Ἡ προσοχή εἶναι αἰτία τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδας καί τῆς ἀγάπης»36.

«Ὅσοι ἐπιθυμεῖτε μέ λαχτάρα ν᾿ ἀξιωθεῖτε τή μεγαλόπρεπη θεϊκή φωτοφάνεια τοῦ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅσοι θέλετε νά δεχθεῖτε ψηλαφητά μέσα στήν καρδιά σας τήν ὑπερουράνια φωτιά, ὅσοι βιάζεστε νά πετύχετε καί νά ζήσετε τήν πραγματική συμφιλίωσή σας μέ τόν Θεό, ὅσοι ἀπορρίψατε ὅλα τά πράγματα τοῦ κόσμου, γιά νά βρεῖτε καί ν᾿ ἀποκτήσετε τόν θυσαυρό πού εἶναι κρυμμένος στόν ἀγρό τῶν καρδιῶν σας37, ὅσοι θέλετε ν᾿ ἀνάψουν ὁλόλαμπρες οἱ λαμπάδες τῶν ψυχῶν σας ἀπό τοῦτον ἐδῶ τόν κόσμο καί γι᾿ αὐτό ἀπαρνηθήκατε ὅλα τά παρόντα, ὅσοι θέλετε νά γνωρίσετε καί ν᾿ ἀποκτήσετε μέ πείρα τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν πού εἶναι μέσα σας38, ἐλᾶτε νά σᾶς ἐκθέσω τήν ἐπιστήμη, ἤ μᾶλλον τή μέθοδο, τῆς αἰώνιας, ἤ μᾶλλον τῆς οὐράνιας, ζωῆς.

»Ἡ ἐπιστήμη αὐτή εἰσάγει χωρίς κόπο καί ἱδρώτα τόν ἐργάτη της στό λιμάνι τῆς ἀπάθειας, ὅπου αὐτός δέν διατρέχει κανέναν κίνδυνο ταραχῆς ἤ πλάνης ἀπό τούς δαίμονες. Τέτοιος φόβος ὑπάρχει τότε μόνο, ὅταν λόγω παρακοῆς ζοῦμε ἔξω καί μακριά ἀπό τή ζωή πού σᾶς προτείνω. Αὐτό ἔγινε παλιά μέ τόν Ἀδάμ, πού ἀψήφησε ἐντελῶς τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἔπιασε φιλία μέ τό φίδι, θεωρώντας το ἀξιόπιστο, κι ἔτσι, ἀφοῦ χόρτασε ἀπό τόν καρπό τῆς ἀπάτης39, ἔριξε ἀξιοθρήνητα τόν ἑαυτό του κι ὅλους τούς ἀπογόνους του στόν πυθμένα τοῦ θανάτου, τοῦ σκότους καί τῆς διαφθορᾶς.

»Ἐπιστρέψτε, λοιπόν, ἤ μᾶλλον, γιά νά ποῦμε τό πιό ἀληθινό, ἄς ἐπιστρέψουμε, ἀδελφοί, στόν ἑαυτό μας, ἄς ἀποστραφοῦμε μιά γιά πάντα τή συμβουλή τοῦ φιδιοῦ καί τήν περιφορά μας στά εὐτελή. Γιατί δέν εἶναι δυνατό νά πετύχουμε μέ ἄλλο τρόπο τή συμφιλίωση καί τήν οἰκείωσή μας μέ τό Θεό, ἄν πρῶτα δέν ἐπιστρέψουμε ἤ, καλύτερα, ἄν δέν εἰσέλθουμε στόν ἑαυτό μας, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς γιατί θά εἶναι παράδοξο, ἐνῶ ξεχωρίσαμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τόν περισπασμό τοῦ κόσμου καί τίς μάταιες μέριμνες, νά τόν ἐμποδίζουμε ἀσυγχώρητα ἀπό τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, πού εἶναι μέσα μας40.

»Γι αὐτό καί ἡ ἁγία μοναχική ζωή ἔχει ὀνομαστεῖ τέχνη τῶν τεχνῶν καί ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν, ἐπειδή δέν μᾶς προξενεῖ ὅσα οἱ φθαρτές τέχνες καί ἐπιστῆμες –πού μᾶς ἀπορροφοῦν τόν νοῦ καί τόν καλύπτουν ἐντελῶς μέ τά φθαρτά, παίρνοντάς τον ἀπό τά ἀνώτερα–, ἀλλά μᾶς ὑπόσχεται παράδοξα καί ἀπόρρητα ἀγαθά, “πού μάτια δέν τά εἶδαν καί αὐτιά δέν τά ἄκουσαν καί ἄνθρωποι δέν τά διανοήθηκε”41. Ἀλλά, γιά ν᾿ ἀποκτήσουμε αὐτά τά ἀγαθά, “ἔχουμε νά παλέψουμε ὄχι μέ ἀνθρώπους, ἀλλά μέ τίς ἀρχές καί τίς ἐξουσίες (δηλ. τίς δαιμονικές δυνάμεις), μέ τούς κυρίαρχους τοῦ σκοτεινοῦ τούτου κόσμου”42.

»Ἄν, λοιπόν, ὁ κόσμος τοῦτος εἶναι σκοτεινός, ἄς φύγουμε ἀπ᾿ αὐτόν, παίρνοντας καί τά νοήματά μας μακριά του. Τίποτα κοινό ἄς μήν ὑπάρχει ἀνάμεσα σ᾿ ἐμᾶς καί τόν ἐχθρό τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὅποιος θελήσει νά γίνει φίλος τοῦ ἐχθροῦ τοῦ Θεοῦ, θά γίνει ἐχθρός τοῦ Θεοῦ43. Καί τότε ποιός μπορεῖ νά τόν βοηθήσει; Γι᾿ αὐτό ἄς μιμηθοῦμε τούς Πατέρες μας καί ἄς ἀναζητήσουμε τόν θησαυρό πού εἶναι μέσα στίς καρδιές μας, ὅπως ἔκαναν ἐκεῖνοι. Καί ἀφοῦ τόν βροῦμε, ἄς τόν κρατήσουμε μέ πολύ μεγάλη δύναμη, ἐργαζόμενοι συνάμα καί φυλάγοντάς τον44, ἀφοῦ σ᾿ αὐτό ἔχουμε ταχθεῖ ἐξαρχῆς»45.

Ὁ ὅσιος Νεῖλος Σόρσκι συμβουλεύει ἐκείνους πού ἐπιθυμοῦν νά ἀσκηθοῦν στήν καρδιακή ἡσυχία, νά ἀπαρνηθοῦν ὅλους γενικά τούς λογισμούς καί νά τούς ἀντικαταστήσουν μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου, δηλαδή μέ τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. «Πρέπει», λέει ὁ ὅσιος, «νά ἐπιδιώκουμε νά σωπαίνουμε μέ τή σκέψη ἀκόμα κι ἀπό τούς λογισμούς πού θεωροῦνται δεξιοί, νά βλέπουμε συνεχῶς στό βάθος τῆς καρδιᾶς μας καί νά λέμε τό “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον με”46».

Τόσο ἐπιθυμητή εἶναι αὐτή ἡ ἐργασία, τόσο μεγάλη πνευματική χαρά δίνει, πού ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτιμοῦσε νά τήν ἐπιτελεῖ ἀκατάπαυστα μέ τόν νοῦ του, ἀντί γιά ὁποιονδήποτε ἄλλο λογισμό καί συλλογισμό: «Ἔκρινα πώς δέν ἔπρεπε νά γνωρίζω τίποτ᾿ ἄλλο παρά μόνο τόν Ἰησοῦ Χριστό, κι Αὐτόν σταυρωμένο»47.

Ὁ μακάριος στάρετς Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ λέει: «Ἐκεῖνοι πού ἔχουν πραγματικά ἀποφασίσει νά ἀφιερωθοῦν στόν Κύριο καί Θεό, πρέπει νά ἀσκοῦνται στήν μνήμη τοῦ Θεοῦ καί στήν ἀδιάλειπτη προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, λέγοντας νοερά: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον με, τόν Ἁμαρτωλόν”. Τά δῶρα τῆς χάριτος ἀξιώνονται νά τά λάβουν μόνο ἐκεῖνοι πού ἔχουν ἐσωτερική ἐργασία καί ἀγρυπνοῦν γιά τίς ψυχές τους»48.

Ὁ ὅσιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής στό ἔργο του Ἀντιβολή πρός τινα σχολαστικόν49 λέει πώς ἡ προσευχή εἶναι ἡ κύρια ἐργασία τοῦ μοναχοῦ, ἐργασία στήν ὁποία συνοψίζονται ὅλες οἱ δραστηριότητές του, ὅλη ἡ ζωή του. Στόν λόγο του Περί μετανοίας50, ὅμως, ἀναφέρει τή μετάνοια ὡς τή μοναδική ἐργασία τοῦ μοναχοῦ καί τήν εὐαγγελική ἐντολή τῆς μετάνοιας ὡς τή γενική ἐντολή πού περιέχει ὅλες τίς ὑπόλοιπες. Ἡ ἀντίφαση εἶναι μόνο φαινομενική, καθώς ἡ ἐργασία τῆς μετάνοιας πρέπει νά εἶναι πάντοτε ἑνωμένη μέ τήν ἐργασία τῆς προσευχῆς. Τίς ἕνωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί ὅ,τι ἑνώνει Ἐκεῖνος, δέν πρέπει νά τό χωρίζει ὁ ἄνθρωπος51. «Ὁ Θεός», λέει ὁ Υἱός Του, «δέν θά ἀποδώσει τό δίκιο στούς ἐκλεκτούς Του, πού Τοῦ φωνάζουν γιά βοήθεια μέρα καί νύχτα;»52. Λέγοντας, «Τοῦ φωνάζουν», ἐννοεῖ τήν ἐργασία τῶν ἐκλεκτῶν Του, τήν ἀδιάλειπτη προσευχή τους, πού εἶναι γοερός στεναγμός, ἐκφραστικός τοῦ θρήνου τῆς μετάνοιας.

«Ἡ μετάνοια», λέει ὁ ὅσιος Μάρκος, «νομίζω πώς δέν περιορίζεται οὔτε ἀπό χρόνο οὔτε ἀπό πράξεις, ἀλλά πραγματώνεται σύμφωνα μέ τό μέτρο τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Ὁρισμένες ἀπό τίς ἐντολές εἶναι πιό περιεκτικές, συμπεριλαμβάνουν δηλαδή πολλές ἀπό τίς μερικές ἐντολές καί περικόβουν μεμιᾶς πολλές κακίες. Λέει, γιά παράδειγμα, ἡ Γραφή: “Σ᾿ ὅποιον σοῦ ζητάει κάτι, δίνε το53” καί “ Ἐκεῖνον πού σοῦ παίρνει αὐτό πού σοῦ ἀνήκει, μήν τόν ἐμποδίσεις54“ καί “Ἄν κάποιος θέλει νά τοῦ δανείσεις κάτι, μήν τοῦ τό ἀρνηθεῖς”55. Αὐτές οἱ ἐντολές εἶναι μερικές. Περιεκτική τους εἶναι ἡ ἐντολή “Πούλησε τά ὑπάρχοντά σου καί δῶσε τά χρήματα στούς φτωχούς”56, καθώς καί ἡ ἐντολή “Σήκωσε τόν σταυρό σου κι ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις”57, ὅπου σταυρός ὀνομάζεται ἡ ὑπομονή στίς ἐπερχόμενες θλίψεις. Ὅποιος, λοιπόν, ἔδωσε στούς φτωχούς ὅλα ὅσα εἶχε καί σήκωσε τόν σταυρό του, τήρησε μεμιᾶς ὅλες τίς πιό πάνω ἐντολές.

»Λέει πάλι ἡ Γραφή: “Νά προσεύχονται οἱ ἄνδρες σέ κάθε τόπο, ὑψώνοντας στόν οὐρανό χέρια καθαρά”58. Λέει ἐπίσης: “Μπές στό πιό ἀπόμερο δωμάτιο τοῦ σπιτιοῦ σου καί προσευχήσου ἐκεῖ κρυφά”59 καί “Νά προσεύχεστε ἀδιάλειπτα”60. Ἐκεῖνος, λοιπόν, πού μπῆκε στό πιό ἀπόμερο δωμάτιο τοῦ σπιτιοῦ του καί προσεύχεται ἀδιάλειπτα, ἐκπλήρωσε τήν ἐντολή τῆς προσευχῆς σέ κάθε τόπο.

»Καί λέει: “Μήν πορνεύσεις, μή μοιχεύσεις, μή φονεύσεις”61 καί τά λοιπά. Λέει, ἐπίσης: “Ἀνατρέπουμε λογισμούς καί κάθε ὑψηλοφροσύνη”62. Ἐκεῖνος, λοιπόν, πού ἀνατρέπει τούς λογισμούς, ἀποκλείεται νά διαπράξει ὁποιαδήποτε ἀπό τίς πιό πάνω ἁμαρτίες. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς ἐκεῖνοι πού ἀγαποῦν τόν Θεό κι ἔχουν ἀκλόνητη πίστη, βιάζουν τόν ἑαυτό τους στήν τήρηση τῶν περιεκτικῶν ἐντολῶν, ἀλλά δέν παραλείπουν τήν ἐκπλήρωση καί τῶν μερικῶν, ὅταν τό ἐπιβάλλουν οἱ συνθῆκες.

»Ἐπειδή, λοιπόν, χωρίς τίς τρεῖς ἀρετές, πού ἀναφέραμε, δέν μπορεῖ νά συντελεστεῖ τό ἔργο τῆς μετάνοιας, νομίζω πώς ἡ μετάνοια ἁρμόζει πάντοτε σέ ὅλους ὅσοι θέλουν νά σωθοῦν, τόσο στούς ἁμαρτωλούς ὅσο καί στούς δικαίους. Γιατί δέν ὑπάρχει κανένας βαθμός τελειότητας πού νά μήν ἔχει ἀνάγκη τήν ἐργασία τῶν παραπάνω ἀρετῶν. Μ᾿ αὐτές εἰσάγονται στήν εὐσέβεια οἱ ἀρχάριοι, μ᾿ αὐτές προοδεύουν οἱ μεσαῖοι καί μ᾿ αὐτές ἑδραιώνονται στήν τελειότητα οἱ τέλειοι»63.

Ὅπως ὁ ὅσιος Μάρκος, ἔτσι καί οἱ ἄλλοι Πατέρες, στούς ὁποίους ἀναφερθήκαμε προηγουμένως, διδάσκουν ὅτι ἡ ὑπομονή σ᾿ ὅλες τίς θλίψεις, πού μᾶς βρίσκουν, καί ἡ ἐπιτυχής ἀπόκρουση τῶν λογισμῶν κατορθώνονται μέ τήν προσευχή, τήν ὁποία ὀνομάζουν πηγή τῆς μετάνοιας. Στήν πραγματικότητα εἶναι καί μητέρα καί κόρη τῆς μετάνοιας. Ὅ,τι λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γιά τήν προσευχή καί τή μνήμη τοῦ θανάτου, μποροῦμε δίκαια νά τό ποῦμε, ἐπίσης, γιά τήν προσευχή καί τή μετάνοια: «”Υμνῶ δύο οὐσίες μιᾶς ὑποστάσεως»64. Ἡ ἐργασία τῆς μετάνοιας καί τῆς προσευχῆς εἶναι ἑνιαία, ἀλλά περιέχει δύο διαφορετικές ὄψεις τῆς ἀρετῆς.

Ἡ ἀπόκρουση τῶν ἁμαρτωλῶν λογισμῶν καί αἰσθημάτων εἶναι ἐργασία πού κατορθώνεται, ὅπως εἴπαμε, μέ τήν προσευχή. Εἶναι ἑνωμένη ἀχώριστα μέ τήν προσευχή καί ἔχει διαρκῶς ἀνάγκη τή συμπαράσταση καί τήν ἐνέργεια τῆς προσευχῆς. Ὁ ὅσιος Νεῖλος Σόρσκι ἐπικαλεῖται τόν ὅσιο Γρηγόριο τόν Σιναΐτη καί λέει:

«Ὁ μακάριος Γρηγόριος, γνωρίζοντας ἀκριβῶς ὅτι ἐμεῖς, οἱ ἐμπαθεῖς, εἶναι ἀδύνατο νά νικήσουμε τούς κακούς λογισμούς, εἶπε τά ἑξῆς: “Κανείς ἀρχάριος δέν διώχνει ποτέ λογισμό, ἄν δέν τόν διώξει ὁ Θεός. Μόνο οἱ δυνατοί μποροῦν νά τούς πολεμήσουν καί νά τούς διώξουν. Ἀλλά κι αὐτοί δέν τούς διώχνουν μόνοι τους· κινοῦνται καί πολεμοῦν ἐναντίον τους μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ντυμένοι τήν πανοπλία Του65. Ἄν, λοιπόν, δεῖς τίς ἀκαθαρσίες τῶν πονηρῶν πνευμάτων, δηλαδή τῶν λογισμῶν, νά παρουσιάζονται ἤ ν᾿ ἀλλάζουν μορφές μέσα στόν νοῦ σου, μήν ἐκπλαγεῖς. Κι ἄν σοῦ ἐμφανίζονται νοήματα ἀγαθῶν πραγμάτων, μήν τά προσέξεις. Ἀλλά κρατώντας τήν ἐκπνοή σου, ὅσο μπορεῖς, καί κλείνοντας τόν νοῦ μέσα στήν καρδιά καί ἐνεργώντας τήν ἐπίκληση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἀδιάλειπτα καί ἐπίμονα, τά κατακαῖς αὐτά γρήγορα καί τά περιορίζεις μέ τό νά τά μαστιγώνεις ἀοράτως μέ τό θεϊκό ὄνομα”66. Ἄν, ὅμως, οἱ λογισμοί σέ πιέσουν πολύ, τότε σήκω καί προσευχήσου ἐναντίον τους, ἐμμένοντας πάλι σθενερά στήν πρώτη ἐργασία»67, δηλαδή στήν προσευχή μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, γράφοντας γιά τήν προσευχή, συμβουλεύει: «Ὅταν βλέπεις τόν σκύλο (δηλ. τόν ἁμαρτωλό λογισμό) νά ἔρχεται, κυνήγα τον μέ τό ὅπλο (τῆς προσευχῆς). Καί ὅσες φορές κι ἄν σοῦ ἐπιτεθεῖ μέ ἀναίδεια, μήν ὑποχωρήσεις»68.

«Ὁ διάβολος μέ τούς δαίμονες», λέει ὁ ὅσιος Νικηφόρος ὁ Μονάζων69, «ἀφότου ἔκανε τόν ἄνθρωπο νά ἐξοριστεῖ ἀπό τόν παράδεισο καί νά σαλεύει νοητά τό λογιστικό κάθε ἀνθρώπου ἡμέρα καί νύχτα, ἄλλου πολύ, ἄλλου λίγο καί ἄλλου περισσότερο. Καί τό λογιστικό δέν εἶναι δυνατό νά ὀχυρωθεῖ διαφορετικά, παρά μέ τήν ἀκατάπαυστη μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἄν, δηλαδή, μέ τή δύναμη τοῦ σταυροῦ ἐντυπωθεῖ στήν καρδιά ἡ θεία μνήμη, θά στερεώσει τό λογιστικό καί θά τό κάνει ἀκλόνητο. Σ᾿ αὐτόν τόν σκοπό ὁδηγεῖ ὁ νοητός ἀγώνας, στόν ὁποῖο κάθε χριστιανός ἀποφασίζει νά ἀγωνιστεῖ μέσα στό στάδιο τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ· ἀλλιῶς θ᾿ ἀγωνίζεται μάταια. Ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα γίνεται ὅλη ἡ ποικιλότροπη ἄσκηση καθενός πού κακοπαθεῖ γιά τόν Θεό. Κι αὐτό γιά νά ἑλκύσει τήν εὐσπλαχνία τοῦ Ἀγαθοῦ καί νά τοῦ δώσει πάλι τό ἀρχικό ἀξίωμα καί νά σφραγιστεῖ στό λογιστικό του ὁ Χριστός, καθώς λέει ὁ Ἀπόστολος: “Παιδιά μου, γιά σᾶς πάλι περνῶ τούς πόνους τῆς γέννας, ὥσπου νά διαμορφωθεῖ μέσα σας ὁ Χριστός”70».

Ἡ διαρκής παραμονή στήν προσευχή, ἄν καί ἀποτελεῖ τήν οὐσιαστική ἐργασία τοῦ μοναχοῦ, ἀπαιτεῖ προηγούμενη ἀσκητική ἑτοιμασία, ὅπως φαίνεται ἀπό τόν Λόγο περί νήψεως τοῦ ὁσίου Νικηφόρου, ὁ ὁποῖος ἐπικαλεῖται τόν ἅγιο Σάββα. Ὁ μεγάλος αὐτός κοινοβιάρχης, ὅταν ἔβλεπε ὅτι ἕνας μοναχός εἶχε μάθει πιά μέ ἀκρίβεια τούς κανόνες τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί ὅτι μποροῦσε νά φυλάει τόν νοῦ του καί νά πολεμάει ἐναντίον τῶν πονηρῶν λογισμῶν, καθώς ἐπίσης καί ὅτι εἶχε ἀποβάλει τελείως τή μνήμη τῶν κοσμικῶν, τότε μόνο τοῦ ἔδινε εὐλογία νά ζήσει ἡσυχαστικά σέ κελί71. Ἡ προετοιμασία γιά τήν ἄσκηση τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς γίνεται μέ τούς κόπους τῆς μοναχικῆς ὑπακοῆς. «Ὁ Θεός», λέει ὁ ἀββάς Φιλήμων, «θέλει νά Τοῦ δείξουμε τήν ἐπιμέλειά μας πρῶτα μέ κόπους κι ἔπειτα μέ ἀγάπη καί μέ ἀδειάλειπτη προσευχή»72.

Τίποτα δέν συμβάλλει τόσο στήν προσευχή ὅσο ἡ ὑπακοή, ἡ ὁποία μᾶς νεκρώνει ὡς πρός τόν κόσμο καί ὡς πρός τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό. Τό μεγάλο ἀγαθό τῆς προσευχῆς, λέει ὁ ὅσιος Συμεών Θεολόγος, πηγάζει ἀπό τήν τέλεια ὑπακοή73.

Ὅσοι βρίσκονται σέ ὑπακοή καί καταγίνονται σέ μοναστηριακές διακονίες, δέν πρέπει καθόλου νά θεωροῦν τόν ἑαυτό τους ἀπαλλαγμένο ἀπό τήν ἐργασία τῆς προσευχῆς. Γιατί χωρίς τήν προσευχή ὅλοι οἱ ἀσκητικοί κόποι, ἀκόμα καί ἡ ὑπακοή, ὄχι μόνο εἶναι ἄκαρποι, ἀλλά καί ὁδηγοῦν στήν ὑπερηφάνεια. Γενικά, ἀπό πολλά πάθη θά κυριευθεῖ καί σέ πολλές ἁμαρτίες θά πέσει ἡ ψυχή στήν ὁποία δέν ὑπάρχουν ἡ δύναμη καί ἡ εὐωδία τῆς προσευχῆς. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἀσχολεῖσαι μέ ὁποιαδήποτε πρακτική μοναστηριακή ἐργασία ἤ κάποιο ἐργόχειρο, νά προσεύχεσαι. Κι ἄν δέν μπορεῖς νά προσεύχεσαι ἀδιάλειπτα, τουλάχιστον κάνε το συχνά. Νά ἐπιστρέφεις στήν προσευχή ὅποτε τή θυμᾶσαι, κι αὐτή σιγά-σιγά θά σοῦ γίνει συνήθεια. Χωρίς νά τό ἀντιληφθεῖς, ἡ συχνή προσευχή θά ἐξελιχθεῖ σέ ἀδιάλειπτη.

Οἱ ἐργάτες τῆς ὑπακοῆς, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, χρησιμοποιοῦν τό καθένα ἀπό τά δύο «πόδια» μέ διαφορετικό τρόπο· «τό ἕνα τό βγάζουν μπροστά, εἶναι πρόθυμοι δηλαδή γιά διακονία, καί τό ἄλλο τό ἔχουν ἀκίνητο, εἶναι πρόθυμοι δηλαδή γιά προσευχή»74. Καί λέγοντας «πόδια» ἐννοεῖ, βέβαια, τήν ὅλη δραστηριότητα τοῦ μοναχοῦ. «Εἶδα», συνεχίζει, «μερικούς νά λάμπουν στήν ὑπακοή τους καί νά μήν ἀμελοῦν, ὅσο τούς ἦταν δυνατόν, τή νοερή μνήμη τοῦ Θεοῦ. Καί ὅταν στάθηκαν στήν προσευχή, σύντομα κυριάρχησαν στόν νοῦ τους, αὐτοσυγκεντρώθηκαν καί ἄρχισαν νά χύνουν ποτάμι τά δάκρυα. Κι αὐτό γιατί ἦταν προετοιμασμένοι ἀπό τήν ὁσία ὑπακοή»75.

Ἀπό τά λόγια τοῦ ὁσίου συμπεραίνουμε πώς οἱ παλαιοί μοναχοί, ὅταν κοπίαζαν στίς μοναστικές διακονίες, ἀπέφευγαν τούς μάταιους περισπασμούς. Μέ τά χέρια ἐργάζονταν καί μέ τόν νοῦ προσεύχονταν, γι᾿ αὐτό καί, ὅταν πήγαιναν στήν ἐκκλησία γιά κάποιαν ἀκολουθία ἤ ἔκαναν στό κελί τόν μοναχικό τους κανόνα, ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά τους στρέφονταν στόν Θεό δίχως καθυστέρηση ἤ δυσκολία. Ἀπεναντίας, ὅποιος τήν ὥρα τῆς πρακτικῆς ἐργασίας δέχεται μάταιους λογισμούς ἤ κάνει ἀνώφελες συζητήσεις, ἐκεῖνος, ὅταν σταθεῖ στήν προσευχή, δέν μπορεῖ νά κυριαρχήσει στόν νοῦ του. Διαρκῶς μετεωρίζεται, διαρκῶς στρέφεται σ᾿ ἐκεῖνα τά ἀντικείμενα καί τά θέματα πού τόν ἀπασχολοῦσαν πρίν ἀπό τήν προσευχή.

«Παιδί μου», λέει ἡ Γραφή, «ἀπό τά νιάτα σου διάλεξε τήν παιδεία, κι ὥς τά βαθιά σου γηρατειά θά βρίσκεις τή σοφία. Ὅπως κοπιάζει ὁ ζευγάς καί ὁ σποριάς, ἔτσι κι ἐσύ ἔλα κοντά της, μέ τήν ἀπόφαση νά κοπιάσεις, καί πρόσμενε τούς καλούς καρπούς της»76. Ἄς μή χάνουμε τόν πολύτιμο χρόνο μας, πού δέν γυρίζει πίσω, παραδομένοι στούς περισπασμούς, τή ραθυμία, τίς μάταιες ἐνασχολήσεις. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς εἰσόδου μας στό μοναστηρι, ἄς γνωρίσουμε μέ κάθε ἐπιμέλεια τή μοναχική ζωή. Ἀπό τά νιάτα μας ἄς καλλιεργήσουμε τόν ψυχικό μας ἀγρό μέ ἀληθινή ἄσκηση, ἔτσι ὥστε στά γηρατειά μας, καί πρίν ἀπό τή μετάβασή μας στήν αἰωνιότητα, νά χαροῦμε τούς πλούσιους καρπούς τῶν θείων χαρισμάτων, πού ἀποτελοῦν ἐχέγγυα τῆς σωτηρίας, ἐχέγγυα τῆς οὐράνιας μακαριότητας. Ἀμήν.

  Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι

 κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

 Ἀμήν.

  Ἀπό τό βιβλίο: “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ”

Τόμος Γ΄

Ἐκδόσεις: Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

http://HristosPanagia3.blogspot.com

1Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, Ἀντιβολή πρός τινα σχολαστικόν, vi.

2Ὅ.π., I.

3Ἰω. στ΄ : 27.

4Βλ. Λουκ. Ιζ΄: 21.

5Βλ. Ματθ. Στ΄ : 33.

6Ρωμ. Ιβ΄ : 2.

7Ἐφ. στ΄ : 18.

8Φιλιπ. Δ΄: 5-6.

9Α΄ Πέτρ. Δ΄ :7· ε΄ : 7.

10Πρβλ. Ματθ. Στ΄ : 31, 33.

11Λουκ. Ιστ΄: 10.

12Βλ. Ματθ. Στ΄: 34.

13Βλ. Ἐφ. Δ΄: 13.

14Βλ. Ματθ. Κβ΄: 36-40.

15Βλ. Ψαλμ. 118 : 128.

16Βλ. Λουκ.. ιη΄ : 10-14.

17Βλ. Α΄ Θεσ. Δ΄ :17.

18Πραξ. Στ΄: 2-5.

19Ὅσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, ὅ.π., IV-VI, VIII.

20Περί προσευχῆς λόγος, 1.

21Ψαλμ. 4 : 8.

22Λουκ. Ιζ΄: 21.

23Βλ. Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναίτου, Κλίμαξ, ΚΗ΄, 1.

24Βλ. ΜΑτθ. Ιε΄ :19-20.

25Βλ. Ματθ. Κγ΄ : 26.

26Ἐκκλ. Ια΄ : 9, 10· 10:4.

27Ματθ. Ιε΄: 19.

28Λουκ. Ιβ΄: 29.

29Ματθ. Ζ΄ : 14.

30Ματθ. Ε΄ : 3.

31Α΄ Πέτρ. Ε΄ : 8.

32Ἐφ. στ΄ : 12.

33Πρβλ. Ματθ. Ε΄ : 8.

34Πρβλ. Ματθ. Ε΄ : 3-10.

35Βλ. Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Περί τῶν τριῶν τρόπων τῆς προσευχῆς λόγος – Περί τοῦ τρίτου τρόπου.

36Ὅσίου Νικηφόρου τοῦ Μονάζοντος, Λόγος περί νήψεως καί φυλακῆς καρδίας μεστός οὐ τῆς τυχούσης ὠφελείας.

37Πρβλ. Ματθ. Ιγ΄ : 44.

38Πρβλ. Λουκ. Ιζ΄ : 21.

39Βλ. Γεν. 3 : 1-6.

40Πρβλ. Λουκ. Ιζ΄ : 21.

41Α΄Κορ. Β΄ : 9.

42Ἐφ. στ΄ : 12.

43Πρβλ. Ἰακ. Δ΄ : 4.

44Πρβλ. Γεν. 2 : 15.

45Ὁσίου Νικηφόρου τοῦ Μονάζοντας, ὅ.π.

46Ὁσίου Νείλου Σόρσκι, Ἕνδεκα λόγοι ἐκ τῶν γραφῶν τῶν ἁγίων πατέρων περί νοερᾶς ἐργασία, Β΄

47Πρβλ. Α΄ Κορ. β΄ : 2.

48Σ.τ.Μ.: Βλ. Ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, Διδαχές, μετ. Π. Μπότση, Φιλοκαλία τῶν Ρώσων Νηπτικῶν 1, Ἀθήνα 1983, σελ. 45, 67.

49I – VIII.

50I.

51Πρβλ Ματθ. Ιθ΄ : 6.

52Λουκ. Ιη΄ : 7.

53Λουκ. Στ΄ : 30.

54Πρβλ. Λουκ. Στ΄ : 29, 30.

55Ματθ. Ε΄ : 42.

56Ματθ. Ιθ΄ : 21.

57Ματθ. Ιστ΄ :24· ιθ΄ : 21.

58Α΄ Τιμ. Β : 8.

59Πρβλ. Ματθ. Στ΄ : 6.

60Α΄ Θεσ. Ε΄ : 17.

61Πρβλ. Ρωμ. Ιγ΄ : 9.

62Β΄ Κορ. ι΄ : 5.

63Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, Περί μετανοίας, VI – VIL.

64Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὅ.π., ΚΗ΄, 48

65Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, Περί τοῦ πῶς δεῖ καθέζεσθαι… – Περί τοῦ πῶς δεῖ λέγειν τήν εὐχήν.

66Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, Περί ἡσυχίας καί περί τῶν δύο τρόπων τῆς προσευχῆς ἐν κεφαλαίοις ΙΕ, β΄.

67Ὁσίου Νείλου Σόρσκι, ὅ.π., Β΄

68Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὅ.π., ΚΗ΄, 55.

69Ὁσίου Νικηφόρου τοῦ Μονάζοντος, ὅ.π. – Συμεών τοῦ Θεολόγου.

70Γαλ. Δ΄ : 19.

71Βλ. Ὁσίου Νικηφόρου τοῦ Μονάζοντις, ὅ.π. – Ἀπό τοῦ βίου τοῦ ἁγίου Σάββα.

72Περί τοῦ ἀββᾶ Φιλήμονος· λόγος πάνυ ὠφέλιμος.

73Βλ. Ὁσίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὅπ.

74Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὅ.π., Δ΄,2.

75Ὅ. π., ΚΗ΄, 36.

76Σοφ, Σειρ. 6 : 18-19.