ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗ. ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ.
 
[20-9-1987]
Είς την Κυριακήν μετά την Υψωσι του Τιμίου Σταυρού
Ή σταυρωμένη άγάπη.
 
Απευθυνόμενος ό Κύριος σε κάθε πιστόν
λέγει: “Όστις θέλει όπίσω μου έλθείν,
άπαρνησάσθω εαυτόν.” Δηλαδή ζητάει από όλους μας αύταπάρνησι.
Χθες τό βράδυ συζητήσαμε με μερικές
αδελφές περί τής σταυρωμένης αγάπης. Ό Χριστός είναι ή σταυρωμένη Άγάπη και ζητεί άπό εμάς σταυρωμένη άγάπη. Εμείς οί ενδεείς δέν μπορούμε να δώσωμε τίποτα, στον άνενδεή Θεό. Τί μπορούμε να Του προσφέρωμε; Τίποτα.
Μάς ζητάει, όμως, τήν σταυρωμένη άγάπη.
Πότε, όμως, έχομε τήν σταυρωμένη άγάπη;
Πρώτον, όταν πονάμε σταυρώνοντας τα πάθη μας, τον θυμόν μας, τήν κακία μας, τήν ζηλοτυπία μας. Δεύτερον, όταν σταυρώνωμε την έπιθυμία μας, τό θέλημά μας, για να μπορέσωμε να ταπεινωθούμε και να άγαπήσωμε τον συνάνθρωπό μας. Τρίτον, όταν σταυρώνωμε την δειλία μας, ομολογώντας με πίστι Χριστόν τον άληθινόν Θεόν. Τρεις σταυρούς, λοιπόν, έχομε.
Αύτή την έμπρακτη άγάπη μάς ζητάει ό Κύριος, όχι άγάπη νεκρά. Να Τον άγαπάμε, όχι με λόγια, άλλά με έργα. Ό Θεός θέλει την σταυρωμένη άγάπη μας, δηλαδή να τηρήσωμε τις θείες εντολές, γιά να ένοικήση μέσα μας ό νόμος Του, δηλαδή ό ίδιος ό Θεός.
Να σταυρώσωμε κάθε μας άντιπάθεια προς τον πλησίον, καί νά έξαλείψωμε κάθε εμπόδιο στον δρόμο προς τήν συγχωρητικότητα. Γιατί, είδατε, δημιουργείται μέσα μας άμέσως ή άντιπάθεια, έάν μάς θίξουν τον εγωισμό, έάν μας άφαιρέσουν τά πράγματά μας, έάν προτιμηθή ό άδελφός μας καί όχι εμείς. Νά σταυρώσωμε την φιλαυτία, γιά νά μπορέσωμε νά έξυφώσωμε τον άδελφό. Αύτή είναι ή δύναμις της σταυρωμένης άγάπης, ή οποία διά τής ταπεινώσεως εξουδετερώνει τήν δειλία άπό τήν ψυχή τού άνθρώπου, καί τον ενισχύει προς τήν ομολογία.

Τό τρόπαιον τοΰ Σταυρού μας ώραιοποιεί, μάς καθαρίζει μάς δυναμώνει, μάς στολίζει, και μάλιστα μάς οδηγεί εις τήν θεογνωσίαν, όπως λέγει τό Έξαποστειλάριον: “Σταυρός ό φύλαξ πάσης τής οικουμένης, Σταυρός ή ώραιότης της Εκκλησίας, Σταυρός βασιλέων τό κραταίωμα, Σταυρός πιστών τό στήριγμα…”
Βλέπομε τα πάθη νά ζούν μέσα μας, άλλά καί νά έκδηλώνωνται προς τά έξω, άπέναντι στους συνανθρώπους μας. Καί, όπως ξέρετε, τό μεν κάθετο ξύλο τού σταυρού συμβολίζει τήν Αγάπη τού Θεού προς τον άνθρωπον, τό δε οριζόντιο την άγάπη τού άνθρώπου προς τον πλησίον. Λαμβάνομε μεν τήν άγάπη άπό τον Θεόν, άλλά με την ύποχρέωσι νά σταυρώσωμε τήν φιλαρχία μας, γιά νά προτιμάμε τήν άνάδειξι τού άδελφού μας.
Ό σκοπός τού κοινοβίου είναι αύτός: Ή σταύρωσις των παθών μας καί ή προσφορά τής σταυρωμένης άγάπης μας προς τον Θεόν.
Δηλαδή, ή τήρησις τών θείων εντολών.
Ερχόμαστε πιο βαθιά τώρα. Μέσα μας βλέπομε τον παλαιόν άνθρωπον, πού πρέπει ανά πάσαν στιγμήν νά τον καθηλώνωμε. Αύτός είναι ό μεγαλύτερος σταυρός. Οί άλλες σταυρώσεις με ένα έξυπνο τρόπο είναι κατορθωτές. Ή σταύρωσις, όμως, αύτή, ή συνεχής καθήλωσις του ίδιου τού εαυτού μας, είναι ή δύσκολη. Πώς θά κατορθώσωμε νά σταυρώσωμε όντως τον εαυτό μας, γιά νά άναφέρωμε τήν αγάπη μας όλη προς τον Θεόν; Διότι μάς θέλει σταυρωμένους ό Θεός. Αλλιώς, δεν δέχεται τήν προσφορά μας. Δηλαδή, θέλει νά σταυρώνωμε κάθε άμαρτία, κάθε κακή σκέψι, κάθε κακή επιθυμία, για νά άτενίζωμε προς Αυτόν καί νά Τού δώσωμε τά δώρα μας. Ό έσω άνθρωπος θέλει συνεχές σταύρωμα, άνά πάσαν στιγμήν.
Όταν ζούμε μαζί μέ συνανθρώπους, δεν μπορεί νά κρυφθή ό λέων πού φωλεύει μέσα μας. Δέν κρύπτεται. Καί είναι μιά ευκαιρία αύτή, καλή καί θεάρεστος, νά τον πολεμήσωμε. Καθημερινώς μέσα σέ ένα κοινόβιο βλέπομε τι ύπάρχει μέσα μας. Γιατί, όπως ξέρομε, καιροφυλακτεί ήμέραν τε καί νύκτα ό λέων νά μας συλλάβη στά δίκτυα του, νά μάς παγιδεύση μέ δολοπλοκίες. Καί συνεχώς αγωνιζόμαστε γιά τήν αύταπάρνησι. Ένώ, άντιθέτως, όταν ζούμε μόνοι μας, κρύπτεται ό λέων και ούτε τον παίρνομε είδησι. Τροφοδοτείται, δυναμώνει καί ύστερα όρμά καί εξοντώνει τον άνθρωπο, ό όποιος είναι αμέριμνος, γιατί δέν έχει ανακαλύψει τί ύπάρχει μέσα του.
Καί έχομε αναφέρει ποια είναι ή θύρα του κακού, απ’ όπου εισέρχεται τό θηρίο. Είναι τό ίδιον θέλημα. Όταν δέν μάχεται ό άνθρωπος προς τό ίδιον θέλημα, μέσα του φωλιάζουν πλέον όλα τα πάθη. Εξαφανίζεται ή αγάπη, εάν δέν σταυρωθη. Όταν, όμως, σταυρωνώμεθα, γινόμεθα εύάρεστοι εις τον Θεόν καί βαδίζομε τον δρόμον της σωτηρίας τον ανηφορικόν, όπισθεν τού Κυρίου.
Γνωρίζομε πολύ καλά ποιος είναι ό σταυρός μας. Καί ξέρομε δτι πρέπει νά τον φορτωθούμε.
Έάν δέν τον φορτωθούμε, δέν μπορούμε να προσφέρωμε αγάπη εύχαριστίας προς τον Θεόν.
Ούτε τον εαυτό μας θά εύεργετήσωμε, αλλά ούτε καί τον πλησίον. Ή εντολή πού έδωσε ό Κύριος είναι: Όποιος θέλει νά μέ άκολουθήση, θά σηκώση τον σταυρό του. Καί βλέπομε ένα μαχαίρι, δίκοπο μέσα μας, πού χωρίζει στα δυο τήν βούλησί μας. Τί θά διαλέξωμε;
Δύο άλογα σύρουν τήν άμαξα τής ψυχής μας.
Τό ένα τραβάει άπό τή μιά μεριά, τό άλλο άπό τήν άντίθετη. Και ό ήνίοχος τί θά κάνη;
Πώς θά κυριάρχηση, γιά νά διευθύνη και τα δύο προς τήν ιδια κατεύθυνσι; Έδώ είναι το σπουδαίο. Εμείς θέλομε νά άκολουθήσωμε την οδό τής αυτοθυσίας, αλλά μάς τραβάει τό δεύτερο άλογο στήν άντίθετη κατεύθυνσι. Γίνεται άγώνας τώρα ποιο άλογο θά παρασύρη τό άλλο.
Έάν μεν έχη γερά ήνία ό ήνίοχος, τότε μπορεί νά κατευθύνη τά άλογα όπου θέλει. ’Άν δεν έχη, όμως, γερά ήνία, δηλαδή πίστι στερεά κα ταπείνωσι, τότε δεν είναι προσανατολισμένο πλήρως, καί εύκολα παρασύρεται στον δρόμο τής φιλαυτίας.
Πρέπει νά σταυρώσωμε τά πάθη μας, γιά να μπορέσωμε νά φθάσωμε στήν άνάστασι, στον άγιασμό. Διότι μετά τήν παρακοή μάς έδόθη ό σταυρός ώς άναγκαία προϋπόθεσις γιά την ανάστασή και τήν σωτηρία. Καί ό άνθρωπος, χωρίς πλέον αύτόν τον σταυρό, δεν μπορεί να άγιασθή.
Γι’ αύτό ό Χριστός έσταυρώθη και άνεστήθη, γιά νά άναστηθούμε κι εμείς.
Είναι ώραϊο νά μιλάμε γιά “άγάπη σταυρωμένη”, άλλα όταν μάς ζητήσουν κάτι αντίθετο άπό τό θέλημά μας, άντιδρούμε. Καλούμεθα να σταυρώσωμε τον εαυτόν μας, γιά νά προσφέρωμε στον Θεόν τήν σταυρωμένη άγάπη μας.
Έδώ θά φανή αν προχωρούμε στον δρόμο της θυσίας. Τί γίνεται; Τό έχομε άντιληφθή αυτό τό θέμα ή θέλομε οπωσδήποτε νά γίνη τό δικό μας θέλημα; Τότε, πρέπει νά γνωρίζωμε ότι άπαλλασσόμεθα μεν τού σταυρού, άλλά από κεί καί πέρα δεν ύπάρχει γιά μάς άνάστασις.
Είμαστε μέσα στο κενό.
Καί ίσως καμμιά φορά ό ύποτακτικός νά χαίρεται, όταν όλα γίνωνται κατά τό θέλημά του. Πλήν, όμως, τον άναμένει ή άπολογία, διότι δεν προσέφερε τήν σταυρωμένη άγάπη του προς τον Θεόν, όπως είχε ύποσχεθή.
Γι’ αύτό άκριβώς ήρθαμε έδώ πέρα: ’Ήρθαμε γιά νά προσφέρωμε τήν σταυρωμένη άγάπη μας στον Θεόν. Είπαμε: “Γιά τήν άγάπη Σου, Χριστέ μου, ήρθα νά ανεβώ στον σταυρό καί να ύπακούσω μέχρι θανάτου.” Και μάλιστα, δώσαμε όλοι μας και ύποσχέσεις μεγάλες κατά την Ακολουθία τού Μεγάλου Σχήματος. “Δέχομαι για χάρι Σου νά με περιφρονήσουν, νά με έπιτιμήσουν, νά με υβρίσουν, νά με ρεζιλέψουν”. και τί δεν είπαμε άπό ενθουσιασμό!
Όταν ξεκινήσαμε, είδαμε με τό φως του Χριστού ότι ή άρνησις του εαυτού μας είναι ή άρίστη άπόφασις. Αυτή είναι ή σταυρωμένη άγάπη.
Όντως τα είδαμε καθαρά τα πράγματα. Είδαμε καί τό θηρίο, τον εαυτό μας, καί άποφασίσαμε κάθε μέρα νά σταυρώνωμε τα πάθη μας.
Καμιά φορά, όμως, ξεχνάμε τελείως τις ευαγγελικές έντολές. Καί ενώ προσπαθεί ό Ηγούμενος νά πείση τον ύποτακτικό ότι οφείλει νά σηκώση τον σταυρό του, προσφέροντας στον Κύριον τήν άγάπη του τήν σταυρωμένη, εκείνος άνθίσταται καί έπαναστατεί. Προσπαθεί νά πείση τούς πάντας ότι άδικεϊται, έάν σταύρωση τό θέλημά του. Έ! άπό κει καί πέρα,ποία προκοπή νά έχη ό μοναχός καί ποια αρετή
νά παρουσίαση;
Πολλοί μοναχοί χαίρονται, όταν ύπερισχύη ή γνώμη τους καί ό Ηγούμενος ύποχωρή στο θέλημά τους. Οί Πατέρες, όμως, τονίζουν: Οι εξ αναγκασμού ύποχωρήσεις του Ηγουμένου στήν γνώμη του ύποτακτικού, είναι κάρβουνα αναμμένα εις τήν κεφαλήν τού «θεληματάρη».
Λοιπόν, ας γίνη προσπάθεια νά προσφέρωμε σταυρωμένη άγάπη στον Θεόν. Άνά πάσαν στιγμήν άπαιτείται νά προσφέρωμε τήν Αγάπη μας σταυρωμένη. Ό,τι δεν γίνεται σύμφωνα προς τό θέλημά μας, γιά τήν ύπακοή, είναι θυσία ευάρεστος προς τον Θεόν. Ό,τι γίνεται σύμφωνα προς τό θέλημά μας, άπό ίσχυρογνωμοσύνη, αύξάνει τήν έπαρσί μας, ή οποία κρατάει τον Θεόν εις άπόστασιν.
Γερόντισσα: Όλοι οί νηπτικοί Πατέρες πού διαβάζομε, άρχίζουν άπό τήν πίστι. Έάν πιστεύωμε, θά τηρήσωμε τις εντολές. Καί μετά, αφού τηρήσωμε τις εντολές, θά έρθη ό πειρασμός. Δεν γίνεται χωρίς πειρασμό. Γιατί; Γιά νά καθαρισθούμε. Αύτή είναι ή σειρά μέσα στο σχέδιο τής σωτηρίας μας.
Ξεκινάμε με τήν Χάρι. Χωρίς την Χάρι, δεν γίνεται τό πρώτο βήμα. Γιατί ή Χάρις φέρνει τον ενθουσιασμό και κάνομε τό μεγάλο άλμα. Πράγματι, έχομε ώραίες άναμνήσεις άπό την συνάντησί μας με τον Κύριο στην «Γαλιλαία’».
Στα παιδικά μας χρόνια, τί ένθουσιασμός ήταν αύτός!… Λέγαμε “Σέ, Νυμφίε μου, ποθώ…” και νοιώθαμε τρέλλα. Χωρίς αύτήν τήν έν Χριστώ τρέλλα, δεν θά ξεκινούσε κανείς/Ύστερα, όμως, φεύγοντας άπό τήν Αίγυπτο πρέπει να περάσωμε τήν έρημο, για να φθάσωμε στή γη της έπαγγελίας. Άλλα στήν έρημο για σαράντα χρόνια, τί ύπέφεραν οί Εβραίοι μέχρι νά φθάσουν στή γη Χαναάν! Πολλοί έλύγισαν καί έμοσχοποίησαν.
’Έτσι, λοιπόν, καί εμείς μπαίνομε στην έρημο, όπου δυσανασχετούμε καί άρχίζομε τις
Αμφιβολίες: “Μμμ! Έτσι είναι ό μοναχισμός;
Έγώ άλλιώς τον περίμενα. Έγώ έβλεπα την Γερόντισσα διαφορετική, τώρα όμως παίρνει καί τσεκούρι. Τί γίνεται; Τις αδελφές έγώ τις έβλεπα αγγέλους, ένώ τώρα… ”.
Είμαστε τώρα μέσα στήν έρημο καί ξεχνάμε “δι’ δ έξήλθομεν.” Να φιλοσοφήσωμεοτι κάθε σταυρός που σηκώνομε είναι εύλογία. Άπό τον σταυρό έρχεται ό αγιασμός.Τον ζωηφόρον Σταυρόν είχαν καί οί Ίσραηλίται ώς πρόξενον σωτηρίας. Είδατε, ό σταυρός ύψώθη στήν έρημο, δηλαδή ό χάλκινος όφις σεσχήμα σταυρού. Καί όσοι τον έβλεπαν, έσώζοντο άπό τον θάνατον.
Εμείς, λοιπόν, σταυρόν σηκώνομε. Ενώ βρισκόμαστε μέσα στήν έρημο, παραχωρεί ό Θεός να δοκιμασθούμε, όσο μάς χρειάζεται, και υστέρα έρχεται πάλι ή Χάρις, ή άνάπαυσις, ή έλπίδα ότι θά φθάσωμε στή γη τής έπαγγελίας.
Περνάμε ώρισμένες δοκιμασίες, που είναι απαραίτητες για τον καθαρμό μας, για να ισχυροποιηθούμε, να πειρασθούμε, να λάβωμε πείρα. Ό Κύριος πάντοτε είναι δίπλα μας, όπως λέει ό Άπ. Παύλος: “Έν ώ γάρ πέπονθεν
Αύτός πειρασθείς, δύναται τοίς πειραζομένοις βοηθήσαι.””
Εμείς θέλομε νά φθάσωμε στή γη της επαγ- γελίας “άβρόχοις ποσίν.” Ή Χάρις δεν δίνεται, ομως, χωρίς πειρασμό. Χωρίς σταυρό, δεν έχει άνάστασι. Δεν μπορούμε νά συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι, όταν περάσωμε ένα πειρασμό, μία θύελλα, γινόμαστε άλλοι άνθρωποι, άποκτάμε πείρα. Καί δεν καταλαβαίνομε ότι πρέπει άπαραιτήτως νά ύπομείνωμε καταιγίδες, άντιμετωπίζοντας είτε τον εαυτό μας είτε τούς άλλους.
Είναι άποδεδειγμένο ότι, αν δεν δίνης δικαίωμα στους Γεροντάδες νά σε ελέγξουν, να σε δοκιμάσουν, οπωσδήποτε θά δοκιμασθής άπό εσωτερικό πόλεμο, θά πειρασθής άπό τον έαυτόν σου. Δηλαδή, πρέπει νά περάσωμε την έρημο. Δεν ξέρω αν έχετε έσείς άντίρρησι σ’ αύτά πού είπα.
Καί ένα άλλο πού θέλω νά τονίσω είναι -παράξενο πράγμα- τό θέμα τού “Άββά”, δηλ. τού Γέροντα ή τής Γεροντίασης. Δεν μπορείτε νά φαντασθήτε πώς ενεργεί ό Θεός, πώς άποκαλύπτει στον Άββά οτι χρειάζεται για την σωτηρία των ύποτακτικών.
Τί γίνεται, π.χ. οταν ό ύποτακτικός ενεργή παίρνοντας άθεμίτως την εύλογία; Διότι καμιά φορά οί μονάχοι βρίσκουν τον Γέροντα “στον ύπνο” και δεν διατυπώνουν σαφώς τό αίτημά τους. Άλλα ό Θεός βρίσκει τρόπο νά πληροφόρηση τον Άββά περί της άληθείας. Είναι όντως κάτι θαυμαστό!
Επίσης είναι δυνατόν σήμερα νά άδικήθηκε ό ύποτακτικός με μία έπιτίμησι του Άββά, επειδή είχε κάποιο χρέος, δηλαδή ίσως είχε άλλοτε πράξει κάτι χωρίς εύλογία.
Όλα αύτά πρέπει νά τά προσέξωμε, γιατί κρίμα είναι, ένώ κάνομε έναν άγώνα, νά χάσωμε την γη τής επαγγελίας γιά τά “κρόμμυα” της Αίγύπτου.
Έγώ νομίζω ότι πειραζόμεθα ολοι οχι από τούς άλλους, αλλά άπό τά πάθη μας. Γιατί μπορεί ό άλλος νά σε έρεθίση με λόγο, αν όμως εσύ δεν έχης τό πάθος, δεν πειράζεσαι.
Παππούς: Ό μοναχισμός έχει μερικούς κανόνες άπλούς, άλλά πολύ σοβαρούς. Καί δεν τους προσέχομε. Π.χ. λέγουν οί Πατέρες: “Μην κάνης τίποτα χωρίς εύλογία”. Νά λες “εύλόγησον.”
Απλά πράγματα. Ξέρεις, όμως, τί σοφία κρύβεται μέσα σ’ αύτές τις προτάσεις; Διότι με αύτούς τούς λόγους εξουδετερώνεται τό ίδιον θέλημα άμέσως. Είναι μεγάλο θέμα! Περιέχουν φιλοσοφία αύτές οί φράσεις, τό “εύλόγησον” ή “χωρίς εύλογία, μην κάνης τίποτα”. Φαίνεται δύσκολο; Καί όμως, σ’ αύτές τις βάσεις στηρίζεται ολόκληρο τό οικοδόμημα τού μοναχισμού. Ή ύπακοη είναι ό μεγάλος στύλος πού στηρίζει τον μοναχισμό.
Εμείς έχομε πάθει σκλήρυνσι στο μυαλό μας καί προτιμάμε τό δικό μας θέλημα. Έάν τηρήσουν οί μοναχοί την ύπακοη, είναι σεσωσμένοι 100%• καί ας είναι ή γνώμη τού Γέροντος λανθασμένη ή λιγότερο έξυπνη άπό την δική τους.
Εκεί βρίσκεται ή σωτηρία. Όταν στηρίζωνται στην γνώμη τους οί ύποτακτικοί, βασανίζονται καί παιδεύονται πολύ στην ζωή τους.
Γερόντισσα: Όλοι οί άνυπότακτοι συνήθως λένε: “Έγώ άλλιώς ήξερα τον μοναχισμό, όταν ήμουν στον κόσμο. Τώρα τον βλέπω διαφορετικό.”
 
Παππούς: Όταν πικραίνεται ένας άντιδραστικός μοναχός, πικραίνει καί όλη τήν άδελφότητα. Γιατί ζώντας χωρίς ύπακοη, γίνεται ταραχοποιός καί προκαλεί σύγχυσι σε όλο το περιβάλλον. Έξ αιτίας του οί άλλοι ταράσσονται, χάνουν την ειρήνη τους. ’Έτσι φέρει διπλή εύθύνη, διότι μέσα στη Μονή άφανίζει όχι μόνο την δική του ειρήνη, άλλα καί την εν Χριστώ ειρήνη των άδελφών.
 
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗ ΛΟΓΟΣ ΕΣΘΙΟΜΕΝΟΣ.
http://apantaortodoxias.blogspot.com/2020/09/blog-post_713.html